Η αρχή ενός πολιτισμού είναι ότι:
μέσω της γλώσσας, με το σημαίνον, προσπαθούμε να δαμάσουμε την απόλαυση (jouisance). Επομένως, ένας κοινωνικός
δεσμός (μια συντροφική σχέση), είναι δεσμός όπου δαμάστηκαν με επιτυχία οι
ενορμήσεις και έχουν ενοποιηθεί αρκετά ώστε να έχουν φιλικές διαθέσεις και να
επιτρέπεται η συνύπαρξη τους. Κατά αυτόν τον τρόπο, κάθε κοινωνία (άρα, και
κάθε συντροφική σχέση) αποτελεί μια απόπειρα, μια επιχείρηση, χαλιναγώγησης του
απόλυτου Άλλου, της απόλαυσης. Αυτή η χαλιναγώγηση γίνεται εφικτή με ένα και
μοναδικό όπλο: την Αγάπη. Η αγάπη επιδιώκει το Ένα της συγχώνευσης με τον Άλλο.
Αυτό σημαίνει ότι η αγάπη ανήκει εξ ολοκλήρου μέσα στο συμβολικό. Ανήκει μέσα
στον τόπο όπου κατοικεί η γλώσσα. Αγαπώντας τον άλλον τον καθιστούμε υπαρκτό.
Αγαπώντας τον άλλον τον αποδεχόμαστε. Εξουσιαζόμενοι εμείς οι ίδιοι από την
γλώσσα, υπηρετώντας την, αγαπάμε τον Άλλο. Αποδεχόμενοι αυτήν την εξουσία του
συμβολικού στον εαυτό μας, αγαπάμε τον άλλον και επιθυμούμε μια κοινωνική σχέση
μαζί του. Επιδιώκουμε το σπάσιμο της μοναξιάς μας και την συνένωση μας μαζί
του.
Όμως, αυτό, δηλαδή η αποδοχή του
συμβολικού, της γλώσσας, δεν συμβαίνει χωρίς θυσία. Τι θυσιάζουμε; Μα ένα
κομμάτι της απόλαυσης μας. Ένα τμήμα της ενόρμησης. Θυσιάζουμε στον αγαπημένο
μας ένα τμήμα της ενόρμησης μας. Πως λαμβάνει χώρα αυτή η θυσία;
Μα φυσικά μέσω της ενεργοποίησης
του μηχανισμού της απώθησης. Δηλαδή, απωθούμε ένα κομμάτι της απόλαυσης μας,
της ενόρμησης, στο ασυνείδητο μας προκειμένου να καλωσορίσουμε την γλώσσα. Υποτασσόμαστε
στην εξουσία της και μέσω της αγάπης επιδιώκουμε την συνένωση μας με τον άλλον.
Τώρα, κάτω από την εξουσία της γλώσσας, τα συναισθήματα μας μεταλλάσσονται.
Παύουν να αντιστοιχούν σε αυτά τα αρχέγονα, πρωτόλεια, εγωτικά, μοναχικά
συναισθήματα που αντιστοιχούν στην απόλαυση και αποτελούν συναισθήματα που
επιβάλλονται από το συμβολικό. Αυτή η θυσία, βέβαια, δεν είναι αναίμακτη: Η
ενόρμηση δεν ενδίδει ποτέ. Διαμέσου της χάρης της αγάπης η αναχαιτισμένη
ενόρμηση μεταλλάσσεται σε μίσος. Ένα μίσος που παραμένει απωθημένο τόσο όσο και
η ενόρμηση. Η επιστροφή της ενόρμησης από το ασυνείδητο στην συνείδηση, που
αναδύεται, πλάι στην αγάπη, σημαίνει και την επιστροφή του μίσους υπό την μορφή
της Ενοχής. Με άλλα λόγια, η ενοχή συνοδεύει πάντα την αγάπη και αποτελεί το
σημάδι του εγκλήματος: της θυσίας της απόλαυσης.
Ακούστε ένα κλινικό παράδειγμα
αυτής της επιστροφής.
Η Ε. είναι μια νευρωτική κοπέλα
που έχει επισυνάψει μια σχέση αγάπης με τον Γ. Η Ε. υποφέρει από μια
ουρολοίμωξη που της παρουσιάστηκε αναπάντεχα την ίδια στιγμή που ο σύντροφος
της βίωνε μια μεγάλη χαρά που είχε έλθει ως αποτέλεσμα της πραγματοποίησης μιας
προσωπικής επιτυχίας η οποία είχε προκύψει μετά από μια επίπονη προσπάθεια όπου
ο ίδιος είχε καταβάλλει πολύ κόπο. Στην επαφή του ο Γ. με την Ε. αναφέρθηκε
γεμάτος ενθουσιασμό στην χαρά που τον κατείχε προσπερνώντας το ενδιαφέρον του
για την εξέλιξη της υγείας της αγαπημένης του. Αυτό το γεγονός τροφοδότησε τον
αρχικό εκνευρισμό της Ε. προς τον Γ. Στην συνέχεια η Ε. απευθυνόμενη προς τον
αναλυτή της εκφράζει την απογοήτευση της: «Δεν
είμαι ευτυχισμένη, μαζί του. Θέλω να τον βρίσω διότι δεν τον ενδιαφέρει η υγεία
μου. Ενδιαφέρεται μόνο για την χαρά του». Στην παρατήρηση του αναλυτή «μήπως αυτό που σε ενοχλεί είναι η χαρά του»
η Ε. μπαίνει σε μια δεύτερη σκέψη που εκφέρεται ως εξής: «Μάλλον, έχετε δίκιο. Εκείνο που επιθυμώ είναι να αποτελώ την μόνη χαρά
του. Δεν δίνω τόπο για καμιά άλλη». Στην συνέχεια, εμβαθύνοντας, καταλήγει:
«Φθονώ την χαρά του. Εγώ δεν μπορώ να
νιώσω τόσο χαρούμενη. Λυπάμαι πολύ γι αυτό. Άραγε θα τα καταφέρω κάποτε να
είμαι και εγώ τόσο χαρούμενη;». Αυτή η τελευταία συνειδητοποίηση
συνοδεύεται από την ενοχή για τα πρωταρχικά συναισθήματα που της είχε
δημιουργήσει η διαπίστωση της χαράς στο πρόσωπο του Γ. Τι αλήθεια είχε συμβεί;
Η Ε. για να συνενωθεί μέσω της αγάπης με τον Γ. θυσίασε μέρος της απόλαυσης της
προς τον σύντροφο της. Η χαρά όμως, του συντρόφου της ερμηνεύτηκε ασυνείδητα
από την Ε. ως μη αναγνώριση αυτής της θυσίας. Ενδόμυχα επιζητεί την αναγνώριση
της θυσίας μέσω του ενδιαφέροντος του για την υγεία της και αφήνοντας το
συναίσθημα της προσωπικής (και άσχετης με εκείνη) χαράς του να περάσει σε
δεύτερη μοίρα. Αντίθετα, η εκδήλωση της πρωτοκαθεδρίας της χαράς εντός του Γ. σηματοδοτεί
για την Ε. την απόλαυση του. Αυτό το σήμα επιτρέπει στην απωθημένη ενόρμηση της
Ε. να επιστρέψει και να κάνει ζωντανή ξανά σε εκείνη την θυσία που είχε
συντελέσει η ίδια εντός της προκειμένου να αγαπήσει τον Γ. Ο αρχικός
εκνευρισμός που καταλήγει στην απογοήτευση του «δεν είμαι ευτυχισμένη» από
μέρους της, σηματοδοτεί την επιστροφή του απωθημένου μίσους. Ο τελικός φθόνος
του «εγώ δεν θα μπορέσω να είμαι τόσο χαρούμενη» σηματοδοτεί την μετάλλαξη του
μίσους σε ενοχή.
Συμπερασματικά: Η απόλαυση αντικρούει την αγάπη
με διάφορους τρόπους. Αρχικά διότι η αγάπη επιδιώκει την συγχώνευση. Η αγάπη
επιδιώκει το Ένα της συγχώνευσης με τον άλλο. Η απόλαυση δεν επιδιώκει τίποτα.
Πραγματώνει το Ένα, όχι της συγχώνευσης αλλά της μοναξιάς. Απολαμβάνουμε μόνοι
μας. Όμως, το γεγονός αυτό ταράζει την απαίτηση της αγάπης όταν εμφανίζεται
υπερβολικά ξεκάθαρα. Για να το πω αλλιώς, η αγάπη είναι συνθετική (συνενωτική)
επειδή δημιουργεί ενώσεις, συνθέσεις. Η αγάπη είναι συνθετική ενώ η απόλαυση
είναι διαχωριστική. Τέλος, τρίτη αντίθεση, η αγάπη εγκαθιδρύει τον Άλλο, με το
Α κεφαλαίο, ορθώνει τον Άλλο, το άγαλμα του Άλλου. Η απόλαυση κάνει ακριβώς το
αντίθετο: Αποκαθηλώνει τον Άλλο υπέρ εκείνου που η ψυχανάλυση ονόμασε μικρό α,
ως υπεραπόλαυση. Αυτή είναι η διαδρομή «από τον Άλλο στον άλλο». Εκεί ο Λακάν διευκρινίζει
την στόχευση της αγάπης του Αλκιβιάδη προς τον Σωκράτη, μια στόχευση
αποκαθήλωσης με σκοπό να τον καθαιρέσει από την θέση του μεγάλου Άλλου και να
τον ρίξει σε μια θέση αντικειμένου απόλαυσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου