Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

Η πιο μεγάλη ερωτική πράξη.

«Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες,
ένας άντρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα «σπίτια»,
πήρε μια γυναίκα,
μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο,
αντί να γδυθεί και να επαναλάβει την αιώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφήσει
να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές,
«εδώ έρχονται για άλλα πράγματα»,
οι άλλοι επ’ έξω δώστου χτυπήματα στην πόρτα.
Με τα πολλά άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές
– ακούς εκεί διαστροφή να θέλει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα.
Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανείς δεν τον ξανάδε πια.
Και μόνο εκείνη η γυναίκα,
θα’ρθεί η αναπότρεπτη ώρα μια νύχτα, που θα νοιώσει τον τρόμο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθιά,
την πιο μεγάλη ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της». 
  
Ένα θαυμάσιο κείμενο του Τάσου Λειβαδίτη για να μας θυμίσει ότι «η πιο μεγάλη ερωτική πράξη» είναι «το κλάμα ενός άντρα στα πόδια μιας γυναίκας»! Να το θέσω λίγο διαφορετικά απαντώντας στο παμπάλαιο ερώτημα «τι θέλει να πει ο ποιητής»;

Πρόκειται για το «κλάμα ενός αγοριού στα πόδια της μητέρας του»!

Ναι, μην απορείτε. Αυτό υπονοεί ο ποιητής. Ναι, αυτή είναι η «πιο μεγάλη ερωτική πράξη». Βλέπετε, το σημαίνον «γυναίκα» δεν υπάρχει στο ασυνείδητο του υποκειμένου. Δημιουργείται μετά τον ευνουχισμό. Στο ασυνείδητο υπάρχει μόνο το «μητέρα». Μόνο μετά τον ευνουχισμό «συμπεραίνεται» από το μικρό αγόρι πως το «μητέρα» σημαίνει «γυναίκα». Θα έλεγα πως το δεύτερο καθίσταται σημαινόμενο του πρώτου για το υποκείμενο. Ξέρετε που οφείλεται αυτή η παρεξήγηση, έτσι δεν είναι; Μα στο γεγονός ότι το ζεύγος «γυναίκα – άντρας» δεν βιώνεται από το υποκείμενο. Το μόνο ζεύγος που είναι στην διάθεση του υποκειμένου είναι το «μητέρα – πατέρας».

Το «γυναίκα» λοιπόν, αποτελεί ένα συμπέρασμα του υποκειμένου και όχι ένα βίωμα. Λάθος συμπέρασμα βγάζουμε, θα μου πείτε. Λάθος ή σωστό, αυτό είναι. Ο έρωτας είναι μια λειτουργία για το υποκείμενο, αδιάφορο αν είναι αγόρι ή κορίτσι. Μια λειτουργία που τίθεται σε ισχύ, για το υποκείμενο κάθε φορά που ερωτεύεται. Αυτή η λειτουργία που λαμβάνει «χώρα και οστά» όταν συνδέεται το υποκείμενο με την «μητέρα». Πρόκειται για ασυνείδητη λειτουργία. Τίθεται σε ισχύ – ερωτευόμαστε – πάντοτε όταν συναντάμε την «μητέρα». Εκείνη την «μητέρα» που απωλέσαμε όταν επήλθε ο ευνουχισμός. Τα αιτήματα μας, στο καθεστώς του έρωτα, είναι τα ίδια με εκείνα προς την μητέρα προ του ευνουχισμού μας. Αδιάφορο αν ήμαστε αγόρια ή κορίτσια, αδιάφορο αν το αντικείμενο του έρωτα μας είναι άντρας ή γυναίκα. Σε συνθήκες έρωτα, απέναντι μας έχουμε μόνο την «μητέρα» που κάποτε βιώσαμε και την χάσαμε όταν ευνουχιστήκαμε, και κάθε φορά που την ξαναβρίσκουμε συγκλονιζόμαστε. Και η λειτουργία που βιώνουμε είναι πάντοτε μητρική!

Πες μου την σχέση που είχες με την μητέρα σου, να σου πω πως ερωτεύεσαι!

Πράγματι, εγκαλούμε την «μητέρα» με την κραυγή μας, με το κλάμα μας. Είναι η πρώτη εκδήλωση μας προς τον Άλλο (την μητέρα) ότι ζούμε, ότι υπάρχουμε. Είναι αυτό το κλάμα, αυτή η κραυγή που ενώ για μας σημαίνει «αναγνώρισε με, υπάρχω» για εκείνη – που αποτελεί τον πρώτο Άλλο μας – εγείρει το ερώτημα «τι θέλεις;». Και αυτό το «τι θέλεις» σηματοδοτεί μια τρύπα μέσα της. Ένα αίνιγμα. Το κλάμα μας είναι ένα σημαίνον για εκείνη. Ένα σημαίνον χωρίς σημαινόμενο, χωρίς να έχει αποκωδικοποιηθεί ακόμα από εκείνη. Η σημασία του κλάματος – ως σημαίνοντος – είναι έωλη για εκείνη. Ναι, κάτι σημαίνει, αλλά τι; Ενώ, λοιπόν, η μητέρα είναι ο Άλλος για το άγουρο μικρό της, για εκείνη το κλάμα του είναι αίνιγμα. Και όπως κάθε αίνιγμα δημιουργεί το άγχος της. Αυτό το επώδυνο άγχος της την κινητοποιεί. Στην προσπάθεια της να αποκωδικοποιήσει το σημαίνον αρχίζει να προσφέρει φροντίδα: φαγητό, νερό, ύπνο, καθαριότητα, χάδι, αγκαλιά, ομιλία (προπαντός ομιλία) κ.λπ. Ελπίζοντας να σταματήσει εκείνο το κλάμα έτσι ώστε – την στιγμή που θα σταματήσει – θα πιστέψει ότι επιτέλους βρήκε την σημασία του σημαίνοντος και τώρα το άγχος της «πάει περίπατο». Το αίνιγμα έπαψε πια να είναι αίνιγμα. Η μητέρα ως ερμηνευτής λοιπόν, φροντίζει το μικρό της. Όλες αυτές οι φροντίδες σημαίνουν κατάθεση λίμπιντο από το σώμα της. Όλη αυτή η κατατεθειμένη λίμπιντο συνιστά ανάπτυξη συναισθημάτων, άρα «δέσιμο» με το αινιγματικό (και για αυτό «υπερβατικό») μικρό της.

Από την μεριά του μικρού της όμως, τι σηματοδοτεί όλη αυτή η φροντίδα από τον Άλλο; Σηματοδοτεί την αποδοχή, από εκείνον, της ύπαρξης του. «Υπάρχω επειδή εκείνη με φροντίζει». Γεγονός που σημαίνει: «δεν με ενδιαφέρει η φροντίδα της αλλά αυτό που η τελευταία σημαίνει για μένα. Σημαίνει ότι καταθέτει την λίμπιντο της σε μένα. Καταθέτει το συναίσθημα της σε μένα. Αυτή είναι η κατάθεση που με ενδιαφέρει. Με άλλα λόγια, υπάρχω επειδή εκείνη καταθέτει το συναίσθημα της σε μένα. Και γω θα την έχω ευχαριστημένη για να μην σταματήσει να καταθέτει το συναίσθημα της σε μένα. Θα κοιμηθώ λοιπόν, θα φάω, θα πιώ νερό, θα της μιλήσω, όχι γιατί το χω ανάγκη αλλά για να την κρατώ ευχαριστημένη έτσι ώστε να εισπράττω το συναίσθημα της και έτσι να απολαμβάνω της ύπαρξης μου!». Το άγουρο μικρό είναι τώρα ερμηνευτής της μητέρας του.
Να ποια είναι η μητρική λειτουργία. Να πως λειτουργεί η μητέρα ως Άλλος για το παιδί. Πρόκειται για μια σχέση που βασίζεται σε δύο ερμηνείες. Ο Έρωτας είναι πάνω από όλα το καθεστώς στο οποίο λαμβάνουν χώρα δυο ερμηνείες. Αυτή η μητέρα «χάθηκε» με τον ευνουχισμό. Αυτό το αντικείμενο ξαναβρίσκεται κάθε φορά που ερωτευόμαστε. Είναι εκείνη η στιγμή που η μητρική λειτουργία μπαίνει σε ισχύ. Όμως, εδώ δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι «η μητέρα» δεν ανάγεται πάντα σε Άλλον μόνο, αλλά ενίοτε γίνεται και ένας απόλυτος Άλλος ο οποίος ενσαρκώνει το σημαίνον «γυναίκα» και το οποίο έχει κεφαλαιώδη σημασία για το παιδί. Αυτό θα δοκιμάσω να εκθέσω στην επόμενη ανάρτηση μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου