Το
ασυνείδητο, για το οποίο έγινε λόγος στην ανάρτηση μου «Το Σπίτι του Ασυνειδήτου», είναι «φτιαγμένο» από σημαίνοντα.
Δηλαδή, σκέψεις, εικόνες, λέξεις. Αυτά αποτελούν το Πραγματικό του υποκειμένου. Τα σημαίνοντα αυτά είναι απωθημένα. Η
ψυχαναλυτική θεραπεία, λοιπόν, συνίσταται στην ανάδυση των απωθημένων
σημαινόντων τα οποία πρέπει να αρθρωθούν στην ομιλία ως ασυνείδητη σημαίνουσα
αλυσίδα.
Στην διάρκεια αυτής της εργασίας το υποκείμενο επεξεργάζεται την
παραγνωρισμένη Αλήθεια του. Το
καθεστώς κάτω από το οποίο μιλάει το ομιλούν υποκείμενο είναι ότι: αφενός η
επιθυμία είναι αθεράπευτη και αφετέρου η ενορμητική ικανοποίηση δεν
παρακάμπτεται. Το εν λόγω καθεστώς οφείλει να αναλάβει πλήρως το υποκείμενο που
μιλά. Η ψυχανάλυση ονομάζει αυτή την διαδικασία «σημαινοποίηση».
Η
Αλήθεια του υποκειμένου βρίσκεται στην σχέση του σημαίνοντος με το σημαινόμενο.
Αυτή ακριβώς την σχέση την ονομάζουμε Προσποιητό.
Ξέρετε, η σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου, κατά την διάρκεια της ομιλίας,
είναι αυτόματη. Αυτός ο αυτοματισμός καθιστά την σχέση αλγοριθμική. Ωστόσο,
πρέπει να διακρίνουμε το σημαίνον από το σημαινόμενο έτσι ώστε να ξεφύγουμε από
την πλάνη ότι η άρθρωση των δύο είναι νομοτελειακή. Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι
βάσει του τρόπου που ένα σημαίνον αρθρώνεται με ένα άλλο προκύπτουν διακριτά
αποτελέσματα για το σημαινόμενο. Η φράση «ο
Λευκός Οίκος ανακοίνωσε…» αποτελεί μια μετωνυμία στην οποία το σημαίνον
«Λευκός Οίκος» υποκαθιστά το σημαίνον «Πρόεδρος των ΗΠΑ» λόγω συνάφειας (όπως
θα έλεγαν οι γλωσσολόγοι μια κατά πλάτος
σχέση). Όμως η φράση «Σκυλίσια ζωή» αποτελεί μια μεταφορά (μια κατά βάθος σχέση).
Αυτή
σύνδεση δύο σημαινόντων και η επίδραση που έχουν στο σημαινόμενο φαίνεται
καλύτερα στην περίπτωση των αντωνύμων όρων
ως ζευγών. Έχουμε τις κατηγορίες των αντωνύμων: α) Αντιφατικά, όπως «θνητός –
αθάνατος», τα οποία δεν επιδέχονται καμιάς μεσολάβησης μεταξύ τους β) Αντίθετα,
όπως τα «ανώτερος – κατώτερος» και «πλούσιος – φτωχός», τα οποία αποδέχονται
μια κάποια μεσολάβηση ανάμεσα τους γ) Αντίστροφα, όπως «άντρας – γυναίκα» ή
«πουλώ – αγοράζω», τα οποία έχουν ως επακόλουθο συντακτικές μεταβολές και
συνεπάγονται μια συμπερασματική σχέση του είδους «αν … τότε».
Ας
πάρουμε τώρα, για παράδειγμα, τα «πουλώ – αγοράζω».
Σύμφωνα
με την ρητορική προκείμενη «πουλάμε αυτό
που κατέχουμε και αγοράζουμε αυτό που χρειαζόμαστε», τότε η σχέση ανάμεσα
στα «πουλώ», «αγοράζω», «κατέχω» και «χρειάζομαι» παίρνει την μορφή του
παρακάτω λογικού τετραγώνου:
Τα «κατέχω – χρειάζομαι» εκπροσωπούν δύο
αντίθετα. Τα «πουλώ – αγοράζω» δύο αντίστροφα ενώ τα «πουλώ – χρειάζομαι» και
«κατέχω – αγοράζω» δύο αντιφατικά. Επειδή το «πουλώ» συνεπάγεται και το «κατέχω»
καθώς επίσης και το «αγοράζω» συνεπάγεται το «χρειάζομαι» η σχέση τους είναι
συμβατή.
Ας
δούμε όμως την ρητορική προκείμενη «όποιος
αγοράζει, παίρνει κάτι, ενώ όποιος πουλά, δίνει κάτι». Το τετράγωνο μας
τώρα παίρνει το παρακάτω σχήμα:
Τα
«παίρνω – δίνω» δεν είναι πλέον αντίθετα, αλλά αντίστροφα, όπως και τα «πουλώ –
αγοράζω». Τα «δίνω – αγοράζω» και «παίρνω – πουλώ» είναι αντιφατικά, ενώ επειδή
όταν «πουλώ» συνεπάγεται «δίνω» και όταν «αγοράζω» συνεπάγεται «παίρνω» η σχέση
τους είναι συμβατή.
Από
το παραπάνω παράδειγμα συμπεραίνουμε ότι τα «πουλώ – αγοράζω» ενώ και στις δύο
προκείμενες παραμένουν αντίστροφα η σύνδεση τους με τα «κατέχω» και
«χρειάζομαι», στην πρώτη προκείμενη, και με τα «παίρνω», «δίνω» στην δεύτερη
προκείμενη, έχουν διαφορετικά αποτελέσματα σε ό,τι αφορά στο σημαινόμενο των
δύο φράσεων.
Τόσο
η μεταφορά όσο και η μετωνυμία αλλά καθώς και η χρήση των αντωνύμων
σηματοδοτούν παραδείγματα νόμων του σημαίνοντος οι οποίοι επιβάλλονται στο
Πραγματικό του κάθε υποκειμένου όταν το τελευταίο «παγιδεύεται» από το
σημαίνον. Τα όσα γράφτηκαν μέχρι τώρα είχαν ως στόχο να κάνουν σαφέστερους τους
νόμους του σημαίνοντος τους οποίους ασυνείδητα υπηρετούμε όταν μιλάμε.
Ενώ
λοιπόν, το «πουλώ – αγοράζω» μπορεί να υπάρχει στην συνείδηση μας αλλά και στο
ασυνείδητο κάποιου υποκειμένου, η συμβατότητα του ζεύγους, σε επίπεδο
συνείδησης, μπορεί να συνδέεται με το «δίνω» και «παίρνω» αντίστοιχα, αλλά στο
επίπεδο του ασυνειδήτου να συνδέεται με το «κατέχω» και «χρειάζομαι»
αντίστοιχα. Κατανοούμε έτσι ότι άλλο είναι το σημαινόμενο συνειδησιακά και άλλο
σε επίπεδο ασυνειδήτου.
Ας
επανέλθουμε όμως στην διαδικασία «σημαινοποίησης» προκειμένου να διαπιστώσουμε
τις δύο λειτουργίες βάσει των οποίων ολοκληρώνεται.
Α)
Στοιχειοποίηση: Πρώτον, το Πραγματικό συλλαμβάνεται ως στοιχείο. Στο ξεκίνημα
τίποτε δεν υποδεικνύει ότι το Πραγματικό παρουσιάζεται με την μορφή ξεχωριστών
στοιχείων, ικανών να γίνουν σημαίνοντα. Άρα, αρχικά η σημαινοποίηση είναι μια
στοιχειοποίηση.
Β)
Νομιμοποίηση: Μόλις το Πραγματικό σημαινοποιηθεί τότε αυτό σημαίνει ότι
παγιδεύεται πλέον από τους νόμους του σημαίνοντος – τέτοιους σαν αυτούς που
περιγράψαμε παραπάνω. Αυτό πάει να πει ότι παγιδεύεται από μια γνώση που
παρουσιάζεται υπό την μορφή νόμων.
Προσέξτε
όμως εδώ, τούτη η γνώση (δηλαδή η σύνδεση σημαινόντων μεταξύ τους) προϋπάρχει
του υποκειμένου, άρα και του ασυνειδήτου του, άρα και του Πραγματικού του. Με
άλλα λόγια, η άρθρωση σημαινόντων δεν προϋποθέτει την αναφορά στο Πραγματικό.
Το Πραγματικό παγιδεύεται στους νόμους του σημαίνοντος, όχι το αντίθετο. Οι
νόμοι υπάρχουν ανεξάρτητα της ύπαρξης ή όχι του Πραγματικού του υποκειμένου.
Για αυτό και ο όρος προσποιητό: Δεν υποτάσσεται το σημαίνον στο Πραγματικό αλλά
αυτό που συμβαίνει είναι το αντίθετο.
Το
Προσποιητό σημαίνει επίσης μια εξαπάτηση του υποκειμένου. Η ρητορική σας
επιτρέπει να κάνετε τους έξυπνους, εκμεταλλευτείτε την, έως ότου σας ανακαλέσει
στην τάξη το άγχος, το μοναδικό συναίσθημα που δεν εξαπατά, που αντιστοιχεί
στην αινιγματική επιθυμία του
Άλλου. Αυτό σημαίνει ότι όλα τα άλλα συναισθήματα εξαπατούν, και αυτό διότι
είναι προσποιητά και μετατοπίζονται. Το μόνο συναίσθημα που δεν εξαπατά είναι
το άγχος και αυτό διότι δεν έχει αντικείμενο. Τελικά, αυτό που εξαπατά είναι η
σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου.
Αντίθετα,
εκεί όπου η σχέση δεν εγκαθίσταται, από την μια το σημαίνον παίζει το παιχνίδι
μόνο του και από την άλλη δεν υπάρχει μια σημασία να ξεδιπλώσει τις πλάνες της,
παρά μόνο η βεβαιότητα και το άγχος ότι κάτι θέλει να πει χωρίς να ξέρουμε τι.
Εδώ παρακάμπτουμε όλους τους νόμους του σημαίνοντος. Το αίνιγμα και η έκπληξη
αποτελούν ιδιαίτερες περιπτώσεις αυτού του γεγονότος που περιγράφω (βλ. στην
ανάρτηση «Από την μια: έκπληξη, θαυμασμός. Από την άλλη: αίνιγμα, άγχος». https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2019/01/blog-post_16.html)
Από
την πλευρά της ψύχωσης εμφανίζεται το σημαίνον χωρίς να αρθρώνεται με το
σημαινόμενο. Υπάρχει αποσύνδεση μεταξύ των δύο. Γεγονός που μας ειδοποιεί ότι
δεν είναι απαραίτητο να συνδέεται το σημαίνον με το σημαινόμενο. Εδώ, ο Άλλος
είναι διαγραμμένος. Το σημαίνον αυτού του «διαγραμμένου Άλλου» υπάρχει
«ελεύθερο», μη αρθρωμένο πάει να πει, από κάποιο άλλο σημαίνον το οποίο
αποτελεί και το σημαινόμενο του.
Αυτό το σημαινόμενο εμφανίζεται στην ψύχωση
υπό την μορφή αγχωτικών ή παροξυστικών φαινομένων, και αποτελεί το τίμημα της
ψύχωσης. Μπορείτε να έχετε στο μυαλό σας μια περίπτωση όπου κάποιος διηγείται
την στιγμή της πυροδότησης της ψύχωσης του, εξαιτίας μιας επιπλέον λέξης από την πλευρά του συντρόφου.
Αυτόματα, μέσω μιας
αλυσιδωτής αντίδρασης, το σημαίνον και το σημαινόμενο διαχωρίζονται. Όπως
χρειάζεται ένα σημείο διαρραφής για να καρφωθούν τα σημαίνοντα στα σημαινόμενα,
παρομοίως, αν το αγγίξουμε σε ένα μόνο σημείο, μπορούμε να προκαλέσουμε
κραδασμούς στο σύνολο του συστήματος σημαίνον – σημαινόμενο ενός υποκειμένου.
Στον
μη ψυχωτικό, η σχέση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου είναι ρευστή. Το
σημαίνον εξαλείφεται αμέσως ενώ παθιαζόμαστε για την σημασία που αναπτύσσεται.
Όμως, η σημασία δεν αποτελεί την εγγύηση για όσα το σημαίνον λέει. Υπάρχει μια
διαφορά μεταξύ τους. Με όρους εξίσωσης θα έγραφα:
Σημαίνον
= Σημαινόμενο + Έκπληξη.
Πλησιάζουμε
την πραγματική ψυχική υγεία όταν αντιλαμβανόμαστε ότι το σημαίνον δεν φθίνει, έχει
την δική του πυκνότητα, ότι το σημαίνον που γεννά το σημαινόμενο δεν πεθαίνει
στην αγκαλιά του και ότι τα σημαίνοντα συνομιλούν μόνο με σημαίνοντα.
Οι
ψυχωτικοί το έχουν καταλάβει πολύ καλά: τα σημαίνοντα συμφωνούν μεταξύ τους και
γενικά δεν θέλουν το καλό μας. Αυτή την αστραπή διαύγειας την έχουμε στην
έκπληξη.
Έτσι, το φυσιολογικό δεν είναι η άρθρωση του σημαίνοντος και του σημαινομένου. Το αίνιγμα είναι ο κανόνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου