Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2020

Το Concierto de Aranjuez δεν είναι μόνο Ισπανικό, είναι και Ελληνικό!

 

Είχα γράψει σε μια πρόσφατη προηγούμενη ανάρτηση μου: Βέβαια, υπάρχει πράγματι, όπως φάνηκε, μια αναγκαιότητα το μικρό αντικείμενο – α να σβηστεί, να απορροφηθεί. Μα σε αυτό χρησιμεύει η τέχνη.

Και συνέχισα λίγο παρακάτω: Όμως, η ερωτική πραγμάτευση του χρόνου μας οδηγεί στην μουσική, ως τέχνη του χρόνου. Η μουσική δεν προκαλεί την έκλειψη του χρόνου αλλά χειρίζεται τον χρόνο. Υποκαθιστά τον απρόβλεπτο χρόνο, τον στιγμιαίο με έναν χρόνο ρυθμισμένο, ταξινομημένο, χειραγωγημένο και ρυθμικό. Ποιο είναι το αντικείμενο μικρό – α που κατατίθεται στη μουσική; Κατατίθεται το αντικείμενο – α «φωνή» αλλά κατατίθεται και το σημαίνον ως υλική του υπόσταση, και ιδίως ως νότα, νότα που έχει μια διάρκεια.

Και στην συνέχεια, μέσα από την αγωνία μου να μπορέσω να περιγράψω το απερίγραπτο μικρό αντικείμενο – α που ακούει στο όνομα «φωνή» είχα ανατρέξει στην «βοήθεια» του Λόρκα και σας γνώρισα το «ντουέντε» του. Είχα γράψει τότε για το ντουέντε: «Ντουέντε», θα πει λοιπόν κάτι αφηρημένο και γήινο μαζί, μας λέει ο ποιητής. Φωτεινό και σκοτεινό συνάμα, πρωτεϊκό και σπάνιο, που κάνει την τέχνη να συντονίζεται με ό,τι αληθινό, μυστικό και ανείπωτο κρύβεται μέσα μας. Δεν είναι κάτι που μπορεί να οριστεί με λόγια, μπορεί ωστόσο να γίνει αντιληπτό από τον καθένα. Έτσι, ισχυρίζεται ο ποιητής.    

 Είναι αυτό που μας συμφιλιώνει με τον θάνατο, αλλά που ωστόσο φεγγοβολάει ζωή και ενέργεια. Που έχει μέσα του κάτι διαβολικό αλλά και ένθεο.

Λοιπόν, αγαπητοί φίλοι και φίλες, σήμερα θα επανέλθω στο ίδιο θέμα. Συγχωρέστε με για αυτό αλλά το μικρό αντικείμενο – α «φωνή» είναι αποφασιστικό στην τέχνη και στην επιστήμη και ειδικά η πρώτη μας δίνει την δυνατότητα να κατανοήσουμε επιτέλους αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί.

Θα σας διηγηθώ λοιπόν, σε αυτή μου την προσπάθεια, μια ιστορία της τέχνης της μουσικής. Μια ιστορία του 20ου αιώνα, για την ακρίβεια των αρχών του 20ου που έλαβε σάρκα και οστά στην Ισπανία, μα πιστέψτε με, μια ιστορία που με ελάχιστες, επουσιώδεις, αλλαγές επαναλήφθηκε στην Ελλάδα, εκεί γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και αυτή την φορά όχι ως … φάρσα!

Η ιστορία έχει να κάνει με το «Concierto de Aranjuez». Γράφτηκε το 1939 στο Παρίσι από τον 38χρονο τότε Ροδρίγο σε μια εποχή, που η χώρα του βίωνε την τελευταία φάση του Εμφυλίου Πολέμου και η Ευρώπη βρισκόταν στα πρόθυρα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

   Για να σας διηγηθώ την ιστορία, πρέπει να επιστρέψω στην Ισπανία στα τέλη του 15ου αιώνα. Η Γρανάδα, το τελευταίο κάστρο της Ανδαλουσίας, έπεσε το 1492 και η βασίλισσα Ισαβέλλα ανάγκασε τους ντόπιους μουσουλμάνους και τους Εβραίους είτε να μετατραπούν σε χριστιανοί είτε να μεταναστεύσουν. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία άνοιξε τις πόρτες της όχι μόνο στους Μουσουλμάνους αλλά και στις δεκάδες χιλιάδες Εβραίων που έψαχναν για ένα νέο σπίτι και διέφυγαν από την Εξέταση. Οι Sephardim έφτασαν τόσο στην Κωνσταντινούπολη όσο και σε άλλες πόλεις και μεγάλωσαν σε μεγάλες οικογένειες τους επόμενους αιώνες.

Ανάμεσά τους ήταν η οικογένεια Kamhi. Το 1905, η οικογένεια είχε μια κόρη, η οποία γεννήθηκε στο αρχοντικό τους στην ακτή του Βοσπόρου, κοντά στο Παλάτι Dolmabahçe. Την ονόμασαν Βικτώρια. Η Victoria Kamhi μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη ανάμεσα στα πλοία που διέρχονταν από το Βόσπορο - τον οποίο περιέγραψε ως "υπέροχο" -, το Παλάτι του Πέρα, το Χρυσό Κέρατο και τους μιναρέδες, το φρεσκοψημένο simit (τούρκικο κουλούρι), το börek (ένα είδος τουρκικής ζαχαροπλαστικής), την περιοχή Rumelikavağı, το σφύριγμα των πλοίων στην ομίχλη, τα ανθισμένα δέντρα της Ιούδας την άνοιξη και τις χάντρες του κακού ματιού. Αυτή η απαράμιλλη διακόσμηση συμπληρώθηκε με μέρες στο Büyükada, τις οποίες ονειρεύονταν ακόμη και στα 90 της, όταν επέστρεψε στο σπίτι με λουλούδια στην αγκαλιά της. Η Βικτώρια δεν ξέχασε ποτέ τον τρόπο που η μαμά διάβασε τις Arabian Nights για εκείνη όταν ήταν ακόμα μικρούλα.

Η συνάντησή της με τον Ισπανό συνθέτη Joaquín Rodrigo, στο Παρίσι όταν ήταν 24 ετών, άλλαξε την πορεία της ζωής της. Ο Joaquín Rodrigo, το 1928 είναι στο Παρίσι. Συνδέεται με τον Μ. De Falla και κάνει την γνωριμία του με την διάσημη πια πιανίστρια και δασκάλα στο Κονσερβατουάρ, την Victoria Kamhi, η οποία έχει πια εξελιχθεί σε γυναίκα με πολύπλευρη καλλιέργεια, και την παντρεύεται το 1933. Η τελευταία θα γίνει ο πολύτιμος μουσικός σύμβουλός του και η υποστηρικτική δύναμή του έκτοτε. Η Βικτώρια κεραυνοβολήθηκε όταν τον είδε σε μια συνάντηση την πρώτη φορά. Όταν ο Ροντρίγκο μπήκε στην αίθουσα στηριγμένος στο χέρι του βοηθού του, η νεαρή γυναίκα συνειδητοποίησε ότι ήταν τυφλός. Είχε χάσει την όρασή του στην ηλικία των τριών λόγω διφθερίτιδας. Την επόμενη μέρα, ο συνθέτης έστειλε ένα μπουκέτο λουλούδια στη Βικτώρια, η οποία είχε παίξει πιάνο για τους επισκέπτες την προηγούμενη νύχτα. Στη συνέχεια ήρθαν οι συναυλίες και τα πάρτι τσαγιού που παρακολούθησαν μαζί, και τέλος παντρεύτηκαν στη Βαλένθια το 1933. Η Βικτώρια ήταν η σύζυγος, τα μάτια και η σύντροφος του Joaquín για 64 χρόνια.

Η ζωή τους δεν ήταν εύκολη τόσο κατά την διάρκεια του Α Παγκοσμίου Πολέμου όσο και μετά, κατά την διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου. Ήταν μέρες φτώχειας. Το ζευγάρι περίμενε ένα μωρό, αλλά, δύο μήνες πριν από τον τοκετό, η Βικτώρια μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο λόγω σοβαρού πόνου στην κοιλιά, νωρίς - νωρίς το πρωί. Δεν γνωρίζουμε αν επρόκειτο για εκλαμψία, αν και το έντονο κοιλιακό άλγος – στην τωρινή εποχή – εκεί θα μας παρέπεμπε. Καθώς η σύζυγός του πολεμούσε με το θάνατο, ο Joaquín πέρασε άϋπνες νύχτες προσπαθώντας να συνθέσει, βυθισμένος σε ταραχώδη συναισθήματα και ανησυχίες.

Έχασαν το μωρό. Αλλά αυτές οι πένθιμες μέρες γέννησαν ένα Adagio, το φημισμένο δεύτερο μέρος του κοντσέρτου του Rodrigo. Το δεύτερο μέρος «εκπροσωπεί» ένα διάλογο ανάμεσα στην κιθάρα και τα σόλο όργανα (εγγλέζικο κόρνο, όμποε κλπ). Είναι η στιγμή που η άμοιρη, η υποβαθμισμένη κιθάρα αντιμετωπίζει όλα τα «επίσημα» και «καταξιωμένα» όργανα της κλασικής ορχήστρας και …νικάει! Για χρόνια, πολλοί είκαζαν τι ήταν εκείνο που ενέπνευσε τον Ροδρίγο να γράψει το μελαγχολικό, αλλά και διάσημο δεύτερο μέρος. Υπήρχαν φίλοι του συνθέτη που δήλωναν ότι το έγραψε εμπνευσμένος από τον βομβαρδισμό της Γκουέρνικα. Όμως η Βικτώρια Καμχί θα αποκάλυπτε ότι όταν ο Ροδρίγο συνέθετε το δεύτερο μέρος, εκείνη απέβαλλε στο πρώτο τους παιδί. Όπως λέει και ο κλασσικός κιθαρίστας Πέπε Ρομέρο, το δεύτερο μέρος «είναι μια προσευχή και μια συζήτηση με τον Θεό. Στο δε τέλος νοιώθει κανείς την άνοδο της ψυχής του αγέννητου παιδιού να φτάνει στα ουράνια». Η Βικτώρια το άκουσε όταν επέστρεψε στο σπίτι και αμέσως κατάλαβε ότι ήταν ένα τραγούδι αγάπης, θυμόταν τις χέρι με χέρι βόλτες τους στον κήπο του θερινού παλατιού στο Aranjuez. Εμπνευσμένο από τη μυρωδιά της μανόλιας, το ψιθύρισμα των σιντριβανιών και τα φτερά των πουλιών στον κήπο, το κοντσέρτο ονομάστηκε Aranjuez.

Πράγματι, το ακούς και βυθίζεσαι σε μια θάλασσα γλυκιάς μελαγχολίας και θλίψης, που όμως δεν θες να κάνεις προσπάθεια να ανέβεις στην επιφάνειά της...

Το αντάτζιο είναι ένας διάλογος  με τον Θεό, όπου στο τέλος ο ήχος, σου επιβεβαιώνει πως η παιδική ψυχή πέτυχε την ανάτασή της στα ουράνια!!!

Ο παλμός της κιθάρας είναι η παλλόμενη καρδιά του θλιμμένου πατέρα, που αμφισβητεί το Θείο εξαιτίας της απώλειας!

Θλίψη ανάκατη με οργή και απελπισία...και στο τέλος η αποδοχή...

Πούλησαν το πιάνο, δώρο της οικογένειας της Βικτώριας, για να πληρώσουν τους λογαριασμούς του νοσοκομείου. Το κοντσέρτο πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά στη Βαρκελώνη το 1940 και, μετά από αυτό, έτυχε παγκόσμιας αναγνώρισης. Δεν συμπεριλήφθηκε μόνο στο ρεπερτόριο της κλασικής μουσικής, αλλά εκτελέσθηκε από πολλούς μουσικούς τα είδη των οποίων κυμαίνονται από ροκ έως τζαζ. Το κοντσέρτο έφερε τύχη στην οικογένεια Ροντρίγκο: δυόμισι μήνες μετά την πρώτη παράσταση, είχαν, επιτέλους, μια κόρη που την ονόμασαν Cecilia!

Θα αναρωτηθείτε, αγαπημένοι μου, προς τι το θαυμαστικό. Μα ακριβώς εδώ έγκειται η αποκάλυψη του μικρού αντικειμένου – α «φωνή» του συνθέτη Rodrigo. Το adagio αποτελεί την «κατάθεση» της «φωνής» του συνθέτη. Την συνομιλία της αδύναμης, υποτιμημένης, παιδικής φωνής της «κιθάρας» απέναντι στα θεϊκά και παντοδύναμα «υπόλοιπα όργανα» της ορχήστρας. Είναι η οργισμένη, απελπισμένη, θλιμμένη φωνή του Rodrigo προς τα θεϊκά όργανα που «αφαιρούν» την ζωή της κιθάρας, που δεν την αφήνουν να επιβιώσει στην ορχήστρα του θεού. Είναι ο θάνατος του αγέννητου ακόμα παιδιού και ο κίνδυνος θανάτου της μητέρας μαζί με όλη την αγωνία, την θλίψη και την οργή που αυτός «κουβαλάει» μαζί του όταν έρχεται να συναντήσει τους ανθρώπους. Ναι, αποτελεί το ντουέντε του Rodrigo. Όμως, ποιο είναι το σημαίνον αυτού του ντουέντε;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα βρίσκεται στο όνομα της εν ζωή – πλέον – κόρης του: Cecilia. Βλέπετε, στα Λατινικά το όνομα είναι 'Caecilia' και προέρχεται από την Λατινική λέξη caecus  που σημαίνει «τυφλός»! Μεταφορικά σημαίνει τον άλογο, τον παράλογο και τον παράφορο. Το όνομα εξελίχθηκε σε 'Cecilia'. Αυτό άλλωστε έδωσε και ο συνθέτης στην κόρη που έζησε και ζει ακόμα.

Μιλώ για την Cecilia León Rodrigo στο νούμερο 11 στην οδό General Yagüe κοντά στο στάδιο Bernabéu στη Μαδρίτη. Αυτό το κτίριο είναι και η έδρα του Ιδρύματος Victoria και Joaquín και αποτελεί ένα μουσείο. Είναι ένα διαμέρισμα στο οποίο συχνάζουν μουσικοί από όλο τον κόσμο και πρόκειται για το τελευταίο σπίτι που ζούσαν μαζί η Βικτώρια και ο Joaquín. Ένας χώρος όπου διατηρήθηκαν άθικτα όλα τα αντικείμενα. Σας μιλώ για μια βόλτα στη μνήμη: το πιάνο, τα βραβεία, τα διακριτικά, τα μετάλλια και οι φωτογραφίες του Joaquín είναι όλα εδώ… Μια ευγενική και ενεργητική γυναίκα, η Cecilia σου δείχνει τις τουρκικές εφημερίδες πριν από 63 χρόνια, γεμάτα νέα για τους γονείς της. Μαθαίνεις έτσι ότι επισκεπτόμενο την Τουρκία για πρώτη φορά, με την ευκαιρία του πρώτου Φεστιβάλ Ροντρίγκο, το 1953, το ζευγάρι έμεινε στο ξενοδοχείο Pera Palas στην Κωνσταντινούπολη. Επισκέφθηκε την Έφεσο στη Σμύρνη και τη Βασιλική του Αγίου Ζαν καθώς και το Σπίτι της Παναγίας στο Σελτσούκ Ταξίμ, Ο Πύργος του Πατέρα και ο Βόσπορος αποτελούσαν τις σκηνές μιας ευτυχισμένης νοσταλγίας για τη Βικτώρια και τον Joaquín ο οποίος εντυπωσιάστηκε βαθιά από την ιστορία της πόλης. Στη δεύτερη επίσκεψή τους το 1972, επισκέφτηκαν το Μουσείο Ανατολικών Πολιτισμών στην Άγκυρα και είδαν τα «γνήσια αρχαιολογικά πετράδια», σύμφωνα με τα δικά τους λόγια.

Μάλιστα, αγαπητοί φίλοι και φίλες, ο Joaquín Rodrigo είχε ένα σημαίνον που ονομάτιζε το χαμένο αντικείμενο του και αυτό δεν ήταν άλλο από την «τυφλότητα» ή, αν προτιμάτε το «Cecilia». Εδώ θέλω να κλείσω αυτό το σημείωμα επισημαίνοντας ότι η ιστορία που σας διηγήθηκα έχει επαναληφθεί στον ίδιο «χώρο»  της τέχνης – στην μουσική, εννοώ – στην Ελλάδα, με ελάχιστες παραλλαγές αλλά πολλές – πολλές ομοιότητες, ορισμένες δεκαετίες αργότερα κατά διαβολική σύμπτωση!

Συγνώμη που δεν έχω το δικαίωμα να επεκταθώ.    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου