Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

Πως μια σχέση αγάπης μετατρέπεται σε σχέση «πιστωτή – οφειλέτη»!

Στην αγγλική γλώσσα η λέξη «please» αποτελεί συντόμευση του «if you please», «if it pleases you to do this» («αν σε ευχαριστεί να το κάνεις»). Το κυριολεκτικό νόημα του είναι: «δεν είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις». «Μου δίνεις το αλάτι; Δεν σου λέω ότι είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις». Αυτό είναι αλήθεια. Υπάρχει όμως μια κοινωνική υποχρέωση και είναι σχεδόν αδύνατον να μην συμμορφωθείς με αυτήν. Όταν ζητάς από κάποιον το αλάτι του δίνεις ταυτόχρονα μια διαταγή. Με το να προσθέτεις την λέξη «σε παρακαλώ» είναι σαν να λες ότι δεν πρόκειται για διαταγή. Όμως, πράγματι είναι.

Στα αγγλικά το «thank you» προέρχεται από το «think», και σήμαινε αρχικά ότι «δεν θα ξεχάσω αυτό που έκανες για μένα». Ακολουθεί την μορφή του «much obliged» («σου είμαι υπόχρεος»). Το γαλλικό «merci» είναι ακόμα πιο γλαφυρό: προέρχεται από το «mercy», που χρησιμοποιείται όταν ικετεύει κανείς για έλεος. Ομολογώντας το τίθεσαι συμβολικά υπό την εξουσία του ευεργέτη σου, και όπως λέει και ο Αριστοτέλης «Ουδείς ασφαλέστερος εχθρός σου από τον ευεργετηθέντα από εσέ…»[1]. Έτσι, το να συμπληρώνεις «you are welcome» ή « it is nothing» είναι ένας τρόπος να καθησυχάσεις αυτόν που του έδωσες το αλάτι ότι δεν καταχωρείς πραγματικά ένα χρέος στο φανταστικό ηθικό βιβλίο σου.  

Όλη αυτή η εισαγωγή για να εισάγω την λέξη κλειδί που είναι «το χρέος»: «Σου οφείλω, σου χρωστώ…», «όχι, δεν μου οφείλεις, δεν μου χρωστάς τίποτα». Αυτή η φράση μαρτυρά μια διαρκή ανατροφοδότηση του αυτόματου κλεισίματος μιας «συναλλαγής». Την στιγμή που ο ένας νιώθει μια υποχρέωση, ανοίγει έναν λογαριασμό χρέους. Την ίδια στιγμή ο άλλος τον απαλλάσσει από αυτήν, σβήνει το χρέος.  Αυτού του είδους η σχέση δεν είναι άλλη από την σχέση «πιστωτή – οφειλέτη». Πρόκειται για μια σχέση από την οποία είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγουμε. Ουσιαστικά, η ηθική μας συγκροτείται σε μεγάλο βαθμό από αυτήν την σχέση. Όπως έλεγε και ο Αλτουσέρ «Η ιδεολογία λειτουργεί διαπλάθωντας, μετατρέποντας τα άτομα σε υποκείμενα». Η ιδεολογία μετατρέπει το ένα άτομο σε «πιστωτή» και το άλλο σε «οφειλέτη». Ο πρώτος έχει το χαρακτηριστικό γνώρισμα ότι έχει την γνώση σχετικά με το πως ο δεύτερος μπορεί να ξεπληρώσει το χρέος του. Την στιγμή της συναλλαγής ο πιστωτής θέτει τους όρους οι οποίοι πρέπει να τηρηθούν για να επέλθει η ισορροπία, να ολοκληρωθεί δηλαδή η συναλλαγή. Όταν ο οφειλέτης λέει «ευχαριστώ» ουσιαστικά αναγνωρίζει τον πιστωτή ως το υποκείμενο που κατέχει την γνώση ώστε να τον απαλλάξει από το χρέος (ως Αφέντη – Βασιλιά), ενώ ταυτόχρονα ο πιστωτής αναγνωρίζει τον οφειλέτη ως αυτόν ο οποίος «οφείλει» να πληρώσει το χρέος σύμφωνα με τους όρους που θα καθορίσει (ως Δούλο – Υπήκοο).

Εκείνο που διαφεύγει είναι ότι η σχέση πιστωτή – οφειλέτη δεν διαμεσολαβείται από την γνώση αλλά από την εντολή: να αναλάβει την ευθύνη ως "επιχειρηματίας του εαυτού του να πληρώνει τα χρέη του". Το χυδαίο προσωπείο αυτής της αισχρής εντολής είναι η υποτιθέμενη «γνώση»: «Μόνο εγώ ξέρω πως θα ξεπληρώσεις το χρέος σου!» Ο οφειλέτης είναι υποχρεωμένος να υποταχθεί στην εντολή αυτή και να την αντιμετωπίσει «ως εάν» αυτή να έχει τη βάση της στην γνώση. Εκείνο που καλείται να απωθήσει ο οφειλέτης είναι ακριβώς αυτό: την εντολή ως τέτοια. Έτσι, η σχέση «πιστωτή – οφειλέτη» είναι μια σχέση εξουσίας που η α -νόητη λειτουργεία της εντολής παραγνωρίζεται κάτω από το προσωπείο της γνώσης. «Το χρέος» και η σχέση «πιστωτή – οφειλέτη» βρίσκεται τόσο βαθιά ριζωμένα στην καθημερινή μας πραγματικότητα - ή μάλλον στην ιδεολογική μας πραγματικότητα – που είναι αδύνατον να γίνουν αντιληπτά.

Το χρέος έχει ενσωματωμένο ως εκ-σωτερικό αντικείμενο εκείνο στο οποίο οφείλει το νόημα του. Αυτό το αντικείμενο είναι εκείνο που ακούει στο όνομα «εμπιστοσύνη». Το χρέος μαζί με το αντικείμενο του χαράσσεται στο σώμα του «οφειλέτη» ο οποίος τώρα από υποκείμενο μετατρέπεται σε «φερέγγυο υποκείμενο». Έτσι, «ο χρεωμένος άνθρωπος» είναι μια κατασκευή ώστε να είναι ικανός να ξεπληρώνει «τα χρέη του». Ως μαθηματική κατασκευή θα έχουμε λοιπόν τις παρακάτω εξισώσεις: Οφειλέτης = Υποκείμενο + Χ (όπου Χ = η εγγύηση αποπληρωμής του χρέους: φερεγγυότητα). Επίσης Χρέος = οφειλή + Χ (όπου Χ = εμπιστοσύνη). Πρέπει να θυμίσουμε εδώ ότι και τα δύο Χ είναι εκ-σωτερικά αντικείμενα στα οποία οφείλεται η υπόσταση των δύο σημαινόντων «Χρέους» και «Οφειλέτη» και τα οποία, με διαλεκτικό τρόπο, δίνουν υπόσταση και στο σημαίνον «Πιστωτής». Πρόκειται για δυο αντικείμενα που δομούν την φαντασίωση της σχέσης «Πιστωτής – Οφειλέτη». Η ψυχανάλυση τα ονομάζει «μικρά αντικείμενα α» (βλ. ανάρτηση Η «Κοπέλα Με τα Φίδια»).

Για να διαπιστώσουμε  πόσο η σχέση «πιστωτή – οφειλέτη» βρίσκεται βαθιά ριζωμένη στην καθημερινή μας πραγματικότητα που είναι αδύνατον να γίνει αντιληπτή, ας δούμε την παρακάτω κλινική περίπτωση παρμένη από την καθημερινή μας ζωή.

Ο Θ και η Ε είναι ένα νεαρό παντρεμένο ζευγάρι από εκείνα που η αγάπη διατηρείται μέσα στην σχέση τους. Το κοινό τους σπίτι είναι σε μια περιοχή της Αθήνας η οποία αποτελεί συνάμα την ίδια περιοχή όπου κατοικούν και οι γονείς του Θ. Η εν λόγω περιοχή πολύ απέχει από τον τόπο κατοικίας των γονιών της Ε. Αυτό το γεγονός υπήρξε αντικείμενο «διαμαρτυριών» της Ε προς τον σύζυγο της ότι συχνά, ο τελευταίος, έβγαινε για να δει τους φίλους του ή τους γονείς του και παραμελούσε την Ε. Αυτές οι «διαμαρτυρίες» έπαιρναν συχνά τον χαρακτήρα «σκηνών» από μέρους της Ε προς τον Θ σε τέτοιο βαθμό ώστε δημιουργούσαν ενοχές στον τελευταίο σχεδόν κάθε φορά που έβγαινε για να κάνει ανάλογες επισκέψεις. Έτσι, όταν δόθηκε η δυνατότητα να εργασθεί η Ε σε μια εργασία που βρίσκονταν στον τόπο όπου κατοικούσαν οι γονείς της, η Ε εισηγήθηκε στον σύζυγο της να μετακομίσουν στην περιοχή που ήταν η έδρα της εργασίας της – περιοχή που συνέπιπτε να είναι και η έδρα όπου κατοικούν οι γονείς της.

Ο Θ αποδέχτηκε την πρόταση με το λογικό επιχείρημα ότι «επρόκειτο για μια πολύ καλή εργασία και βεβαίως, ήταν προς όφελος της οικογένειας να γίνει η μετοικεσία». Στον αναλυτή, όμως, ο Θ παραδέχτηκε ότι αυτό το λογικό επιχείρημα αποτελούσε μόνο την αφορμή για να γίνει η μετακόμιση. Στην ουσία, επρόκειτο για ένα χατίρι που έκανε στο πάγιο αίτημα της συζύγου του. Βεβαίως, αυτό το «χατίρι» έγινε απόλυτα αντιληπτό και από την Ε. Η τελευταία ένιωσε ότι ο σύζυγος της πραγματοποιούσε την επιθυμία της και μάλιστα σε βάρος της δικής του, γεγονός που από την μία αποτελούσε απόδειξη της αγάπης του προς εκείνη αλλά από την άλλη την γέμιζε με ενοχή γιατί αυτή (η πραγματοποίηση) γίνονταν σε βάρος της δικής του. Η Ε ένιωθε έτσι «υποχρεωμένη» προς τον Θ για αυτό. Ήδη, «το χρέος» είχε μπει ανάμεσα τους και είχε «μετατρέψει» την σχέση τους σε σχέση «πιστωτή – οφειλέτη». Στα μάτια της Ε κάθε φορά που ο σύζυγος της δεν θα είχε καλή διάθεση, ερχόμενος σπίτι μετά το πέρας της εργασίας του, ας πούμε, η Ε θα ερμήνευε αυτήν την δυσφορία στην βάση της ενοχής της και αυτό θα την ωθούσε στο να μην διαμαρτυρηθεί πλέον καθόλου απέναντι του. Του «χρωστάει», βλέπετε, «οφείλει» στον «πιστωτή» της – τον Θ - και αυτό θα σημάδευε την ψυχή της από εδώ και στο εξής. Πρόκειται για ένα «χρέος» που μόνο ο «πιστωτής» γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί η Ε να το ξεπληρώσει. Βεβαίως, ο «πιστωτής Θ» γνώριζε πολύ καλά ότι «κατασκεύαζε» ένα «χρέος» για την Ε καθώς επίσης και ότι το σώμα της Ε παρείχε την «εμπιστοσύνη» για να εξασφαλιστεί η «φερεγγυότητα» του «οφειλέτη Ε».

Η αλήθεια βέβαια, ήταν διαφορετική από μέρους του Θ: αντίθετα από ότι πιστεύει η Ε, αποτελούσε και επιθυμία του Θ η εν λόγω μετακόμιση! Πρώτον, διότι με αυτόν τον τρόπο εξασφάλιζε την ανέμελη, και χωρίς ίχνος ενοχής πια, δυνατότητα του να βλέπει τους φίλους του και τους γονείς του με μόνο κόστος λίγα χιλιόμετρα παραπάνω με το αυτοκίνητο του, όποτε ήθελε, και δεύτερον, ότι θα «έκλεινε» το στόμα της συζύγου ότι την παραμελεί και δεν την υπολογίζει (!!!) αφού σε οποιαδήποτε τυχόν αυθόρμητη «διαμαρτυρία» της θα έκρουε πάνω από το κεφάλι την δαμόκλειο σπάθα του «χρέους» της προς εκείνον! «Με ένα σμπάρο, δύο τρυγόνια» όπως λέει και ο λαός μας!

Φυσικά, όλο αυτό ήταν ασυνείδητο για τον Θ. Ασυνείδητο σε τέτοιο βαθμό ώστε όταν συνειδητοποίησε ότι η πράξη της μετακόμισης έγινε εύκολα αποδεκτή από εκείνον εξαιτίας της ασυνείδητης επιθυμίας του, ενώ η εκλογίκευση που του παρείχε η συνείδηση αποτελούσε απλώς το προκάλυμμα της, η απορία, η αμηχανία και ο θαυμασμός «ζωγραφίστηκε» στο πρόσωπο του!   


[1] «Ένας άνθρωπος έχει έναν άλλον υπό την εξουσία του όταν τον κρατά αλυσοδεμένο• όταν τού έχει αφαίρεση τα όπλα του και τα μέσα για να αυτοαμυνθεί ή να δραπετεύσει όταν τού έχει εμφυσήσει φόβο• όταν τον έχει τόσο πολύ υποχρεώσει με κάποια ευεργεσία, ώστε ό ευεργετημένος να προτιμά να υποτάσσεται στις επιθυμίες τού ευεργέτη παρά στις δικές του, και να ζει όχι κατά την κρίση του αλλά κατά την κρίση τού ευεργέτη. Οποίος έχει έναν άλλον στην εξουσία του με τον πρώτο ή τον δεύτερο τρόπο, εξουσιάζει το σώμα του αλλά όχι την ψυχή του- με τον τρίτο όμως ή τον τέταρτο τρόπο, εξουσιάζει τόσο την ψυχή όσο και το σώμα του, τουλάχιστον για όσο διάστημα διαρκεί ό φόβος ή η ελπίδα: όντως, όταν το ένα ή το άλλο συναίσθημα εξαφανιστεί, ο εξουσιαζόμενος υπόκειται, στο έξης, στο δικό του δίκαιο.»
ΜΠΑΡΟΥΧ ΣΠΙΝΟΖΑ
«Πολιτική Πραγματεία»

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

Ο υποκειμενικός διχασμός θεμελιώνεται στο συναίσθημα της ενοχής και της ντροπής

Είναι κοινός τόπος, για την λακανική ψυχανάλυση, ότι το υποκείμενο είναι διχασμένο. Πως όμως συντελείται αυτός ο διχασμός;

Για να κατανοήσουμε αυτόν τον διχασμό πρέπει πρώτα να απαντήσουμε στο ερώτημα: «Ποιο είναι το καθεστώς ύπαρξης του υποκειμένου πριν την υποκειμενοποίηση;» Η απάντηση της ψυχανάλυσης είναι ότι πριν από την ταύτιση του, πριν από την ιδεολογική του έγκληση, πριν από την ανάληψη από μέρους του μιας ορισμένης υποκειμενικής θέσης, το υποκείμενο αποτελεί υποκείμενο ενός ερωτήματος. Ωστόσο, δεν είναι το υποκείμενο που θέτει το ερώτημα. Το ερώτημα το θέτει ο Άλλος, η συμβολική τάξη: «Τι θέλεις;» Πρόκειται για ένα ερώτημα που το υποκείμενο – όντας κενό, άδειο – αδυνατεί να απαντήσει. Το ερώτημα τίθενται από τον Άλλο προς το υποκείμενο – ένα ερώτημα εγγενώς αναπάντητο – με τέτοιο τρόπο σαν να μπορούσε να απαντήσει το άμοιρο το υποκείμενο. Για αυτό και το ερώτημα αυτό είναι αισχρό. Απευθύνεται σε ένα υποκείμενο που δεν είναι ακόμα «υποκείμενο του σημαίνοντος». Δεν έχει ακόμα γλώσσα για να συγκροτηθεί ως τέτοιο. Είναι ακόμα Πράγμα. Βρίσκεται ακόμα στο Πραγματικό. Υπάρχει ως αντικείμενο. Ένα αντικείμενο που δεν μπορεί να κατονομαστεί διότι το συμβολικό δεν έχει δώσει όνομα σε αυτό το πράγμα. Ωστόσο, ο αισχρός Άλλος θέτει το ερώτημα! Απαιτεί μια απάντηση στο ερώτημα του από ένα υποκείμενο που δεν μπορεί να μιλήσει! Δεν έχει τούτη την δυνατότητα. Δεν διαθέτει ακόμα σημαίνον για να κάνει εφικτή αυτή την απάντηση που του ζητείται. Αυτό το εκ-σωτερικό αντικείμενο που μπορεί να ναι η φωνή ή το βλέμμα του Άλλου – αυτό το αντικείμενο με το οποίο ταυτίζεται αναγκαστικά το υποκείμενο πριν κατασταθεί «υποκείμενο του σημαίνοντος» - γίνεται αποδέκτης του αισχρού ερωτήματος «τι θέλεις;» από τον Άλλο.

Το γεγονός ότι το ερώτημα του Άλλου στοχεύει σε αυτό που παραμένει ανείπωτο προκαλεί στο άμοιρο υποκείμενο ένα συναίσθημα ενοχής απέναντι στον Άλλο. Αυτό που εδώ ισχυρίζεται η ψυχανάλυση είναι ότι δεν υπάρχει υποκείμενο χωρίς ενοχή. Το τελευταίο μπορεί να συγκροτηθεί μόνο εφόσον ντρέπεται εξαιτίας του αντικειμένου που εσωτερικεύει. Είναι αυτό το εκ-σωτερικό αντικείμενο εκείνο έναντι του οποίου το κακόμοιρο το υποκείμενο νιώθει ντροπή και ενοχή. Το υστερικό υποκείμενο είναι εκείνο που ανταπαντά στο αισχρό ερώτημα του Άλλου: «Γιατί είμαι αυτό που οφείλω να είμαι; Γιατί με φορτώνεις με αυτή την εντολή να μαι δάσκαλος, παππάς, κύριος, βασιλιάς; Γιατί, με άλλα λόγια, είμαι αυτός που εσύ – ο Μεγάλος Άλλος – λες ότι είμαι; Ποιο είναι εκείνο το αντικείμενο μέσα μου που σε οδήγησε να με εγκαλέσεις ως Βασιλιά, Κύριο, Σύζυγο, Περιφερειάρχη, Δάσκαλο, Πρωθυπουργό;» Το υστερικό αυτό ερώτημα προκαλεί το χάσμα ανάμεσα στο εκ-σωτερικό αντικείμενο και στο υποκείμενο, το Πραγματικό εμπόδιο της πλήρους επιτυχίας της υποκειμενικής έγκλησης, της υποκειμενικής ταύτισης, με λίγα λόγια τον εγγενή διχασμό του υποκειμένου.

Μου έρχεται τώρα στο νου η τρίχρονη τότε Σοφούλα η οποία σηκωμένη όρθια στην κούνια της φώναζε: «Μαμά, θέλω σοκολάτα … θέλω την κούκλα μου … θέλω το μαξιλάρι μου … θέλω το ντόνατ που μου υποσχέθηκες … θέλω την Μίνι μου και τον Ντόναλτ μαζί … θέλω να έλθω μαζί σας … θέλω … Τί θέλω; (!!!)» Προσπαθούσε, βλέπετε η άμοιρη, να απαντήσει στο αισχρό ερώτημα «τι θέλεις» του Άλλου και κατέληγε τελικά στο αίνιγμα «Τί θέλω;». Την ίδια την σκέφτομαι και σήμερα – τόσα χρόνια μετά - όταν την ρωτάει η μητέρα της: «Έκανες τα μαθήματα σου;». Και είναι εκείνη η στιγμή που μπορεί να παρατηρήσει κανείς το συναίσθημα ενοχής να την κυριεύει ακόμα και όταν έχει κάνει τα μαθήματα της. Εκείνο το στιγμιαίο άγχος που της δημιουργείται από το βλέμμα της μητέρας της αντιγυρίζοντας ένα ερώτημα του τύπου: «Μα γιατί το ρωτάς αυτό με αυτό το ύφος σου; Τι θέλεις από μένα;»
Ο Θεός θα ήταν άδικος αν δεν ήμασταν ένοχοι.

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

Ο μεγάλος «Άλλος» - η συμβολική τάξη – η γλώσσα, δεν είναι πλήρης

Στην ψυχανάλυση κάνουμε την διάκριση ανάμεσα στον «άλλο» (με το «α» μικρό) και στον Άλλο (με το «Α» κεφαλαίο). Ο «άλλος» αναφέρεται στους φαντασιακούς άλλους. Αυτοί οι «άλλοι» είναι για όλους μας ολοκληρωμένα, ενοποιημένα ή συνεκτικά «εγώ». Ως αντανακλάσεις του εαυτού μας μάς δίνουν την αίσθηση ότι είμαστε πλήρη και ολοκληρωμένα όντα. Αυτός είναι ο «άλλος» του «σταδίου του καθρέφτη», που το βρέφος πιστεύει ότι θα ικανοποιήσει απόλυτα την επιθυμία του. Πρόκειται, επίσης, για τον «άλλο» της διαστροφής. Την ίδια στιγμή το βρέφος – όπως και ο διεστραμμένος – αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως το μοναδικό αντικείμενο της επιθυμίας του «άλλου».

Ο μεγάλος «‘Άλλος», από την άλλη, είναι εκείνη η απόλυτη ετερότητα που δεν μπορούμε να αφομοιώσουμε στην υποκειμενικότητα μας. Ο μεγάλος «Άλλος» είναι η συμβολική τάξη. Είναι εκείνη η ξένη γλώσσα μέσα στην οποία έχουμε γεννηθεί και την οποία πρέπει να μάθουμε να μιλάμε, αν θέλουμε να αρθρώσουμε την ίδια μας την επιθυμία. Είναι επίσης ο λόγος και οι επιθυμίες εκείνων που βρίσκονται γύρω μας, μέσω των οποίων εσωτερικεύουμε και σχηματοποιούμε την επιθυμία μας. Αυτό σημαίνει ότι οι επιθυμίες μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις επιθυμίες των άλλων.

Η ασυνείδητη επιθυμία μας εμφανίζεται σε σχέση με τον μεγάλο «Άλλο» - την συμβολική τάξη. Αυτή η συμβολική τάξη – ο «Άλλος» - έχει τρία βασικά χαρακτηριστικά:
·       

  •   Η γλώσσα προηγείται της συνείδησης. Ως ομιλούντα υποκείμενα γεννιόμαστε μέσα στην γλώσσα.
  • ·         Η γλώσσα δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Αντίθετα κατασκευάζουμε την εμπειρία μας εντός των περιορισμών του δεδομένου γλωσσικού συστήματος και αυτό το γλωσσικό σύστημα επηρεάζει την φύση της εμπειρίας μας.
  • ·         Η γλώσσα δεν είναι ένα απόλυτα καθορισμένο σύστημα, στο οποίο εντοπίζεται ένα και μοναδικό νόημα. Αντίθετα, αποτελεί ένα σύστημα διαφορικών σχέσεων.
Για παράδειγμα, ας δούμε την πρόταση «Εμείς θα φύγουμε από το Παρίσι αύριο».

Κάθε όρος αυτής της πρότασης αποκτά το νόημα του αφενός λόγω της διαφοροποίησης του από τους άλλους πιθανούς όρους που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε στο ίδιο πλαίσιο και αφετέρου μέσω της θέσης του στην συνολική δομή της πρότασης.

Α) Έτσι, το «εμείς» θα μπορούσε να αντικατασταθεί από το «εγώ» ή το «εσύ» ή το «αυτός» και αντίστοιχα το «αύριο» θα μπορούσε να αντικατασταθεί από το «σήμερα». Μετά την αντικατάσταση η πρόταση θα έχει και πάλι νόημα μόνο που θα ήταν εντελώς διαφορετικό.
Β) Το νόημα της πρότασης προκύπτει από ένα συγκεκριμένο συνδυασμό των όρων της παρά από τα μεμονωμένα στοιχεία της. Έτσι, αν αναδιατάξουμε τους όρους της μπορούμε ακόμα να τους κατανοήσουμε αλλά στο σύνολο της η πρόταση δεν έχει κάποιο νόημα:
«Παρίσι φύγουμε από το θα αύριο εμείς».

Αυτές οι δύο λειτουργίες είναι βασικές για τον τρόπο λειτουργίας της γλώσσας ή της συμβολικής τάξης.

Είναι σαφές λοιπόν, ότι το υποκείμενο υπάρχει μόνο ως υποκείμενο του «Άλλου». Όμως, ενώ ο «άλλος» της διαστροφής είναι ολοκληρωμένος και πλήρης (όπως προανάφερα) δεν ισχύει το ίδιο και για τον «Άλλο» - την συμβολική τάξη – της νεύρωσης. Η συμβολική τάξη είναι ελλιπής. Υπάρχει κάτι ουσιαστικά ακατανόητο στην επιθυμία του «Άλλου» για το υποκείμενο. Ο «Άλλος» της νεύρωσης είναι ελλιπής και ως προς αυτό διαφέρει πάρα πολύ από τον «άλλο» της διαστροφής. Για να πειστούμε για την μη – πληρότητα της συμβολικής τάξης ας παραπέμψουμε, σε αυτό το σημείο, στον κατεξοχήν «εκπρόσωπο» του «Άλλου» που δεν είναι άλλος από την γλώσσα των μαθηματικών.

Το 1951, ένας άγνωστος εικοσιπεντάχρονος μαθηματικός, ο Κουρτ Γκέντελ υποχρέωσε τους μαθηματικούς να αποδεχτούν  το γεγονός ότι τα μαθηματικά δεν μπορούν ποτέ να είναι λογικά τέλεια. Ο Γκέντελ είχε αποδείξει ότι η προσπάθεια δημιουργίας ενός πλήρους και συνεπούς μαθηματικού συστήματος ήταν αδύνατη. Οι ιδέες του συμπυκνωνόντουσαν σε δύο προτάσεις:

Πρώτο θεώρημα της μη – πληρότητας

Εάν το σύνολο της αξιωματικής θεωρίας είναι συνεπές, τότε υπάρχουν θεωρήματα που δεν μπορούν ούτε να αποδειχθούν ούτε να ανασκευαστούν.

Δεύτερο θεώρημα της μη – πληρότητας

Δεν υπάρχει καμιά κατασκευαστική διαδικασία που να αποδεικνύει ότι η αξιωματική θεωρία είναι συνεπής.

Στην ουσία η πρώτη πρόταση του Γκέντελ εννοούσε ότι χωρίς να έχει σημασία ποιο σύνολο αξιωμάτων χρησιμοποιείται, θα υπήρχαν ερωτήματα στα οποία τα μαθηματικά δεν θα μπορούσαν να απαντήσουν – η πληρότητα δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί. Ακόμα χειρότερα με την δεύτερη πρόταση ισχυριζόταν ότι οι μαθηματικοί δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι σίγουροι ότι η επιλογή των αξιωμάτων δεν θα οδηγούσε σε αντιφάσεις – η συνέπεια δηλαδή δεν θα μπορούσε ποτέ να αποδειχθεί. Για να κατανοήσουμε καλύτερα το πρώτο θεώρημα του Γκέντελ είναι πολύ χρήσιμο να εξετάσουμε ένα, πολύ στενά συνδεδεμένο με αυτό, κομμάτι της αρχαίας λογικής, γνωστό ως «Κρητικό Παράδοξο» ή «Παράδοξο του Ψεύτη», επινόηση του Επιμενίδη από την Κρήτη στο οποίο είχε διακηρύξει:

«Είμαι ψεύτης

Το παράδοξο αναδεικνύεται όταν προσπαθήσουμε να καθορίσουμε αν η δήλωση είναι αληθής ή ψευδής. Ας δούμε πρώτα τι συμβαίνει αν υποθέσουμε ότι η δήλωση είναι αληθής. Η αληθής δήλωση συνεπάγεται ότι ο Επιμενίδης είναι ψεύτης, εμείς όμως αρχικά έχουμε υποθέσει ότι έχει κάνει μια αληθή δήλωση, άρα ο Επιμενίδης δεν είναι ψεύτης – υπάρχει δηλαδή ασυνέπεια. Από την άλλη, ας δούμε τι συμβαίνει αν υποθέσομε ότι η δήλωση είναι ψευδής. Η ψευδής δήλωση συνεπάγεται  ότι ο Επιμενίδης δεν είναι ψεύτης, εμείς όμως αρχικά έχουμε υποθέσει ότι έχει κάνει μια ψευδή δήλωση και άρα ο Επιμενίδης είναι ψεύτης – υπάρχει πάλι ασυνέπεια. Είτε υποθέσουμε ότι η δήλωση είναι αληθής είτε ψευδής καταλήγουμε σε ασυνέπεια: η δήλωση δεν είναι ούτε αληθής ούτε ψευδής.

Ο Γκέντελ ερμήνευσε από την αρχή το «Παράδοξο του Ψεύτη» εισάγοντας την έννοια της απόδειξης, με αποτέλεσμα την παρακάτω πρόταση:

Η πρόταση αυτή δεν επιδέχεται καμιά απόδειξη.

Αν η πρόταση ήταν ψευδής θα ήταν αποδείξιμη, πράγμα που θα έρχονταν σε αντίφαση με αυτήν. Για να αποφευχθεί η αντίφαση η πρόταση πρέπει να είναι αληθής. Ωστόσο, παρόλο που αληθεύει δεν μπορεί να αποδειχθεί, γιατί η ίδια η πρόταση (η οποία γνωρίζουμε ότι αληθεύει) το λέει. Επειδή ο Γκέντελ μπορούσε να γράψει αυτήν την πρόταση με μαθηματικά σύμβολα ήταν σε θέση να δείξει ότι στα μαθηματικά υπήρχαν προτάσεις αληθείς, που όμως δεν μπορούσαν να αποδειχθούν, οι λεγόμενες μη αποδείξιμες. Το έργο του Γκέντελ ήταν πολύ κοντά στις ανακαλύψεις της κβαντικής φυσικής.

Μόλις τέσσερα χρόνια πριν από την δημοσίευση της εργασίας του Γκέντελ περί μη – πληρότητας, ο Γερμανός φυσικός Βέρνερ Χάιζεμπεργκ είχε ανακαλύψει την αρχή της απροσδιοριστίας. Όπως ακριβώς υπήρχε ένα θεμελιώδες όριο για τα θεωρήματα που θα μπορούσαν οι μαθηματικοί να αποδείξουν, ο Χάιζεμπεργκ είχε αποδείξει ότι υπήρχε ένα θεμελιώδες όριο για τις ιδιότητες που θα μπορούσαν να μετρήσουν οι φυσικοί. Για παράδειγμα, αν θέλουν να μετρήσουν την ακριβή θέση ενός αντικειμένου, μπορούν να μετρήσουν την ταχύτητα του αντικειμένου μόνο με σχετικά μικρή ακρίβεια. Αυτό συμβαίνει διότι για να μετρηθεί η θέση του αντικειμένου απαιτείται ο φωτισμός του με φωτόνια. Για να εντοπισθεί όμως η ακριβής θέση του, τα φωτόνια θα έπρεπε να έχουν τεράστια ενέργεια. Ωστόσο, αν το αντικείμενο βομβαρδιστεί με φωτόνια μεγάλης ενέργειας, η ταχύτητα του θα επηρεασθεί με αποτέλεσμα να γίνει εγγενώς αβέβαιη. Έτσι, απαιτώντας την γνώση της θέσης του αντικειμένου, οι φυσικοί πρέπει να θυσιάσουν λίγη από την γνώση της ταχύτητας του.

Είναι σαφές λοιπόν: η συμβολική τάξη – ο Άλλος –  δεν είναι πλήρης, αντίθετα είναι εγγενώς ελλιπής.