Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020

Τα Νέα της Αλεξάνδρας

 

«Στ’ ορκίζομαι Βαγγέλη μου/ για κάτσε να τα πούμε/ στο τάβλι αυτό που παίζουμε στο ούζο που θα πιούμε/ Στ’ ορκίζομαι Βαγγέλη μου/ Βαγγέλη να σε θάψω/ αυτή θα την εκδικηθώ αυτή θα την εκάψω/ Για άκουσε τα νέα της Αλεξάνδρας/ που μου ‘λεγε δεν ξέρει τι θα πει άντρας/ Κι εχτές τ’ απομεσήμερο βγήκε για να ψωνίσει/ κι η ώρα πήγε τέσσερις κι ακόμα να γυρίσει/ Και ψάχνοντας και ψάχνοντας τη βρήκα στου Μιχάλη/ να παίρνει τα σκονάκια της μαζί με το μπακάλη/ Αυτά λοιπόν τα νέα της Αλεξάνδρας/ που μου ‘λεγε δεν ξέρει τι θα πει άντρας/ Και σήμερα ξεκίνησε να πάει για τη μοδίστρα/ που κάθεται σ’ ένα στενό κοντά στη Βαγγελίστρα/ Και μου ‘παν πως την είδανε/ να βγαίνει χέρι χέρι μαζί με το Χαράλαμπο από το Ροζινκλαίρι /Αυτά λοιπόν τα νέα της Αλεξάνδρας που μου ‘λεγε δεν ξέρει τι θα πει άντρας».

Ξεκίνησα την σημερινή αφήγηση μου με τους στίχους ενός τραγουδιού την μουσική του οποίου οφείλουμε στον Κώστα Γιαννίδη. Ναι, το τραγούδι δεν είναι ρεμπέτικο! Ίσως αποτελεί την «απάντηση» του «ελαφρού» Κώστα Γιαννίδη στους λαϊκούς της εποχής του: «Εγώ μπορώ άνετα να μπω στα λημέρια σας, εσείς μπορείτε να μπείτε στα δικά μου;». Βλέπετε, ο ανταγωνισμός αποτελεί μύχιο συναίσθημα κάθε υποκειμένου πολλώ δε μάλλον ανάμεσα στους καλλιτέχνες.

Και μια και έγραψα καλλιτέχνες να πω ότι ο ερμηνευτής του κομματιού είναι ο Βαγγέλης Περπινιάδης. Πρόκειται για τον «Βαγγέλη» του τραγουδιού. Γιος του μυθικού Στελλάκη Περπινιάδη (ο κορυφαίος προπολεμικά ερμηνευτής) ο οποίος γεννήθηκε στην Κοκκινιά και έχει ηχογραφήσει πάνω από 1500 τραγούδια. Τραγούδησε συνθέσεις γνωστών πολλών μεγάλων δημιουργών. Αυτός είναι ο «Βαγγέλης» στο οποίο απευθύνεται ο στιχουργός.

«Στιχουργός»…μόλις τώρα είπα την λέξη κλειδί. Ποιος είναι ο στιχουργός; Πάνω στον σαρανταπέντε στροφών δίσκο που κυκλοφόρησε στα 1961 διαβάζουμε «Κώστας Γιαννίδης», επίσης. Όπως δηλαδή και στην σύνθεση. Η μόνη διαφορά είναι ότι άμα θέλουμε το πιστεύουμε! Θα τεκμηριώσω στην συνέχεια αυτή μου την ένσταση, μην βιάζεστε.

Μέχρι τώρα σας περιέγραψα το σκηνικό της θεατρικής σκηνής καθώς και τους κομπάρσους. Ας έλθω τώρα και στην πρωταγωνίστρια που δεν είναι άλλη από την Αλεξάνδρα! Ποια είναι η «Αλεξάνδρα» του τραγουδιού;

«Η 18χρονη Αλεξάνδρα ήρθε στο Αιγάλεω από τη Μάνη για να μάθει ραπτική. Έμενε σε ένα σπίτι με συγγενείς της, τότε που στη γειτονιά είχε μόνο προσφυγικά σπίτια και πολλά δωματιάκια με κοινή αυλή» μας πληροφορεί η Αργυρώ Μουστάκα Βρεττού στη σελίδα της στο facebook. Και συνεχίζει λέγοντας μας: «Ήταν πολύ όμορφη. Δεν πήγαινε πουθενά αλλού, εκτός από το σπίτι, τη μοδίστρα και το περίπτερο». Διαβάζοντας τούτες τις λέξεις μου έρχονται, αυθόρμητα, το νου τα λόγια του Αρθούρου Σοπενχάουερ (1788-1860)ν «Η όμορφη γυναίκα είναι στολίδι και η καλή θησαυρός!». Επίσης, Περιστεριώτης καθώς είμαι (άρα γείτονας της συνοικίας Αιγάλεω) κατάλαβα ότι το «σήμερα ξεκίνησε να πάει για τη μοδίστρα/ που κάθεται σ’ ένα στενό κοντά στη Βαγγελίστρα» αναφέρεται στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας που βρίσκεται κοντά στο κέντρο του Περιστερίου.

Εδώ ας σταματήσω την αφήγηση της Αργυρώς Μουστάκα Βρεττού στην οποία, βεβαίως, θα επανέλθω, για να πάω στο σενάριο που εδώ και 60 και πλέον χρόνια «σημαδεύει» το όνομα της Αλεξάνδρας: «Πραγματική ιστορία είναι η Αλεξάνδρα. Τελικά την σκότωσε ο αδελφός της για να ξεπλύνει, όπως είπε, την ντροπή επειδή δεν ήταν φρόνιμη. Τον έβαλε, λένε, το σόι να το κάνει, γιατί δεν ξεπλενόταν εύκολα. Ο άνθρωπος αυτός το μετάνιωσε βέβαια, αλλά το φονικό είχε γίνει. Την ιστορία μου μετέφερε ένας φίλος, που έμενε τότε στην Αμφιάλη και εκείνα τα χρόνια ήταν κοντινό το γεγονός…»   

Αυτό το σενάριο συνοδεύει την πρωταγωνίστρια, 60 και πλέον χρόνια τώρα, και με βάση αυτό «δημιουργήθηκαν» οι στίχοι του εν λόγω τραγουδιού που φέρει και το όνομα «Το Τάβλι», εκεί στα 1961.

Πρόκειται δηλαδή, για ένα έγκλημα «τιμής». Ένα έγκλημα το οποίο «επέβαλλε» ο Μεγάλος Άλλος της εποχής, Η πρωταγωνίστρια μας δεν υπήρξε «φρόνιμη», για τα δεδομένα του κοινωνικού Άλλου, και ως εκ τούτου, υπήρξε θύμα της «τιμωρίας» του. Ύβρις και Νέμεσις. Υβριστής είναι το υποκείμενο Αλεξάνδρα. Να θυμίσω εδώ ότι στον αρχαίο κόσμο θεωρούνταν ότι κάποιος διέπραττε «βριν» όταν παρουσίαζε συμπεριφορά με την οποία επιχειρούσε να υπερβεί τη θνητή φύση του και να εξομοιωθεί με τους θεούς, με συνέπεια την προσβολή και τον εξοργισμό τους. Η βίαια, αυθάδης και αλαζονική αυτή στάση/συμπεριφορά, που αποτελούσε παραβίαση της ηθικής τάξης και απόπειρα ανατροπής της κοινωνικής ισορροπίας και γενικότερα της τάξης του κόσμου, πιστευόταν ότι (επαναλαμβανόμενη, και μάλιστα μετά από προειδοποιήσεις των ίδιων των θεών) οδηγούσε τελικά στην πτώση και καταστροφή του «υβριστού» (βρις > βρίζω > βριστής). Νέμεσις, δηλαδή τιμωρός της «ύβρεος» το χέρι του αδελφού της που αφαιρώντας την ζωή επαναφέρει την «κοινωνική τάξη», δηλαδή ικανοποιεί τον Μεγάλο Άλλο.

Με ψυχαναλυτικούς όρους λοιπόν, ο ευνουχισμένος και απόλυτος Μεγάλος Άλλος δεν επιτρέπει την απόλαυση της γυναίκας. Δεν επιτρέπει την ερωτομανία της. Για εκείνον η απόλαυση είναι απαγορευμένη. Το γνωρίζουμε πολύ καλά αυτό όλοι εμείς που μεγαλώσαμε με το «τι θα πει ο κόσμος», έτσι δεν είναι; Το σημαίνον του – τουλάχιστον εκείνη την εποχή – ήταν «φρόνιμη» σε ό,τι αφορούσε στην γυναίκα. Η απόλαυση της γυναίκας Αλεξάνδρας αποτελούσε την «ύβρη» της. Η ερωτομανία που αποτελεί το σύμπτωμα της Γυναίκας συνιστά την απόλαυση της Αλεξάνδρας και αυτή απαγορεύεται. Την καθιστά παραβάτη του Νόμου. Της κανονικότητας. Η τελευταία πρέπει να αποκατασταθεί. Οι συστάσεις δεν αρκούν: εκείνη επιμένει να λειτουργεί ως Γυναίκα. Πρέπει να εκλείψει, λοιπόν. «Πρέπει», για να επανέλθει η κανονικότητα. Ο Νόμος είναι πάνω από την απόλαυση. Για αυτό υπάρχει, άλλωστε. Για να μας θωρακίσει από την εισβολή της. Ποιος ευθύνεται λοιπόν, για αυτό το έγκλημα; Μα η «μη φρόνιμη», η διεστραμμένη Αλεξάνδρα. Αυτή που όταν την προειδοποιούσαν απαντούσε ειρωνικά: «Ποια εγώ; Μα εγώ δεν ξέρω τι θα πει άντρας!». Και όχι μόνο απαντούσε ειρωνικά στην σύσταση αλλά και «ψάχνοντας τη βρήκα στου Μιχάλη, να παίρνει τα σκονάκια της μαζί με το μπακάλη». Για όσους απορούν με το σημαίνον «σκονάκια» θα γράψω μόνο τούτο: «Παίρνω το σκονάκι μου» γεύομαι κάτι, απολαμβάνω κάτι, ιδίως σε μικρή ποσότητα και νιώθω ευχαριστημένος: «και ψάχνοντας και ψάχνοντας την βρήκα στου Μιχάλη, να παίρνει τα σκονάκια της μαζί με τον μπακάλη». Από την εικόνα του ναρκομανή που, μόλις πάρει το σκονάκι του, νιώθει ευτυχισμένος.

Αυτά λοιπόν, είναι «Τα Νέα της Αλεξάνδρας» εδώ και εξήντα περίπου χρόνια.

Τώρα, λοιπόν, και μετά την παραπάνω ανάλυση ας επανέλθω, λίγο πριν το τέλος, στην συνέχεια των όσων μας πληροφορεί η Αργυρώ Μουστάκα Βρεττού:

«…Στο περίπτερο καθόταν με τη θεία μου τη Μαίρη, συνομήλικες τότε. Αρραβωνιασμένη και ερωτευμένη, κάτι τη βασάνιζε αλλά φοβόταν να μιλήσει. Οι φίλες της όμως καταλάβαιναν.

Η σπιτονοικοκυρά της Ε., σχεδόν 80 πια, δε μπορεί να ξεχάσει την εικόνα με το κεφάλι της ανοιγμένο και τα μυαλά χυμένα στον τοίχο.

Έκανε πολλές απόπειρες να τη βιάσει ο θείος της, ο ίδιος ο αδερφός της μάνας της κι εκείνο το βράδυ, η Αλεξάνδρα, φαίνεται, αντιστάθηκε όσο ποτέ.

Της τίναξε τα μυαλά με το όπλο του.

Αν τώρα, στο 2020, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που λένε για την Ελένη Τοπαλούδη, ότι προκάλεσε, ότι εκδιδόταν, αν τώρα πέφτουν ισχυρά μέσα να καλύψουν τους φρικτούς δολοφόνους της, για σκεφτείτε τότε; τότε που ακόμα τα εγκλήματα τιμής, ήταν καθημερινότητα.

Η Αλεξάνδρα δεν έπαιρνε σκονάκια με τον μπακάλη, δεν έβγαινε βόλτες, δεν ήξερε πράγματι τι θα πει άνδρας. Ούτε καν ήξερε πού είναι το «Ροζικλαίρ».

Η Αλεξάνδρα ήταν ένα φοβισμένο κορίτσι που νόμιζε ότι ο αρραβωνιαστικός της θα την έσωζε από το εφιάλτη που βίωνε καθημερινά.

Λένε ότι ο δολοφόνος ο ίδιος, ο θείος της δηλαδή, έγραψε τους στίχους και τους έδωσε. Για να μείνει στην ιστορία σαν πουτάνα.

Στ’ ορκίζομαι Βαγγέλη μου, Για κάτσε να τα πούμε;

Η Αλεξάνδρα δολοφονήθηκε από τον ανώμαλο θείο της. Και βιάζεται καθημερινά εδώ και μισό αιώνα κάθε φορά που ακούγεται αυτό το τραγούδι. Μπείτε και δείτε ακόμα τι σχόλια αφήνει ο κόσμος για την δολοφονημένη Αλεξάνδρα.

Κι αυτά είναι τα πραγματικά νέα της Αλεξάνδρας.

Υ.Γ. ακόμα και τώρα, η θεία μου φοβήθηκε όταν της είπα ότι θα το γράψω. Έχουν περάσει εξήντα χρόνια κι ακόμα φοβάται να μιλήσει γι' αυτό».

Καλή σας νύχτα, φίλοι και φίλες!  

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2020

Πες μου ποιος φόβος σε νίκησε πάλι

 

Ποιες λέξεις μέσα σου σαπίζουν και δε θέλουν να βγουν

Ποια ελπίδα σ’ οδηγεί στην πιο γλυκιά αυταπάτη

Ποια θλίψη σε κλωτσάει πιο μακριά από παντού

Πες μου ποιος φόβος σε νίκησε πάλι.

Αγγελάκας Γιάννης

Επέλεξα να ξεκινήσω το σημερινό μου αφήγημα με ένα κομμάτι από τους στίχους του Αγγελάκα παρμένους μέσα από το τραγούδι που φέρει τον τίτλο «Καινούρια Ζάλη». Πρόκειται για ένα από εκείνα τα τραγούδια που τα ακούς όταν είσαι χώμα ή θα τα ακούσεις και θα γίνεις χώμα και έχω την γνώμη ότι αυτή η κρίση δεν είναι μόνο υποκειμενική. Αυτό το κομμάτι καταφέρνει να συνδυάζει τόσο την αίσθηση της κινητικότητας αυτών που φεύγουν από μια σχέση όσο και τη μελαγχολία της στασιμότητας εκείνων που μένουν πίσω. Είναι αυτό το αίσθημα απώλειας που σε κάνει να νιώθεις ότι κόβεται η ανάσα σου και το αποτέλεσμα, πράγματι, είναι αριστουργηματικό. Και είναι έτσι διότι εμπεριέχει ένα μήνυμα: "Βάλε φωτιά σ' ότι σε καίει, σ' ότι σου τρώει την ψυχή, έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι ανοιχτοί. Είν' η αγάπη ένα ταξίδι από γιορτή σε γιορτή (ή από πληγή σε πληγή, αν προτιμάτε)" Αυτό είναι το λανθάνον μήνυμα. Όλα, τα πάντα είναι ένας δρόμος, ένας δρόμος που δεν υπόσχεται αναγκαστικά λύτρωση στο τέλος, αλλά συνεπάγεται μια μάχη, μια μάχη για να κρατήσει κανείς τον εαυτό του, όπως εκείνος γουστάρει. Όπως εκείνος τη βρίσκει.

Πρέπει εδώ όμως, να προσθέσω κάτι που πολλοί από μας δεν «συγκρατούν», κάτι που διαφεύγει της συνείδησης όσων έρχονται σε επαφή με το εν λόγω τραγούδι: ότι αυτό το αίσθημα απώλειας αποτελεί και το «απολαμβανόμενο νόημα» στο οποίο επενδύεται η λίμπιντο των υποκειμένων που διέπονται από αυτή την απώλεια.

Πρόκειται για το ίδιο «απολαμβανόμενο νόημα» που κάνει την Βιολέτα Πάρα να ομολογεί μέσα στο παραλήρημα της για την απώλεια του αγαπημένου της Φαβρ: «…Βλέπεις πια, πολυαγαπημένε, πως δεν σταματά ποτέ αυτό το πράγμα που βγαίνει απ’ το κεφάλι μου. Αν αντί για γράμματα ήταν κλωστή, θα είχα για να ράψω όλες τις πληγές του κόσμου κι ως εκ τούτου, θα μπορούσα να ράψω το μουσούδι όλων αυτών που μιλούν άσχημα για μένα κι αυτοί είναι περισσότεροι απ’ ό,τι πιστεύω»

Δεν είναι διαφορετικό από εκείνο που ώθησε τον Rodrigo, μετά την απώλεια του παιδιού του, να γράψει το adagio στο Concierto de Aranjuez.

Είναι το ίδιο «απολαμβανόμενο νόημα» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα που τον οδήγησε στο να γράψει το «Σαν επιτάφιο ποίημα» του. Να το αφιερώσει, το 1935, στον μεγάλο συνθέτη του «Αστούριας» (και όχι μόνο) Ισαάκ Αλμπένιθ, η απώλεια του οποίου οδήγησε τον ποιητή να ομολογήσει: «Από την αλμύρα του Cadiz στη Γρανάδα που δημιουργεί ένα αέναο τείχος πάνω στο νερό, πάνω σε ένα περήφανο άλογο της Ανδαλουσίας, η σκιά σου φωνάζει στο χρυσό φως. Γλυκό, μικρό χέρι, που πέθανες! Μουσική και καλοσύνη συνυφασμένες! Κοιμάσαι τώρα στον απεριόριστο ουρανό, μέσα σε κουβάρι από χιόνι, μέσα σε ένα όνειρο στο φως του χειμώνα, στο γκρίζο του καλοκαιριού…».

Αυτό που αποκαλώ «απολαμβανόμενο νόημα» στο οποίο επενδύεται η λίμπιντο κάθε υποκειμένου αποτελεί την αλήθεια του. Μια αλήθεια κρυμμένη, διαφυλαγμένη στα άδυτα του ασυνειδήτου. Η αλήθεια που όπως πολύ σωστά μας λέει ό μελαγχολικός Αρθούρος Σοπενχάουερ (1788-1860) «κάθε αλήθεια περνάει από τρία στάδια. Πρώτα γελοιοποιείται. Μετά βρίσκει σφοδρή αντίθεση. Και στο τέλος θεωρείται αυτονόητη».

Σε αυτό το «απολαμβανόμενο νόημα» θα ήθελα, αν το επιτρέπετε, να επιστήσω την προσοχή σας, φίλες και φίλοι, στο σημερινό μου σημείωμα.

Ξέρετε, στην ανάλυση υπάρχουν υποκείμενα που θυμούνται τα πάντα. Αυτό συμβαίνει επειδή σε αυτά ο λόγος βρίσκεται στην υπηρεσία της μνήμης, και εδώ υπάρχει συχνά η υπερμνησία. Θυμούνται λεπτομερέστατα την εντύπωση που τους προξένησε, στην ηλικία των δύο ετών, το γεγονός ότι η μητέρα τους έχασε την πιπίλα τους και, για να διηγηθούν τις σκέψεις που έκαναν σε εκείνη την περίπτωση, μια συνεδρία δεν είναι αρκετή. Πρόκειται για την Madame Funes, αν θελήσω να αναφερθώ στον χαρακτήρα του Μπόρχες.

Υπάρχουν επίσης εκείνοι που θέλουν να διηγηθούν όλα όσα τους συμβαίνουν. Πρόκειται για τον λόγο στην υπηρεσία του συμβάντος: τα τέσσερα όνειρα της προηγούμενης νύχτας, όλα όσα τους είπαν στην δουλειά, τι απάντησαν, το ατύχημα με το αυτοκίνητο κατά την διάρκεια της διαδρομής. Έτσι ο χρόνος μιας συνεδρίας δεν φτάνει.

 Υπάρχουν εκείνοι στους οποίους θα άρεσε να εξηγείς τα πάντα. Πρόκειται για τον λόγο στην υπηρεσία της λογικής ή της εκλογίκευσης. Για τον λόγο που «ψάχνει» το «γιατί» και δίνει την απάντηση για να αποκαταστήσει τον ιστό της αιτιότητας.

Υπάρχουν τέλος, εκείνοι για τους οποίους ο λόγος τους είναι η αδιαφάνεια τους. Πρόκειται για τον λόγο στην υπηρεσία του Μυστηρίου. Εδώ ο λόγος είναι ο χρησμός που δίνει, που παρέχει, ο Άλλος και τον οποίο προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν για να διαβάσουν την αλήθεια τους.

Μνήμη, συμβάν, λογική ή εκλογίκευση, μυστήριο, είναι όλα αυτά φορείς της σημαίνουσας πολλαπλότητας στην ανάλυση και αποτελούν εκδηλώσεις του «απολαμβανόμενου νοήματος» του υποκειμένου.

Ξέρετε γιατί χρησιμοποιώ τον προσδιορισμό «απολαμβανόμενο» μπροστά από το «νόημα» και δεν αρκούμαι μόνο να γράψω το δεύτερο; Η απάντηση βρίσκεται στο ότι όλοι αυτοί οι λόγοι αναδεικνύουν μια ρήξη για κάθε υποκείμενο. Πρόκειται για εκείνη την ρήξη της αιτιότητας ανάμεσα στην άρθρωση του λόγου – που αποτελείται από σημαίνοντα και άρα το σωστό είναι «σημαίνουσα άρθρωση» - και την απόλαυση τους. Η λίμπιντο, σε όλους αυτούς τους λόγους, και όχι μόνο, έρχεται να επενδύσει στο σημασιακό αποτέλεσμα του σημαίνοντος, έρχεται να συνδεθεί με αυτό το αποτέλεσμα. Επενδύει δηλαδή, στην σημασία και αυτό έχει ως αποτέλεσμα η τελευταία – η σημασία, ντε – να «καταπίνει» το σημαίνον. Πόσες και πόσες φορές δεν σας έχει συμβεί να αναφέρετε ένα γεγονός από την καθημερινότητα σας – απαντώντας συνήθως σε μια απλή ερώτηση του Άλλου – και πριν προλάβετε καλά – καλά να ολοκληρώσετε την περιγραφή του σπεύδετε να την συνοδεύσετε με ένα «γιατί …» ή ένα «διότι …» χωρίς να συνειδητοποιείτε ότι αυτό το τελευταίο αποτελεί μια δεύτερη απάντηση σε μια ερώτηση που όμως … δεν σας έγινε ποτέ! 

 Αυτήν την επένδυση της λίμπιντο στην σημασία αποκαλώ «απολαμβανόμενο νόημα».        

 Ας δούμε λίγο τα παραδείγματα με τα οποία ξεκίνησα το σημείωμα μου. Σε όλα υπάρχει η απώλεια. Απώλεια σημαίνει «εγώ χάνω κάτι». Τον Άλλο, στην προκειμένη περίπτωση. Από την μεριά του Άλλου προς εμένα σημαίνει «με απορρίπτει», «με αποκλείει». Από την μεριά του «είμαι αποκλεισμένος» ή «είμαι το απόρριμμα του». Δηλαδή ποια είναι η επένδυση που κάνει η λίμπιντο στο σημαίνον «απόρριμμα»;   

Ρίψη είναι το πέταγμα ενός αντικειμένου προς μια ορισμένη κατεύθυνση, ως εκ τούτου «Απόρριμμα» είναι το σκουπίδι, καθετί που απορρίπτεται σαν άχρηστο ή περιττό, εξάμβλωμα, αποτρόπαιη παρουσία, για ανθρώπους και ζώα.

Σε αυτή την σημασία επενδύει η λίμπιντο. Στην υστερία είναι προφανές, Εκεί διαπιστώνουμε την απόλαυση του υποκειμένου να μην βρίσκεται ποτέ στην θέση του. Η απόλαυση είναι οδυνηρή και είναι σαφές ότι η υστερική απολαμβάνει να μην έχει έναν δικό της τόπο. Ακόμα και όταν έχει δεν της τον έχουν δώσει με τον σωστό τρόπο. Πρόκειται για την απόλαυση «δεν είμαι εντοπίσιμη». Θα την δείτε να «αγαπάει» τα ταξίδια, την αλλαγή τόπων ύπαρξης, όπου θα γνωρίσει το «καινούργιο»: «καινούργιους» ανθρώπους, «καινούργιους» τόπους, «καινούργιες» αρχιτεκτονικές κτηρίων, «καινούργια» ήθη και έθιμα κ.λπ. Βλέπουμε το υποκείμενο, στο συμβολικό του, να προσπαθεί, να πασχίζει να επαληθεύσει, με όλους τους δυνατούς τρόπους, ότι το έχουν απορρίψει. Ότι το έχουν χωρίσει από τον τόπο του. Αυτός ο «αποκλεισμός», αυτή η «απόρριψη», ενσαρκώνεται στο σώμα εν είδει ιλίγγου ή απώλειας των αισθήσεων.

Η ίδια σημασία επενδύεται από την λίμπιντο και στον ιδεοψυχαναγκασμό. Εδώ, παίρνει την μορφή εκούσιας απόσυρσης του υποκειμένου. Απόσυρσης του από όλους τους άλλους. Αυτοαπομόνωσης του σε ένα μέρος που κατασκευάζεται σαν φρούριο. Ένα φρούριο που θα το προστατεύει από την εισβολή του άλλου με τίμημα να φυλακίζει τον ίδιο του τον εαυτό. Μέσα σε αυτό το φρούριο μπορεί να απολαμβάνει μόνος του την μοναξιά του υπό μορφή ικανή να συμπεριλαμβάνει την μαλακία (την αυνανιστική απόλαυση).

Στην πρώτη περίπτωση η έμφαση του «απολαμβανόμενου νοήματος» δίνεται στην έλλειψη. Στην δεύτερη περίπτωση, δίνεται στο συμπλήρωμα του Είναι. Έτσι, προκύπτουν δύο τρόποι συμπεριφοράς: Στην υστερία, η πανταχού παρούσα ίντριγκα, στον ιδεοψυχαναγκασμό το κακόβουλο πείσμα! Μπορώ εδώ να συμπεριλάβω την παρανοϊκή ψύχωση, κατά την οποία η σημασία του «απορρίμματος» επενδύεται σε μια ύπαρξη ξεχωριστή, εξαιρετική, η οποία «μάχεται» ενάντια στην καθολική εχθρότητα. Μια ύπαρξη που «πολεμάει» το μίσος του κάθε άλλου εναντίον του υποκειμένου και που προορίζεται για κάτι το απαράμμιλο!

Όλα αυτά αποτελούν παραδείγματα λιμπιντικής επένδυσης της σημασίας και όχι του σημαίνοντος.

Αυτό είναι το «απολαμβανόμενο νόημα» του υποκειμένου. Χωρίς την λιμπιντική του επένδυση στην σημασία – και αυτό εννοούμε στην ψυχανάλυση με τον όρο «διχασμένο υποκείμενο» - έχει κάθε λόγο να είναι νεκρό! Εκείνο που το καθιστά ζωντανό είναι το αντικείμενο μικρό – α, το ντουέντε του, αυτό δηλαδή που εμπεριέχει όλη την λίμπιντο για να επενδυθεί στην σημασία του σημαίνοντος. 

Αυτά, αγαπητοί φίλοι και φίλες, για απόψε. Νομίζω ότι σας έκανα τις συστάσεις με το «απολαμβανόμενο νόημα» και οι εντυπώσεις – όπως πάντα άλλωστε – είναι δικές σας.