Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

Η ματαίωση και η στέρηση. Ένα παράδειγμα.

Η Χ. είναι μια κοπέλα η οποία διατηρεί μια ερωτική σχέση με τον κύριο Ψ. Ο κύριος Ψ είναι ένας παντρεμένος κύριος ο οποίος είναι ταυτόχρονα και πατέρας. Παρόλο που ο κύριος Ψ αγαπά την γυναίκα του και το παιδί του, εν τούτοις διατηρεί χρόνια σχέση με την δεσποινίδα Χ, φυσικά κρυφά από την νόμιμη σύζυγο του καθώς βέβαια και από όλο τον περίγυρο της. Η Χ έρχεται στην ανάλυση στην οποία την «οδηγεί» ο σωρός των προβλημάτων που έχει συσσωρευθεί εντός της από την χρόνια σχέση με τον Ψ : η πληθώρα ψεμάτων από μέρους του Ψ που ειπώθηκαν ως δικαιολογίες προκειμένου να κρατηθεί η Χ στην σχέση μαζί του, η απογοήτευση της Χ από το γεγονός ότι ο Ψ δεν χωρίζει με την γυναίκα του για να υπάρξει μαζί της επίσημα, οι επαναλαμβανόμενες ακραίες εντάσεις και καβγάδες που προκαλούνταν ανάμεσα τους εξαιτίας της στάσης και της ασυνέπειας του Ψ απέναντι της, και βεβαίως τα χρόνια που περνούσαν και η στάσιμη θέση που είχε η Χ απέναντι στον εαυτό της αφού τα όνειρα και οι ελπίδες της είχαν, με τα χρόνια, ματαιωθεί ανεπιστρεπτί. Φυσικά, το περίεργο ήταν πως η Χ, όλα αυτά τα χρόνια, δεν έβρισκε το κουράγιο και την ψυχική δύναμη να αποχωρήσει από μια τόσο προβληματική σχέση για την ίδια, η οποία, εκτός των άλλων, της είχε πλέον δημιουργήσει και τόσα ψυχικά τραύματα που είχαν σωματοποιηθεί στο σώμα της: Το μυστικό της απάντησης κρύβονταν στο ότι η δομή της Ψ ήταν διαστροφική: Η Χ ως παιδί δεν είχε «διαβεί» το οιδιπόδειο ολοκληρωμένο. Για να εξηγήσω το ακριβές σημείο στο οποίο είχε καθηλωθεί ο ψυχισμός της, επιτρέψτε μου να σας κουράσω λίγο ακόμα.

 Η Χ είχε χωρισθεί από την μητέρα της ως νήπιο και γι αυτόν τον χωρισμό «υπεύθυνος» στα μάτια της μικρούλας Χ ήταν το τρίτο πρόσωπο που η μητέρα της αποκαλούσε σύζυγο της. Ο σύζυγος της μητέρας της και βιολογικός πατέρας της Χ ήταν ο παρείσακτος που «χώρισε» το σώμα της μικρούλας Χ από την μητέρα της. Έτσι, η Χ επιδίωκε πλέον την «επανένωση» με την μητέρα της πεισμένη ότι η ίδια είναι το επιθυμητό της αντικείμενο (το φαλλικό αντικείμενο της μητέρας). Ο παρείσακτος (ανάμεσα στην δυαδική σχέση μητέρας – μικρής Χ) σύζυγος της μητέρας της «διεκδικούσε» (στην ψυχή της μικρής Χ) να αποτελεί ο ίδιος το επιθυμητό αντικείμενο για την μητέρα (να είναι ο φαλλός για εκείνη). Η μητέρα, από την μεριά της, όχι μόνο δεν έκανε τίποτε για να στείλει το μήνυμα στην μικρούλα Χ ότι εκείνος που επιθυμεί η ίδια είναι ο σύζυγος αλλά, με την στάση της, έγινε συνένοχη στα μάτια της μικρής Χ ενισχύοντας την πεποίθηση της, και με αυτόν τον τρόπο «συνωμότησε» κατά κάποιον τρόπο, υπέρ αυτής της πεποίθησης. Ως αποτέλεσμα αυτού, η μικρή Χ, στην μάχη του ανταγωνισμού της απέναντι στο παρείσακτο νιώθει «νικήτρια». Έτσι, απαρνιέται τον πατέρα και τον Νόμο της ζωής που συνοδεύει η αποδοχή αυτού από το νήπιο. Η μη αποδοχή του πατέρα από μέρους της μικρής Χ συμβαίνει για δύο λόγους. Ο πατέρας, αφενός, επεμβαίνει στην δυαδική σχέση μητέρας – κόρης ως απαγορευτής, εμφανιζόμενος μπροστά στα μάτια της μικρής Χ ως εκείνος που «έχει το δικαίωμα» πάνω στην μητέρα. Το ότι αυτό «συμβαίνει μπροστά στα μάτια της μικρής Χ» σημαίνει ότι η πράξη του πατέρα είναι φαντασιακή ενώ το αντικείμενο της πράξης – η μητέρα που το παιδί έχει ανάγκη – είναι πραγματικό. Μιλάμε λοιπόν, για ματαίωση. Άρα λοιπόν, αμφισβητείται η ταυτότητα της μικρής Χ – «είμαι το επιθυμητό αντικείμενο της μητέρας ή μήπως όχι» - και καλείται να την αποποιηθεί. Παράλληλα ο πατέρας, επεμβαίνων ως απαγορευτής στερεί από την μητέρα το παιδί το οποίο υποτίθεται ότι είναι το επιθυμητό της αντικείμενο. Άρα, μιλάμε για στέρηση αφού η έλλειψη είναι πραγματική ενώ το αντικείμενο – το παιδί – είναι συμβολικό αφού συμβολίζει τον φαλλό για την μητέρα. Η στιγμή, για την μικρή Χ, είναι κομβική. Με την μη – αποδοχή, την Απάρνηση του πατρικού Νόμου από μέρους της μικρής Χ προκειμένου να μην χαθεί η μητέρα για την ίδια σημαδεύει πλέον την ζωή της και τις σχέσεις της από εδώ και πέρα. Το οιδιπόδειο παραμένει ανολοκλήρωτο.

Η μικρή Χ μεγάλωσε. Την θέση της μητέρας στο ασυνείδητο της «παίρνει» τώρα ο Ψ. Η δυαδική σχέση επαναλαμβάνεται με τον ερωτικό σύντροφο στην θέση της μητέρας. Η απάρνηση όμως του Νόμου της πατρικής λειτουργίας «αδειάζει» την ψυχή της Χ από οποιαδήποτε αίσθηση ασφάλειας στην ζωή που ζει. Ο πατρικός Νόμος καθίσταται ανάγκη για αυτήν προκειμένου να καλύψει το κενό που η ανασφάλεια της δημιουργεί. Ο αναλυτής σιγά – σιγά καταλαμβάνει εντός της την θέση του πατέρα ως πρόσωπο. Έτσι, και μετά από χρόνια ανάλυσης έρχεται η στιγμή που ο αναλυτής διατυπώνει τον Νόμο που της λείπει: «Οφείλεις να εγκαταλείψεις την μητέρα (τον Ψ). Δεν αποτελείς το επιθυμητό της αντικείμενο. Δεν είσαι ο φαλλός για εκείνη. Αντίθετα, εμένα θέλει. Εγώ έχω τον φαλλό και εγώ θα στον δώσω. Εγώ είμαι το υποκείμενο της γνώσης και μπορώ να καλύψω το κενό που σου δημιουργεί η ανασφάλεια σου!».
Τώρα είναι η κρίσιμη στιγμή για την Χ. Θα απαρνηθεί εκ νέου τον πατέρα? Θα δεχθεί να ρισκάρει το να χάσει τις ελπίδες να «ενωθεί» με την μητέρα με αντάλλαγμα την πολυπόθητη «ασφάλεια» που θα γεμίσει το εσωτερικό της κενό? Θα φανεί τόσο γενναία ώστε να «βγει» άπαξ και δια παντός από όλα αυτά τα δεινά που η προσκόλληση στην μητέρα της δημιούργησε? Ή μήπως θα υποβιβάσει τον αναλυτή από υποκείμενο της γνώσης σε έναν ψεύτη – απατεώνα που επιθυμεί την εκμετάλλευση της και επιδιώκει, ως ανταγωνιστής, να κερδίσει εκείνος την μητέρα για λογαριασμό του, αδιαφορώντας για την τύχη της?

Ποιος αλήθεια μπορεί να μαντέψει την απάντηση? 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου