Στην
προηγούμενη ανάρτηση – «Η πιο μεγάλη
ερωτική πράξη» - περιέγραψα την μητρική λειτουργία από την σκοπιά της
μητέρας αλλά και από εκείνη του παιδιού. Διευκρίνισα, επίσης, ότι κάθε ερωτική
πράξη επαναφέρει την μητέρα στο προσκήνιο. Ωστόσο, μένει να συζητήσουμε το τι
γίνεται με την επιθυμία της μητέρας. Λέγοντας «επιθυμία» εννοώ την έλλειψη της.
Αυτό που την καθιστά μη – πλήρη.
Πρέπει
να είναι σε όλους μας σαφές ότι το «θέλω παιδί» περιέχει δύο σημαίνοντα: το
ρήμα «θέλω» και το ουσιαστικό «παιδί». Ενώ η φράση είναι γραμματολογικά άψογη
στην ουσία της είναι μια πλάνη. Μια πλάνη η οποία πλανεύει το ίδιο το
υποκείμενο «μητέρα». Αν αναλύσουμε λίγο την φράση θα φτάσουμε στο ότι είναι
παράδοξη. Αλλά ας εξηγηθώ λίγο:
Τι
σημαίνει «θέλω»
Η
επιθυμία στο υποκείμενο αναπαριστά το κενό του. Την έλλειψη του. Επιθυμία
υπάρχει όταν είναι «ακάλυπτη». Όταν το υποκείμενο νιώθει μη – πλήρες. Όταν
«κάτι» του λείπει. Η αίσθηση του κενού εντός του καταδεικνύει την επιθυμία. Η
επιθυμία είναι υπαρκτή, ζωντανή, όταν το κενό είναι υπαρκτό εντός του
υποκειμένου. Αυτό σημαίνει ότι η επιθυμία δεν έχει αντικείμενο! Δεν
μπορεί να έχει για να υπάρχει ως τέτοια. Κανένα αντικείμενο δεν μπορεί να την
«καλύψει» αφού – για να υπάρχει – οφείλει στον εαυτό της να παραμένει ακάλυπτη.
Η ύπαρξη της είναι ζωτικής σημασίας για το υποκείμενο. Επειδή επιθυμεί
κινητοποιείται. Δεν μένει αδρανές όπως θα ήταν αν ένιωθε πλήρες εντός του, αν
ένιωθε ότι τίποτε δεν του λείπει. Μόνο το νεκρό σώμα είναι πλήρες και για αυτό
κείτεται εκεί ακίνητο! Έτσι, στο ερώτημα «τι επιθυμεί ο άνθρωπος;» η ορθή
απάντηση είναι «τα πάντα, όλα». Αυτό θα μπορούσε να αρθρωθεί από τον λόγο του
αν έλεγε «Θέλω …». Όμως, αυτή η φράση – «θέλω…» - δεν είναι καν φράση από
γραμματολογικής άποψης. Βλέπετε, και σε αυτό το σημείο η γλώσσα επιβάλλει τους
νόμους της. Κάθε φράση, για να είναι ολοκληρωμένη, απαιτεί κάθε ρήμα να
συνοδεύεται από ένα ουσιαστικό. Μόνο τότε «βγάζει» νόημα. Έτσι το ουσιαστικό
«παιδί» το επιβάλλει η γλώσσα, μόνο και μόνο για να έχει «νόημα» η ίδια η φράση.
Η
ενόρμηση
Τώρα
όμως προκύπτει το ερώτημα: Γιατί το σημαίνον «παιδί» και όχι κάποιο άλλο; Η
απάντηση βρίσκεται στην ενόρμηση. Σε ποια ενόρμηση; Μα εκείνη της αναπαραγωγής.
Δεν μιλούμε για «ένστικτο» μα για «ενόρμηση» μια που αναφερόμαστε στο ανθρώπινο
είδος. Η ενόρμηση – σε αντίθεση από την επιθυμία – έχει πάντα αντικείμενο. Το
δεύτερο χαρακτηριστικό της είναι ότι «επιμένει». Επιμένει τόσο πολύ ώστε
γίνεται απροσπέλαστη. Το τρίτο χαρακτηριστικό της είναι ότι ουδόλως την
ενδιαφέρει ο τρόπος «κατάκτησης» του αντικειμένου της. Το μόνο που την
ενδιαφέρει είναι να ικανοποιηθεί, και αυτό συμβαίνει μόνο όταν «κατακτηθεί» το
αντικείμενο. Ακριβώς σε αυτό οφείλει την ονομασία της λειτουργίας της. Αυτή η
λειτουργία της ενόρμησης, αυτό της το χαρακτηριστικό της, το ονομάζουμε
«Απόλαυση»!
Η
ενόρμηση της πείνας απαιτεί φαγητό, της δίψας απαιτεί νερό, της σεξουαλικότητας
απαιτεί σώμα, της όρασης απαιτεί θέαση και ούτω κάθε εξής. Κάθε ενόρμηση έχει
αντικείμενο και για αυτό είναι φαλλική. Η λειτουργία της – η οποία έγκειται στα
χαρακτηριστικά της – αποσκοπεί στην ικανοποίηση της και όταν επέρχεται αυτή η
ικανοποίηση μιλάμε για απόλαυση. Ο τρόπος απόλαυσης, δηλαδή ο τρόπος
ικανοποίησης της είναι αδιάφορος. Έτσι, γίνεται σαφές ότι η Επιθυμία και η Απόλαυση,
ως λειτουργίες, είναι άσπονδες «φίλες».
Η
Γυναικεία Επιθυμία ως ανέφικτη απόλαυση
Μετά
από την παραπάνω διευκρίνιση ας έλθουμε τώρα στην Επιθυμία της μητέρας. Είναι
σαφές ότι «το παιδί» είναι αντικείμενο της ενόρμησης της. Επομένως η επιθυμία
της είναι κάτι εντελώς διαφορετικό που «επιδιώκει» να μείνει ακάλυπτο. Λοιπόν,
η Επιθυμία της μητέρας είναι η Γυναικεία Επιθυμία. Η λειτουργία της ονομάζεται «θηλυκότητα».
Πρόκειται για μια Επιθυμία που δεν επιδιώκει κανένα έχειν. Δεν είναι φαλλική.
Πρόκειται για μια ανέφικτη απόλαυση και είναι εκείνο το «ανέφικτη» που την
καθιστά Επιθυμία. Το όριο της – με την έννοια του μαθηματικού limit – είναι μια τάση της, ένα σημείο
αναφοράς όπως είναι το άπειρο. Μπορεί να το συνοψίσει κάποιος στην φράση «η μία
Γυναίκα». Έχει το νόημα «η πιο επιθυμητή
από όλους τους άνδρες σε όλο τον κόσμο». Πιστεύω ότι το ανέφικτο του
νοήματος γίνεται τώρα πιο κατανοητό. Αφορά στο Είμαι και όχι στο Έχειν.
Επομένως βρίσκεται πέραν της φαλλικότητας που διέπει το ασυνείδητο. Από την
άλλη δεν μπορεί πράγματι να αρθρωθεί στην γλώσσα. Η υπερβολή είναι πασιφανής
στην διατύπωση και αυτό τονίζει την απολαυστικότητα της. Πρόκειται για μια
απόλαυση απώτερης βλέψης. Είναι όμως μια ειδική απόλαυση η οποία εξαιρείται από
το «διακριτικό» και άρα περιορισμένο χαρακτήρα της καθαρής φαλλικής απόλαυσης
του ασυνειδήτου. Περισσότερο και από ένα απλό «θέλω», από μια απλή «ευχή»,
είναι ζήλος, είναι η προσπάθεια που θέλει να παραβγεί. Το στοιχείο της άμιλλας
που εμπεριέχεται στο σημαίνον «να παραβγεί» τονίζεται από τον Λακάν με την
παρατήρηση του ότι μέσα στην σεξουαλική σχέση οι συμμετέχοντες άνδρες και
γυναίκες «εξασκούνται ως αντίπαλοι»!
Καταλαβαίνουμε
έτσι ότι το ανέφικτο της γυναικείας επιθυμίας είναι εκείνο που ωθεί την γυναίκα
στο συμβιβασμό: «αφού δεν γίνεται να
είμαι η πιο επιθυμητή για όλους τους άνδρες σε όλο τον κόσμο, αφού δεν μπορώ να
είμαι η μία Γυναίκα, ας είμαι τουλάχιστον, η πλέον επιθυμητή για έναν
τουλάχιστον άντρα σε όλο τον κόσμο»! Το νόημα της παραπάνω φράσης δεν
μπορούμε να παραβλέπουμε ότι αποτελεί έναν συμβιβασμό της απόλαυσης της προκειμένου
να γίνει εφικτό το αντικείμενο της και έτσι να μπορεί να κατακτηθεί, δηλαδή να
ικανοποιηθεί.
Αυτή
είναι η Επιθυμία της μητέρας ως γυναίκας.
Ο
διχασμός της μητέρας
Ας
δούμε λίγο τώρα τον διχασμό της μητέρας: Στο βαθμό που η επιθυμία της στρέφεται
προς τον άντρα (θέλοντας να είναι «η πλέον επιθυμητή στον κόσμο για έναν
τουλάχιστον άντρα», γυναικεία επιθυμία) αποτελεί τον φαλλό για εκείνον (την
έλλειψη του δηλαδή, το χαμένο αντικείμενο του). Από την άλλη προσδοκεί να πάρει
τον φαλλό (που ενσαρκώνεται από το «παιδί», απόλαυση φαλλικής τάξης, δηλαδή
απόλαυση που αφορά στο έχειν της) από εκείνον μέσω του της αγάπης του.
Ο
αποχωρισμός
Ανάμεσα
στην μητέρα και το παιδί όλα αρχίζουν με μια σωματική επαφή κατά την οποία το
βρέφος που θηλάζει δεν είναι ακόμα διαμορφωμένο ως υποκείμενο – λόγω της
προωρότητας του. Όταν όμως εισέλθει στην διάκριση Φαντασιακό – Συμβολικό –
Πραγματικό, αντιλαμβάνεται κανείς πως η μητέρα γίνεται για το βρέφος ο Άλλος
του. Εκείνος που κατέχει την δύναμη που του δίνει το Συμβολικό, εκείνος δηλαδή
που έχει την εξουσία να προσφέρει την ομιλία. Οι λέξεις της μητέρας, οι
προσταγές και τα σχόλια της εντυπώνουν στην μνήμη την φωνή που ενίοτε σπέρνει
τον όλεθρο και κατατρέχει. Την φωνή που τόσο συχνά ο αναλυόμενος αναφέρει με το
«η μητέρα μου έλεγε ότι …». Είναι αυτή η μητέρα που πρέπει κάποιος να
παρακάμψει προκειμένου να πάψει να την υπηρετεί. Πρόκειται για έναν αποχωρισμό
που είναι αναγκαίος και που σημαίνει τον διαχωρισμό του έμβιου ζώντα οργανισμού
και το πέρασμα του τελευταίου στο επίπεδο του υποκειμένου ως αποτέλεσμα της
εξουσίας του Συμβολικού. Αυτή η τομή ονομάζεται ευνουχισμός. Στην επιτυχία
αυτής της διαδικασίας το μέσον δεν είναι η αγάπη της μητέρας για το βρέφος αλλά
η επιθυμία της ως γυναίκας. Η τελευταία είναι εκείνη που ανοίγει τον δρόμο για
την απουσία της μητέρας από το παιδί της, Μια απουσία η οποία χρειάζεται να
συμβολιστεί και είναι απολύτως αναγκαία αφού οδηγεί στον αποχωρισμό, δηλαδή
στην δημιουργία υποκειμένου.
Ήδη
από τον διχασμό της μητέρας προκύπτει και είναι σαφές ότι και στις δύο εκδοχές της
δεν έχει τον φαλλό. Αυτό, το ότι δεν έχει τον φαλλό, γενικά, γίνεται
ανιχνεύσιμο από το παιδί και «οδηγεί» το παιδί στον αποχωρισμό από εκείνη. Αλλά
ας προσέξουμε λίγο σε αυτό το σημείο παρατηρώντας αυτό το γεγονός λίγο πιο κοντά.
Όταν
η προσδοκία για παιδί πραγματοποιηθεί από τον άντρα τότε το κομμάτι του
διχασμού της μητέρας που αφορά στην φαλλικότητα της (το έχειν της) καλύπτεται.
Έχει πλέον το παιδί (τον φαλλό). Η κτητικότητα του παιδιού (του φαλλού) της επιτρέπει
να απολαύσει το παιδί. Εδώ έγκειται η βλαπτικότητα της για το παιδί το οποίο
εμποδίζεται να φτάσει στον αποχωρισμό. Απέναντι σε αυτήν την βλαπτικότητα
στέκεται ο άλλος πόλος του διχασμού της: η γυναικεία επιθυμία. Στον βαθμό που αυτός
ο πόλος λειτουργεί καθιστά την μητέρα απούσα για το παιδί της και έτσι
συνηγορεί υπέρ του αποχωρισμού της από εκείνο.
Δυστυχώς
όμως, ενώ η φαλλικότητα (δηλαδή η απόλαυση, η αγάπη) για το παιδί γίνεται
ερμηνεύσιμη από το τελευταίο αφού «φωνάζει» από μόνη της μέσω των σημείων
(σημαίνοντα – σημαινομένων) της μητέρας, δεν συμβαίνει το ίδιο με την γυναικεία
επιθυμία της. Η τελευταία είναι σιωπηλή, άρρητη. Αυτή η σιωπή αποτελεί αίνιγμα
για το παιδί. Το παιδί δεν καταφέρνει να την αποκωδικοποιήσει. Η σιωπηλή
έκφραση της είναι που δεν βοηθά το παιδί να αποδώσει σημαινόμενο σε αυτήν.
Συνοψίζοντας
μέχρι εδώ: Ενώ ο πόλος του διχασμού της μητέρας που αφορά στο «έχω παιδί» την
οδηγεί στο να είναι η ίδια καλυμμένη από το τελευταίο και άρα την καθιστά
παρούσα για εκείνο και έτσι ωθεί το παιδί να γίνει ο φαλλός για εκείνη, ο άλλος
πόλος του διχασμού της, η γυναικεία επιθυμία της, την οδηγεί στην απομάκρυνση
από το παιδί, στην «εγκατάλειψη» του, την καθιστά απούσα και έτσι οδηγεί το
παιδί μακριά από το συναίσθημα ότι είναι ο φαλλός για εκείνη και το ωθεί στην
βούληση να «αποκτήσει» το φαλλό το ίδιο.
Είτε
διεστραμμένο είτε ψυχωτικό παιδί
Είναι
σαφές λοιπόν, ότι όταν η φαλλικότητα κυριεύσει την μητέρα, όταν η γυναικεία
επιθυμία απωθηθεί τότε η μητέρα είναι εξ ολοκλήρου καλυμμένη από το παιδί της.
Το
παιδί γίνεται όργανο στην «σεξουαλική υπηρεσία» της μητέρας. Εκείνο που εννοώ
με το σημαίνον «όργανο» που χρησιμοποιώ είναι το σώμα που εκλαμβάνεται ως
ερωτική κούκλα. Σε αυτό το επίπεδο οι επιτρεπόμενες καταχρήσεις είναι πολλές,
και η «αντί – Σαντ» αρχή, σύμφωνα με την οποία κανείς δεν έχει δικαίωμα να
μεταχειρίζεται το σώμα του άλλου παρά μόνο με την συγκατάθεση του, βρίσκει εκεί
το όριο της, διότι η σχέση μητέρας – παιδιού υπό το πρόσχημα της αγάπης και της
διαπαιδαγώγησης, είναι ανοιχτή σε κάθε λογής υπερβολές.Τότε το τελευταίο δεν «βοηθιέται»
στο να την αποχωριστεί και ως εκ τούτου ωθείται στο να πάρει την θέση του
φαλλού για εκείνη. Ακριβώς και επειδή η μητέρα αποτελεί τον Άλλο για το παιδί της,
το τελευταίο επιδιώκει να είναι ο φαλλός για τον Άλλο και αυτό διέπει όλες τις μετέπειτα
προσωπικές του σχέσεις με κάθε Άλλο. Είναι ευνόητο ότι για αυτό το παιδί οι
σχέσεις του είναι πάντα δυαδικές. Το ίδιο είναι ο φαλλός (δηλαδή το αντικείμενο
της απόλαυσης) του Άλλου και ο Άλλος είναι ο «αφέντης» του του οποίου η
επιθυμία αποτελεί εντολή για τον «δούλο» του. Έτσι διαπλάθεται η διεστραμμένη
δομή.
Όταν
όμως η γυναικεία επιθυμία κυριαρχήσει έναντι της φαλλικότητας τότε η
εγκατάλειψη βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη. Η σιωπή είναι απόλυτη και
στοιχειώνει το εύρος των περιθωρίων που δημιουργεί η παράταξη στην φαλλική
σειρά, Έτσι το παιδί δεν βρίσκει μια ύπαρξης μέσα σε αυτήν την σειρά. Στην
περίπτωση αυτή η μητέρα είναι υπερβολικά γυναίκα, δοσμένη αλλού, σε σημείο που
γίνεται τόσο Άλλη ώστε δεν μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Τώρα
αντί να έχουμε το παιδί – όμηρο της μητέρας
έχουμε εμπρός μας το παιδί – όλεθρο.
Λέξη που υποδηλώνει την ισοπέδωση κάθε σημείου αναφοράς. Λέξη που προχωρά πέραν
από συγκρούσεις και αντιπαλότητες οι οποίες χαρακτηρίζουν το φαλλικό επίπεδο.
Πρόκειται για ένα καθεστώς το οποίο αναγάγει την μητέρα σε κάτι αδιανόητο. Έτσι
πλάθεται η ψυχωτική δομή.
Μια
αγάπη με όνομα
Τελικά, τι βαρύτητα έχει η αγάπη μιας μητέρας
στον εξανθρωπισμό του παιδιού της; Τα
φαινόμενα του ιδρυματισμού αποδεικνύουν περίτρανα πως οι φροντίδες του σώματος
δεν είναι το παν: ο εξανθρωπισμός του μικρού ανθρώπινου όντος περνά μέσω μιας
ανώνυμης επιθυμίας. Άρα, η μητρική αφοσίωση αξίζει πολύ περισσότερο για ένα
παιδί ακριβώς επειδή η μητέρα δεν είναι εξ ολοκλήρου δική του, ούτε εξ ολοκλήρου
αλλού, μέσα σε ένα αξεδιάλυτο «αλλού». Επιπλέον, η γυναικεία της αγάπη οφείλει
να μπορεί να αναφερθεί σε ένα όνομα, εν προκειμένω, στο όνομα ενός άνδρα, ενός οποιουδήποτε
άνδρα, όμως το γεγονός και μόνο ότι μπορεί να κατονομαστεί αρκεί για να μπορεί
να λειτουργήσει ως όριο για την μετωνυμία του φαλλού αλλά και για την αδιαφάνεια,
για το σκοτάδι του απόλυτου Άλλου. Μόνο υπό αυτή την προϋπόθεση το παιδί θα
μπορέσει να εγγραφεί σε μια εξατομικευμένη επιθυμία.