Αλλά ποιος είναι αυτός που
ορίζεται ως πατέρας αναρωτιέται η ψυχανάλυση. Αυτό την οδηγεί να κάνει τον
διαχωρισμό του Πραγματικού, του Φαντασιακού και του Συμβολικού Πατέρα.
Α) Ο Πραγματικός
Πατέρας
Ο Πραγματικός Πατέρας είναι ο
φυσικός πατέρας ή το υποκατάστατο του. Στην ψυχανάλυση, ο Πραγματικός Πατέρας
είναι συνυφασμένος με αυτό που αποκαλούμε περίγυρος του παιδιού. Για την
βιολογική πατρότητα υπάρχει πάντα ένας βαθμός αβεβαιότητας. Ο Freud το 1909
επισημαίνει, ότι Πραγματικός Πατέρας είναι ο άντρας ο οποίος λέγεται πως είναι
ο βιολογικός πατέρας του παιδιού. Είναι στην ουσία αυτός που δέχεται
ανεξαρτήτου της βιολογίας, να δώσει το όνομα του (επίθετο) στο παιδί. Επομένως
ο Πραγματικός Πατέρας ορίζεται ως αποτέλεσμα της γλώσσας και όχι της βιολογίας.
Ο Πραγματικός Πατέρας μπορεί να
είναι φυσικά παρών ή απών και αυτό να μην επηρεάσει την ψυχοσεξουαλική εξέλιξη
του παιδιού. Όπως θα δούμε παρακάτω, αυτός που θα παίξει ρόλο στο οιδιπόδειο
σύμπλεγμα, δεν σχετίζεται με την φυσική του παρουσία ή απουσία, αλλά με την
συμβολική του διάσταση, η οποία θα φτάσει στο παιδί διαμέσου του λόγου και της
επιθυμίας της μητέρας.
Β) Ο Φαντασιακός Πατέρας
Ο Φαντασιακός Πατέρας, είναι πιο
κοντά στην έννοια της πατρικής Imago, δηλαδή αντιπροσωπεύει όλες αυτές τις
φαντασιακές κατασκευές που κάνει το παιδί για τον πατέρα του. Αυτές οι
κατασκευές σχετίζονται ελάχιστα με την πραγματικότητα. Ο Φαντασιακός Πατέρας
είναι δυνατόν να γίνει αντιληπτός ως ένας ιδεώδης πατέρας ή το αντίθετο, ως
ένας πατέρας «κακός». Πάντα όμως ο Φαντασιακός Πατέρας είναι ένας παντοδύναμος
πατέρας.
Είναι ο αρχέγονος πατέρας του μύθου του Freud
που έχει όλες τις γυναίκες μόνο για εκείνον.
Γ)
Ο Συμβολικός Πατέρας
Τέλος, ο Συμβολικός Πατέρας είναι
μια θέση, μια λειτουργία και όχι ένα υπαρκτό πρόσωπο. Η λειτουργία της θέσης
του Συμβολικού Πατέρα, είναι η επιβολή του Νόμου και της ρύθμισης της επιθυμίας
μέσα στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Ο Νόμος της απαγόρευσης της αιμομιξίας είναι
αυτός που επιβάλλεται δια μέσου του συμβολικού ευνουχισμού. Αυτή την πατρική
λειτουργία ο Lacan θα την ονομάσει Όνομα του Πατέρα.
Ο Συμβολικός Πατέρας που θα
παίξει ρόλο στο Οιδιπόδειο σύμπλεγμα φτάνει στο παιδί δια μέσω του λόγου της
μητέρας. Είναι μέσα από το λόγο της μητέρας που εκδηλώνεται η επιθυμία της για
τον πατέρα.
Εάν η μητέρα δεν επιθυμεί τον
πατέρα ή κάποιο υποκατάστατο του, κανείς δεν θα υπάρξει να πάρει την θέση του
Συμβολικού Πατέρα και να αποσπάσει το παιδί από την θέση του «φαλλού της
μητέρας» του.
Ο πατέρας μπαίνει λοιπόν στο
παιγνίδι του Οιδιπόδειου συμπλέγματος αποσπώντας την επιθυμία της μητέρας και
επιβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο τον νόμο της απαγόρευσης της αιμομιξίας δια
μέσου του ευνουχισμού.
Ο ευνουχισμός όπως γνωρίζουμε δεν
έχει να κάνει σε τίποτα με το χώρο του πραγματικού. Όταν μιλάμε για ευνουχισμό
αναφερόμαστε πάντα στον συμβολικό ευνουχισμό ενός φαντασιακού αντικειμένου.
Αυτό το αντικείμενο είναι ο φαλλός.
Η πατρική παρείσφρηση βιώνεται
από το παιδί σαν απαγόρευση, ματαίωση και στέρηση. Διότι αποσπά την μητέρα από
αυτό και απαγορεύει την ικανοποίηση των παρορμήσεων.
Το παιδί δύναται να αντιληφθεί
τον πατρικό νόμο της απαγόρευσης της αιμομιξίας στο μέτρο που η μητέρα
αναγνωρίζει τον νόμο του πατέρα. Ο πατέρας διαμεσολαβεί στο επίπεδο της
επιθυμίας της μητέρας, και μόνο σαν ένας δοτικός πατέρας μπορεί να γίνει αυτός
που θα αποσπάσει την μητέρα από το παιδί.
Τότε το παιδί θα μπει σε μια θέση
ταλαντευόμενη: Είμαι ή δεν είμαι ο φαλλός της μητέρας;
Σε αυτή την θέση θα έρθει το
παιδί μέσα από τις ματαιώσεις που θα δεχθεί. Η μητέρα δεν θα είναι πάντα εκεί
να καλύπτει της ανάγκες του. Το παιδί θα δοκιμάσει την εμπειρία της ματαίωσης,
μέσω των συνεχών απουσιών και παρουσιών της μητέρας του.
Ο Freud, αναφέρεται σε αυτήν την
ματαίωση του πήγαινε- έλα της μητέρας διακρίνοντας την μέσα στην συμβολική της
απεικόνιση, όπως εμφανίζεται στο παιχνίδι του παιδιού που πετάει την
κουβαρίστρα και μετά την επαναφέρει πίσω, το fort-da.
Το παιδί μέσα από το παιχνίδι
τελεί μια μεταφορική διεργασία. Η κουβαρίστρα υποκαθιστά την μητέρα και τα
πήγαινε-έλα της μητέρας σχετίζονται με την επιθυμία της για κάτι άλλο έξω από
αυτό.
Ο Lacan λέει ότι το παιδί αναρωτιέται:
« Γιατί πάει και έρχεται αυτή; τι είναι αυτό που θέλει; Θα ήθελα πολύ να ήμουν
εγώ αυτό που θέλει, αλλά είναι φανερό πως δεν είμαι μόνον εγώ αυτό που θέλει,
υπάρχει κάτι άλλο που την απασχολεί. Αυτό που την απασχολεί είναι το χ, το
σημαινόμενο. Το σημαινόμενο αυτό του πήγαινε-έλα της μητέρας, είναι ο φαλλός».
Ο Φαλλός
Το παιδί, λόγω της μεγάλης
συνάφειας με την μητέρα του για την κάλυψη των αναγκών του, υποθέτει ότι είναι
αυτό το ίδιο το αντικείμενο που επιθυμεί η μητέρα του. Υποθέτει δηλαδή ότι
είναι το αντικείμενο της επιθυμίας της μητέρας του.
Η επιθυμία όμως σημαίνει
«έλλειψη». Κάτι λείπει στην μητέρα για να το επιθυμεί.
Αυτό το αντικείμενο που
ικανοποιεί την έλλειψη του άλλου, και στην περίπτωση μας του Άλλου με άλφα
κεφαλαίο, στην ψυχανάλυση το αποκαλούμε φαλλό.
Έτσι το παιδί μπαίνει στην θέση
του αντικειμένου που υποθέτει πως λείπει στη μητέρα του και γίνεται το ίδιο «ο
φαλλός της μητέρας του».
Ο φαλλός είναι ένα σημαίνον, που
κατά την φάση πριν από το οιδιπόδειο έχει μια φαντασιακή υπόσταση και
δημιουργεί ένα τρίγωνο μεταξύ της μητέρας και του παιδιού.
Αυτή η διαλεκτική του «είναι» ο
φαλλός της μητέρας, επιτρέπει την ύπαρξη της συνέχισης αυτής της συμβιωτικής
σχέσης που ενυπάρχει μεταξύ παιδιού-μητέρας. Η επιθυμία του είναι εξ’ ολοκλήρου
υποταγμένη στην επιθυμία της μητέρας.
Αυτή την δυαδική συμβιωτική
σχέση, μονάχα η διαμεσολάβηση ενός τρίτου μπορεί να την διακόψει και να βγάλει
το παιδί από την θέση του φαλλού της μητέρας.
Η Μετατροπή του
Πραγματικού σε Συμβολικό πατέρα
Αυτή η προβληματική «to de or not
to be» ο φαλλός της μητέρας προαναγγέλλει την εισαγωγή του παιδιού στην δεύτερη
φάση του οιδιπόδειου συμπλέγματος που είναι αμετάκλητα συνδεδεμένη με τον
ευνουχισμό.
Ο Συμβολικός Πατέρας
παρεμβαίνοντας στην σχέση μητέρας- παιδιού σαν τρίτος, σαν ο «άλλος», βιώνεται
από το παιδί σαν πιθανό αντικείμενο επιθυμίας της μητέρας και κατά συνέπεια σαν
ανταγωνιστής. Η μητέρα που δέχεται τον πατέρα ως αυτόν που επιβάλλει το νόμο,
οδηγεί το παιδί να τοποθετήσει τον πατέρα του στη θέση του κατέχοντος τον
φαλλό.
Ο Πραγματικός πατέρας που
αντιπροσωπεύει τον νόμο, αφού υποτίθεται ότι κατέχει το αντικείμενο της
επιθυμίας της μητέρας, αναγορεύεται σε Συμβολικό Πατέρα. Αυτή η σημαίνουσα
λειτουργία του πατέρα, που ο Lacan την ονόμασε Όνομα- του- Πατέρα, οδηγεί το
παιδί να δεχτεί στο εξής όχι μόνο ότι δεν είναι ο φαλλός της μητέρας αλλά ούτε τον
έχει, όπως δεν τον έχει και η μητέρα του. Δηλαδή βρίσκεται αντιμέτωπο με το
σύμπλεγμα ευνουχισμού.
Εδώ θα ξεκινήσει η τρίτη φάση του
οιδιπόδειου συμπλέγματος, αυτή της «λύσης του οιδιπόδειου».
Μόνο ένας δοτικός πατέρας ως προς
την μητέρα, επενδύεται με την φαλλική ιδιότητα, ως αυτός που «έχει» και όχι που
είναι ο φαλλός, εισάγοντας το παιδί στην προβληματική του έχειν.
Η διαλεκτική του έχειν θα ωθήσει
το παιδί να βγει οριστικά από την θέση του να είναι ο φαλλός της μητέρας,
ανοίγοντας του τον δρόμο των ταυτίσεων.
Μέσω των ταυτίσεων θα αποκτήσει
την σεξουαλική του ταυτότητα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου