Πότε
στα αλήθεια χωρίζουν δύο άνθρωποι;
Υπάρχουν
χωρισμένοι από καιρό που εξακολουθούν να κοιμούνται μαζί. Υπάρχουν επίσης αγαπημένοι
που κάνουν να συναντηθούν χρόνια.
Πότε
στα αλήθεια χωρίζουν δύο που αγαπήθηκαν;
Κάποιος
φεύγει από τους δύο μα ποιος φτιάχνει τον μύθο που καλύπτει το κενό του;
Σίγουρα όχι ο φευγάτος. Αυτός είναι υπεύθυνος μόνο για το φευγιό του. Φεύγει
και ο άλλος που μένει πίσω, αδυνατεί να πιστέψει πως είναι δυνατόν όλα να
συνεχίσουν την πορεία τους όπως πριν. Έτσι κρεμιέται από τον μύθο.
Ο
χρόνος κάνει την δουλειά του, όμως σε αυτήν την περίπτωση δεν την κάνει
αρμονικά και δίκαια. Αυτά που πρώτα ξεθωριάζει, ώσπου να τα σβήσει, είναι τα
ελαττώματα, τα μειονεκτήματα του απόντος, που το ξεθώριασμα τους αφήνει τις αρετές
να λάμπουν, δίχως αντίβαρο, δυσανάλογα. Ξεθωριάζοντας έτσι η εικόνα, γίνεται
σιγά – σιγά πολύτιμη, σαν ένα παλιό έργο τέχνης που ο χρόνος μεγαλώνει την αξία
του.
Πρόκειται
για μια ύπουλη διαδικασία αγιοποίησης του απόντος. Πρώτα από όλα η μοναδικότητα
αυτού που λείπει βασίζεται στην μαρτυρία του παρόντος, αφού η απουσία του
αποκλείει την διάψευση. Κατά δεύτερον, όπως και να το κάνουμε, είναι το λιγότερο
ένδειξη ανωτερότητας το να εκθειάζεις αυτόν που θα ήταν εύκολο και σχεδόν
φυσικό να κατηγορείς. Μα πιο μεγάλη και από τα δύο προηγούμενα σημασία έχει η «κατασκευή»
αυτού του ειδώλου, για όποιον πήρε την θέση του πλάι μας. «Φροντίζεις» έξυπνα,
χωρίς να σαι υπερβολικός πάει να πει, αλλά ούτε και πολύ συγκρατημένος, από τον
πρώτο κιόλας καιρό, να «ενημερώσεις» τον άλλο πως μέσα σου υπάρχει ένας ιερός
χώρος, ένα είδος άβατου.
Είναι,
βλέπετε, αναφαίρετο δικαίωμα μας να διατηρούμε εντός μας, απαραβίαστα
διαμερίσματα. Και αν δεν φροντίζαμε να το διατυμπανίζουμε, τίποτε δε θα ταν πιο
ανθρώπινο. Μα εμείς δεν πράττουμε έτσι: παίρνουμε τον άλλο από το χέρι, τον
πηγαίνουμε μπροστά στις καγκελόπορτες μας και του δείχνουμε με τρόπο την
επιγραφή «μην εισέρχεστε».
Έτσι
του υπογραμμίζουμε ότι έχουμε το καταφύγιο μας.
Κάθε
φορά που θα σιωπούμε μετά από κάποια σύγκρουση μαζί του, θα ξέρει σε ποια γωνιά
χωθήκαμε, ποιες σκέψεις μας παρηγορούν. Αν ποτέ μας μιλήσει άσχημα και σιωπήσουμε
θα ναι σαν να ακούει την απάντηση «ο άλλος δεν μου χε μιλήσει ποτέ έτσι!» Κι ας
γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δεν είναι αλήθεια. ‘Όμως, έχουμε ανάγκη αυτήν την
διέξοδο, αυτή την αυταπάτη.
Άλλοτε,
για να αυτοταπεινωνόμαστε που δεν ήμασταν «άξιοι» να μείνουμε πλάι σε αυτό το «ιδανικό»
πρόσωπο, άλλοτε για να εξυψωνόμαστε που αγαπηθήκαμε από έναν θεό, άλλοτε για να
καταφεύγουμε στην κρύπτη της μνήμης του, σε στιγμές αδιέξοδες και μοναχικές. Να
αναπολούμε, να αναρωτιόμαστε – «άραγε που να βρίσκεται τώρα;» - ή απλά να
τιμωρούμε τον παρόντα σύντροφο μας.
Ύπουλη
αυτή η «κατασκευή», όσο και αναγκαία!
Έχουμε
ανάγκη από είδωλα, για αυτό τα «κατασκευάζουμε». Μόνο αν πάψουμε να τα έχουμε
ανάγκη τα καταστρέφουμε. Μα πότε αλήθεια δεν τα χρειαζόμαστε πια;
Πάντως
δεν υπάρχει πιο σίγουρος τρόπος για να σβήσεις από μέσα σου την ιδανική εικόνα
κάποιου από το να επιδιώξεις να τον ξαναδείς! Τίποτε δεν είναι πιο μάταιο και
πιο θλιβερό από μια τέτοια συνάντηση.
Όταν χωρίζουν δύο δεν γίνονται και αυτόματα
ξένοι. Μέσα μας οι καταστάσεις δεν διαδέχονται η μια την άλλη, ανεξάρτητα και
αυτόνομα, ‘όπως τα πλάνα στον κινηματογράφο. Το διάστημα που ακολουθεί το τέλος
μιας σχέσης, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της. «Πες μου πως
χώρισες να σου πω τι σχέση είχες» έλεγε κάποτε στο παλιό ραδιόφωνο η Μαρία
Ρεζάν. Όσο πιο ξαφνικό και οδυνηρό είναι το τέλος, τόσο ισχυρότερο το
μεταίσθημα που, εκτός των άλλων, έχει δώσει αρκετά αριστουργήματα στην
Παγκόσμια Βιβλιοθήκη. Για αυτό, άλλωστε, είναι ανώφελη, όσο και ανεδαφική, η
συμβουλή των φίλων, που είναι και η πιο συνήθης σε αυτές τις περιπτώσεις: «Γύρνα
σελίδα, προχώρα παρακάτω». Είναι σαν να πηγαίνεις σε κάποιον άρρωστο και να του
λες: «προσποιήσου τον υγιή!» Ίσως, είναι πιο ορθή η φράση: «Υπομονή, θα περάσει».
Ακόμα
χειρότερη είναι η αναζήτηση του αντίδοτου σε έναν καινούργιο έρωτα. Μακάρι να
ρχονταν ο έρωτας κατά παραγγελία. Θα διαλέγαμε κάποιον από τους πολλούς
αξιόλογους, αξιαγάπητους ανθρώπους που συναντάμε και θα τον ερωτευόμασταν και η
ζωή μας θα γινόταν αυτόματα «ω, τι καλά που περνάμε». Όμως, κάτι τόσο
εξαιρετικό, το εξαιρετικότερο ίσως γεγονός της πενιχρής μας ζωής, δεν μπορεί
παρά να συμβαίνει σπάνια.
Μου
ρχονται στο μυαλό δυο αναλυόμενες. Η μια λέει εδώ και καιρό «είμαι έτοιμη να
ερωτευτώ, είμαι έτοιμη να ερωτευτώ και πάλι». Η άλλη φωνάζει «δεν μπορώ να
εξηγήσω αυτό το κακό με μένα: δεν προλαβαίνω να τελειώσω με έναν έρωτα και
αμέσως σχεδόν ξαναερωτεύομαι». Τις θεωρώ το ίδιο μόνες.
Το
τραίνο της μοναξιάς είναι η μόνη διέξοδος όσων χάνουν, χωρίς την θέληση τους,
το αγαπημένο πρόσωπο. Το τραίνο που περνά από τις απαραίτητες διαδρομές, του
πόνου, της θλίψης, της μνησικακίας, της συγκατάβασης, της νοσταλγίας και,
τέλος, της αγιοποίησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου