Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2020

Η ανάλυση έναντι της ανοησίας βαίνει ηττημένη, πάντοτε.

 

 Η αρχή της γαλιλαιικής επιστήμης στηρίζεται ότι υπάρχει γνώση μέσα στην φύση: «Το βιβλίο της φύσης είναι γραμμένο με γεωμετρικούς χαρακτήρες». Ο ίδιος ο Galileo Galilei (1564-1642) συνήθιζε να λέει: «Η φιλοσοφία είναι γραμμένη στο εξαίσιο βιβλίο που απλώνεται μπροστά στα μάτια μας, εννοώ το σύμπαν, αλλά δεν μπορούμε να το καταλάβουμε αν δεν μάθουμε πρώτα την γλώσσα του και κατανοήσουμε τα σύμβολα με τα οποία είναι γραμμένο». Επομένως, η νεωτερική φυσική συνίσταται στην ανάδειξη της εγγεγραμμένης στο βιβλίο της φύσης γεωμετρίας.

Ακριβώς το ίδιο ισχύει και για το ασυνείδητο. Είναι φτιαγμένο από σημαίνοντα τα οποία συγκροτούν το Πραγματικό του υποκειμένου. Επομένως, η ανάλυση συνίσταται στην ανάδυση των σημαινόντων, από το ασυνείδητο, του υποκειμένου και η άρθρωση τους στην ομιλία ως ασυνείδητη σημαίνουσα αλυσίδα.

Κατά την διάρκεια της ανάλυσης το υποκείμενο επεξεργάζεται την παραγνωρισμένη του αλήθεια. Το διακύβευμα συνίσταται στο αναλάβει το ίδιο την κατάσταση του ως ομιλόν σώμα καθώς και όλων όσων αυτό συνεπάγεται: α) το γεγονός ότι η επιθυμία είναι αθεράπευτη και β) η ικανοποίηση της ενόρμησης δεν παρακάμπτεται. Η ψυχανάλυση ονομάζει αυτή την διαδικασία «συμβολοποίηση». Πρόκειται για την θεμελιώδη αρχή της ανάλυσης και αποτελεί την κινητήρια δύναμη της αποτελεσματικότητας της. Ο Galileo Galilei έχει κάτι να μας πει σε αυτό το σημείο: «Δεν μπορείς να διδάξεις κάτι έναν άνθρωπο, μπορείς μόνο να τον βοηθήσεις να το ανακαλύψει μέσα του». Αξίζει να προσέξουμε εκείνο το «ανακαλύψει» που χρησιμοποιεί ο μεγάλος σοφός. Υπαινίσσεται ότι «υπάρχει», «υφίσταται» ήδη εντός μας αυτή η γνώση, η «ανακάλυψη» της έγκειται σε μας!

Όμως, η επιθυμία και η ενόρμηση αποτελούν τις διαστάσεις που θέτουν όρια στην διαδικασία  της «συμβολοποίησης» ή της «σημαινοποίησης», αν προτιμάτε. Δεν είναι τα πάντα γλώσσα, ούτε τα πάντα συμβολοποιούνται. Υπάρχει Πραγματικό (δηλαδή «φύση») που παραμένει εκτός της συμβολοποίησης του υποκειμένου. Η ικανοποίησης της ενόρμησης παραμένει εκτός συμβολοποίησης. Ξέρετε, την στιγμή που επιδρά η γλώσσα, με τα σημαίνοντα της, στο υποκείμενο το διχάζει. Το καθιστά «υποκείμενο εν σχάσει». Μοιάζει ο τόπος του υποκειμένου όπως το παλιό Βερολίνο. Εκείνη «η πόλη που στα δυό έχει σκιστεί!». Το σώμα του υποκειμένου παύει να είναι εκείνο που ήταν πριν να παρέμβει η γλώσσα πάνω του. Εκ των υστέρων, και αφού το υποκείμενο θωρακιστεί με τον λόγο του, αποκτά ένα ιδιότυπο νόημα το σώμα του. Μόνο εκ των υστέρων το πόδι του σώματος γίνεται «το πόδι μου», το χέρι του σώματος γίνεται «το χέρι μου», το στόμα γίνεται «στόμα μου» και ούτω καθεξής.. Όλα αυτά συμβαίνουν «εκ των υστέρων» και εννοώ με αυτό ότι αποτελούν αποτελέσματα της επίδρασης της γλώσσας στο «εν σχάσει» υποκείμενο.

Είναι η ένταξη του υποκειμένου σε έναν από τους τέσσερις λόγους – στους οποίους αναφέρθηκα σε μια προηγούμενη ανάρτηση μου – εκείνο που ομαλοποιεί το σώμα του. Είναι επίσης αυτή η ένταξη που παρέχει στο υποκείμενο την «φυσιολογική» αίσθηση της πραγματικότητας. Κατά την χρονική στιγμή που παρεμβαίνει η γλώσσα το χέρι, το πόδι, το στόμα του υποκειμένου είναι άλλα από εκείνα που γίνονται μετά την παρέμβαση! Το ίδιο το σώμα είναι άλλο από εκείνο που η γλώσσα – στο σημαίνον της – ονομάζει «το σώμα μου». Για αυτό και το ίδιο το υποκείμενο θωρακίζεται άμα τη αφίξει (η ωραία καθαρεύουσα!) του λόγου του. «Θωρακίζεται» έγραψα, από τι; Μα από το Πραγματικό που ήταν πριν να παρέμβει η γλώσσα και να το τροφοδοτήσει με έναν κάποιο λόγο. Μέχρι να συμβεί αυτό ήταν εκτεθειμένο στις επιθέσεις του Πραγματικού (της φύσης, πάει να πει). Τόσο εκτεθειμένο όσο είναι το υποκείμενο της παρανοϊκής άνοιας ή της σχιζοφρένειας, της ψύχωσης γενικότερα. Αλλά ας μην επεκταθώ σε αυτό, δεν είναι, άλλωστε, αντικείμενο του παρόντος σημειώματος.

Εκείνο που θέλω να τονίσω με όλα αυτά είναι ότι την στιγμή του «αποχωρισμού» (της επίδρασης της γλώσσας) κάτι χάνεται για το υποκείμενο. Αυτό είναι το τίμημα που πληρώνουμε όλοι μας προκειμένου να αποκτήσουμε αυτήν την «σημαίνουσα θωράκιση» του Είναι μας. Αυτή η απώλεια αφήνει ένα κενό. Η ψυχανάλυση το συμβολίζει (– φ). Εκείνο το (-) που τίθεται μπροστά από το φ (που είναι το πρώτο γράμμα της λέξης «φαλλός») δηλώνει το αρνητικό της απώλειας του αντικειμένου που χάνεται. Αυτό είναι το σύμβολο της Επιθυμίας. Από εδώ άρχεται η βασιλεία της αυτού εξοχότητας της Επιθυμίας για το υποκείμενο.

Στην θέση αυτού του χαμένου αντικειμένου τοποθετείται τώρα το «μικρό αντικείμενο – α». Αυτό το ον ενσαρκώνει πλέον, για το υποκείμενο, την ικανοποίηση της ενόρμησης του. Αν, λοιπόν, το (– φ) δηλώνει την απώλεια, το κενό της Επιθυμίας, το αρνητικό της έλλειψης, τότε το (μικρό «α») δηλώνει μια θετικότητα, μια οντότητα, μια παρουσία. Αποτελεί το τελευταίο αντικείμενο που βρίσκουμε, χρονικά, πηγαίνοντας προς τα πίσω διασχίζοντας την φαντασίωση του αναλυόμενου. Το τελευταίο διότι πέραν αυτού υπάρχει το Πραγματικό. Όλη λοιπόν, η απόλαυση που έχει συμβολοποιηθεί βρίσκεται «ενσωματωμένη» στο «μικρό –α».

Η ποιοτική διαφορά ανάμεσα στα δύο, εννοώ, ανάμεσα το (- φ) και στο ( «μικρό – α») ή αν θέλετε ανάμεσα στη Επιθυμία και στην ενόρμηση είναι η εξής: ενώ η Επιθυμία χρειάζεται «οδηγό» για να μην χάσει τον δρόμο της – πολλές φορές περιφέρεται άσκοπα, στα χαμένα, όταν δεν έχει οδηγό – η ενόρμηση δεν χάνει ποτέ τον δρόμο της προς τον στόχο της. Δεν λαθεύει ποτέ, τον ξέρει τον δρόμο της και δεν χρειάζεται κανέναν οδηγό.

Το πρόβλημα είναι ότι το «α» δεν ενσωματώνει όλη την απόλαυση του Είναι η οποία υπήρχε στο ομιλούν – σώμα πριν επιδράσει ο λόγος στο «εν σχάσει» υποκείμενο» και το καταστήσει «ομαλό υποκείμενο». Υπάρχει ένα κομμάτι απόλαυσης που παραμένει εκτός συμβολοποίησης, πέραν δηλαδή της σημαίνουσας θωράκισης του ομιλ - όντος. Αυτό είναι που η ψυχανάλυση ονομάζει Πραγματικό και που όταν έρχεται σε επαφή με το φαντασιακό του υποκειμένου «τραυματίζει» το τελευταίο.

Από όσα μέχρι τώρα ανάφερα καταλαβαίνουμε ότι η ένταξη μας στον Λόγο, στην ομιλία, σε έναν από τους τέσσερις Λόγους, αποτελεί και την θωρακισμένη πανοπλία μας έναντι του Πραγματικού το οποίο αλλιώς δεν γίνεται να γίνει υποφερτό. Μιλάμε, άρα απαγορεύουμε στην απόλαυση του Πραγματικού να εισβάλλει. Με άλλα λόγια, χεστήκαμε αν υπάρχει ή δεν υπάρχει η γλώσσα. Από την στιγμή που μας θωρακίζει ουδόλως μας ενδιαφέρει αν ο Λόγος ενέχει καθεστώς επίφασης! «Μιλάμε έτσι για να μιλούμε…» λέει σε ένα κομμάτι του ο αλησμόνητος ο Κώστας ο Χατζής. Αν έχει δίκιο ο Φρόυντ που έλεγε ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μην είναι όνειρο – θέλοντας με αυτό να τονίσει ότι ο Λόγος μας, όποιος και αν είναι αυτός, έχει καθεστώς επίφασης – τότε όλος ο κόσμος παραληρεί. Το «όλος ο κόσμος είναι τρελός» είναι μια αλήθεια που ανήκει στην διαφορετική κλινική της ανθρώπινης και της ζωώδους κατάστασης. Αυτό συμβαίνει γιατί τα ζώα δεν είναι τρελά, πλην του γαϊδάρου – όπως δείχνει και το βίντεο που συνοδεύει την σημερινή μου ανάρτηση. Πλην του γαϊδάρου, αυτού που κουβαλάει το αρτοφόριο, και που αυτή η επιφόρτιση, της οποίας αποδίδει την αξία στο πρόσωπο του, αποτελεί παραλήρημα οίησης[1]. Τα ζώα ωστόσο μπορούν να αυτοκτονήσουν, αρκεί η εξημέρωση να καταστήσει υπαρκτή για αυτά την αιτία της επιθυμίας εντός του Άλλου.

Η ψυχανάλυση λοιπόν, για να φέρει αποτελέσματα, απαιτεί από τον αναλυόμενο δύο πράγματα: Πρώτον, την συναίνεση του στην υπόθεση του ασυνειδήτου, της ασυνείδητης γνώσης. Δεύτερον, την ύπαρξη σε εκείνον έναν, έστω ελάχιστο, βαθμό ευφυίας. Απέναντι στην ανοησία πάντοτε είναι καταδικασμένη να ηττηθεί.


[1] Οίηση: καυχησιά, αλαζονεία, η μεγάλη ιδέα κάποιου για τον εαυτό του που εκδηλώνεται με αίσθημα ανωτερότητας και περιφρόνηση προς τους άλλους

Αντίθετα: μετριοφροσύνη, ταπεινότητα,  [έλλειψη αλαζονείας, υπεροψίας]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου