«Τό ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό
χρειάζεται σοβαρότης. Και όμως μέ είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν
εκτιμώ τήν σοβαρότητα.
Ας εξηγηθώ
καλλίτερα. Μέ αρέσει στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης• δηλ. ½ ώρα, ή μια ώρα, ή δυο
ή 3 ώρες σοβαρότητα τήν ημέρα. Συχνά βέβαια και σχεδόν ολόκληρη μέρα
σοβαρότητα.
Άλλως μέ αρέσουν τά
χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία η με ευφυή λόγια, τό χαμπαγκάρισμα[1]
(humbugging).
Αλλά δεν κάνει
Δυσκολεύει τές δουλειές –
Διότι ως επί τό
πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες[2]
και αμαθείς. Αυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί. Μούτρα, σέρια ζωωδώς• πού να
αστειευθούν• αφού δεν καταλαμβάνουν. Τά σέρ(ι)α τους μούτρα είναι
αντικατοπτρισμός. Όλα τά πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για τήν
αγραμματοσύνη τους και για τήν κουταμάρα τους, γιαυτό σαν βώδια και σαν πρόβατα
(τά ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες) είναι περιχεμένη επάνω στα
χαρακτηριστικά τους η σοβαρότης.
Ο αστείος άνθρωπος
γενικώς περιφρονείται, τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν σημαντικά, δεν
εμπνέει πολλήν πεποίθησιν. Γι’ αυτό κ’
εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Ηύρα πως μεγάλως μέ
διευκολύνει τές υποθέσεις μου. Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ.»
26. 10 ’08 –
Kαβάφης 45 χρόνων
Ο ίδιος ο Καβάφης, μέσα του,
αισθάνεται ένας αστείος άνθρωπος, που ντύνεται τον μανδύα της σοβαρότητας γιατί
« ηύρε πως μεγάλως τον διευκολύνει στις
υποθέσεις του.» Αυτό που του αρέσει όμως είναι «τα χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία».
Τα ποιήματά του είναι κι αυτά ντυμένα
με τη σοβαρότητα που χρειάζονται οι πολλοί.
«Εσωτερικώς όμως γελούν και αστειεύονται πολύ».
Γι’ αυτό και για να τα
προσελκύσει ο αναγνώστης και να αντλήσει απ’ αυτά την οικεία ηδονή πρέπει να
σκάψει μέσα τους. Να δει το δίσημο λόγο τους. Να συλλάβει την καβαφική ειρωνεία, την αντίφαση ανάμεσα στο «φαίνεσθαι» και το
«είναι».
«Μα δεν είναι ποιητής ο Καβάφης. Πιο πολύ ρεπορτάζ των αιώνων κάνει».
Λέει ο Παλαμάς.
Και ο Καβάφης στέκει πιο πάνω από
όλους τους σύγχρονούς του διανοητές, φορεί το προσωπείο της ειρωνείας και γελά
μέσα απ’ αυτό. Είναι σίγουρος για την αλήθεια των ποιημάτων του. Όπως και για
το γεγονός ότι η κρυπτικότητα που επιλέγει θα αιφνιδιάσει τους σύγχρονούς του.
Δεν τον ενδιαφέρουν όμως οι
συγκαιρινοί του. Απευθύνεται στον αναγνώστη του μέλλοντος. Όπως όλα τα γνήσια
έργα λογοτεχνίας που στέκουν πιο πάνω από τον καιρό τους, συνδιαλέγεται και με
το παρελθόν.
Κι εδώ θα προτάξω τρεις
μυθιστορηματικούς ήρωες. Ο ένας έρχεται από την προεπαναστατική Ρωσία , μέσα
από την ταραγμένη ψυχή του Ντοστογιέφσκι. Είναι ο Νικαλάι Σταβρόγκιν ,ο ήρωας
των «Δαιμονισμένων». Ο μπολιασμένος με την «ιερή μελαγχολία» που μόνο οι
εκλεκτοί δοκιμάζουν και δεν την ανταλλάσσουν ποτέ με την εύκολη ικανοποίηση. Ο
Σταβρόγκιν επιλέγει να εκθέσει τον αστείο άνθρωπο που εξαρχής έκρυβε μέσα του,
αυτή τη φορά όμως ως ασπίδα στη σοβαροφάνεια των γελοίων ανθρώπων του κύκλου
του, ως μόνο μέσο αντίστασης στην ψευτιά που τον κυκλώνει από παντού.
Ο δεύτερος είναι o Χανς Σνηρ από
τις απόψεις ενός κλόουν του Χάινριχ Μπελ . Γιος μιας μεγαλοαστικής οικογένειας
που ζει από κοντά τη σαπίλα του ναζισμού κι επιλέγει το μόνο επάγγελμα που
ταιριάζει στην αθώα ψυχή του, τον μόνο ρόλο που θα τον έφερνε κοντά στην
αλήθεια του παιδιού που βίαια πήγε να σκοτώσει η σήψη του ναζισμού. Γίνεται
κλόουν, ένας αστείος άνθρωπος που «γενικώς
περιφρονείται και δε λαμβάνεται υπόψιν σημαντικά». Ένας κλόουν εναντίον του
Ναζισμού! Αδιόρθωτη που είσαι, ω ειρωνεία…
Ο τρίτος έρχεται από τη Γαλλία.
Είναι ο ήρωας της «Πτώσης» του Αλμπέρ Καμύ. Ένας άνθρωπος που έχει την τόλμη να
κοιτάξει κατάματα δίχως παρηγορητικές παρωπίδες την μικρότητα της ψυχής του και
– ως άλλος Σταβρόγκιν – αντιστέκεται στην υποκρισία και τη σοβαροφάνεια των
άλλων με το μόνο μέσο που διαθέτει: Το σαρκασμό και την ειρωνεία, τον κυνισμό
του ανθρώπου που όμως μέσα του πενθεί για το θάνατο της αθωότητας.
Ποιο είναι το νήμα που ενώνει και
τους τρεις ήρωες; Αυτό που τους φέρνει τόσο κοντά στη σκέψη του Καβάφη; Δύο
πράγματα: Πρώτον η αδήριτη ανάγκη για την αλήθεια. «Τούτη η απόλυτη δολοφονία μιας αλήθειας μου ’φερνε ίλιγγο».
Μονολογεί ο ήρωας στην «Πτώση». Δεύτερον, ο ειρωνικός τους λόγος απέναντι στον
τρόμο του πραγματικού.
Ο Καβάφης προτάσσει την ειρωνεία
ως ασπίδα στη σοβαροφάνεια των αδαών, των ανθρώπων που βουτηγμένοι στην
αυταρέσκεια της κουταμάρας τους μισούν την αλήθεια. Κι απ’ αυτήν την άποψη
τείνει το χέρι στον Ντοστογιέφσκι, τον Καμύ και τον Μπελ, με τον τρόπο που μόνο
οι αληθινοί διανοητές ξέρουν να κάνουν.
[1] humbug =
αγυρτεία, απάτη, κν. παπατζιλίκι:
Η φράση bah, humbug! ακούγεται στη «Χριστουγεννιάτικη
Ιστορία» του Καρόλου (ή Τσαρλς, αν προτιμάτε) Ντίκενς, από το στόμα του
ανάποδου και τζαναμπέτη Εμπενίζερ Σκρουτζ
[2] Ζευζέκης
: Όσο περισσότερο απασχολεί την κοινωνία ένα φαινόμενο, τόσο περισσότερες
λέξεις υπάρχουν για να προσδιορίσουν τις πτυχές του. Για παράδειγμα οι Εσκιμώοι
λέγεται ότι έχουν τις περισσότερες λέξεις για το λευκό.
Επειδή το ποσοστό των βλακών στη δική μας κοινωνία
είναι μεγάλο (1 στους 4 ή 25% αν προτιμάτε), ο ζευζέκης είναι μια από τις
πολλές λέξεις που υπάρχουν για να αποτυπώσουν τον βλάκα.
ζεβζέκης, επίθ., (ο) ουσ. ανόητος. || κατεργάρης. ||
ιδιότροπος. Τούρκικο δάνειο zevzek = ανόητος, ζεβζέκης.
Συνώνυμα: χάχας, μάπας, πανίβλακας, σαχλαμάρας,
αφελής, χάπατο, κεφάλας, φιόγκος κ.λπ.
«- Πρέπει να
είσαι ζεβζέκης, είπε νευρικά ό Βασιλιάς. Είμαι βέβαιος πώς έγώ θα βρω τό
θησαυρό. Και γονατίζοντας πλάγι στό πανέρι, χώθηκε ό μισός μέσα». Πηνελόπη
Δέλτα, «Παραμύθι χωρίς όνομα»

https://www.fractalart.gr/dokimio-o-asteios-anthropos/
ΑπάντησηΔιαγραφήΘα ήταν καλό, όταν αναδημοσιεύετε κείμενα, να αναφέρετε το όνομα του συγγραφέα και το σάιτ από το οποίο τα αντλήσατε. Το κείμενο είναι γραμμένο από την Ειρήνη Παραδεισανού και δημοσιεύτηκε στο Fractal στις 26/11/2014.
Υποθέτω λοιπόν ο διαχειριστής του μπλοκ παρέλειψε να αναφέρει το συντάκτη του κειμένου, οπότε πρόκειται για αβλεψία, την οποία οφείλει άμεσα να αποκαταστήσει, ή ακόμη χειρότερο ότι ο συντάκτης του μπλοκ ιδιοποιείται ένα ξένο κείμενο, οπότε εγείρεται ζήτημα λογοκλοπής. Σε κάθε περίπτωση οφείλονται εξηγήσεις.
ΑπάντησηΔιαγραφή