Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

«Μαμά Γερνάω» ένα τραγούδι – δύο ιστορίες.

«Μαμά, πεινάω
μαμά, φοβάμαι
μαμά, γερνάω, μαμά.
Και τρέμω να `μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς:
ωραία, νέα κι ατυχής».

Ακούς το κομμάτι και ανατριχιάζεις. Δεν ξέρεις τι είναι αυτό που στο προκαλεί. Μήπως η φωνή της Τάνιας ή μήπως οι στίχοι της Λίνας ή μήπως, γιατί όχι, η μουσική του Σταμάτη; Μήπως είναι όλα μαζί;

Γρήγορα οι σκέψεις σε πλημμυρίζουν. Σκέψεις μπερδεμένες με συναισθήματα μπερδεμένα. Το πρόσωπο σου έχει μια δόση θλίψης. Γρήγορα στα μάτια σου μια τρικυμία θολώνει το βλέμμα σου. Όσο οι στίχοι ξετυλίγονται στα αυτιά σου ένα δάκρυ οργώνει τα μάγουλα. Η καρδιά χτυπά βαθμιαία όλο και πιο γρήγορα. Και εκεί στο τέλος, αγαλματοποιείσαι, τουλάχιστον για κάποια δευτερόλεπτα. 
Δεν λες τίποτε. Μόνο σωπαίνεις.

Νιώθεις αμήχανος.

”Τι το προκάλεσε όλο αυτό;” σκέφτεσαι. “Μα είναι δυνατόν εκείνα τα: «πεινάω», «φοβάμαι», «γερνάω», η θύμηση αυτών των αναγκών του σώματος να προκάλεσαν όλο αυτό το νταβαντούρι;”, αναρωτιέσαι.

Εδώ ο καθένας έχει να πει την δική του ιστορία. Η ίδια η Τάνια αποκαλύπτει την δική της.

Η ιστορία της Τάνιας

“Είχαμε γνωριστεί με τα παιδιά και όλο λέγαμε να κάνουμε κάτι μαζί, αλλά δεν καθόταν. Εν τω μεταξύ πεθαίνει η μητέρα μου. Νοέμβρης του ’86. Είμαι στα χάλια μου εγώ, δεν θέλω να βγαίνω, να τρώω, περνάω δύσκολα.
Ένα βράδυ, αρχές του άλλου χρόνου, με τραβάνε τα παιδιά να πάω στην παράσταση τους, να βγω λιγάκι, και όντως πάω στη «Λεωφόρο Α», όπου τραγουδούσαν η Άλκηστις και η Ελευθερία. Είμαι όμως χάλια. Απαρηγόρητη. Μου λένε πάλι να κάνουμε κάτι μαζί και τους απαντώ, «παιδιά, ούτε δίσκο θέλω, ούτε τίποτα. Το μόνο που θα είχε τώρα νόημα για μένα θα ήταν ένα τραγούδι που θα έλεγα στη μάνα μου ό,τι δεν πρόλαβα να της πω».

Περνάνε λίγες ημέρες και ένα βράδυ, που παίζουμε χαρτιά με το Σταμάτη, καταλαβαίνω ότι το πάει από ‘δω, το πάει από ‘κει, κάτι θέλει να μου πει.

Στο τέλος δεν αντέχει και μου το ξεφουρνίζει:«Σου ‘χει γράψει ένα η Λίνα που δεν θα το πιστεύεις».
Έτσι όπως είμαστε, παρατάμε τα χαρτιά, τα παρατάμε όλα και δίνουμε ραντεβού με τη Λίνα. Αυτό το τραγούδι, όντως δεν μπορούσα να το προβάρω όπως τα άλλα που έγιναν για τον δίσκο. Δεν το άντεχα. Έτοιμος ήταν ο υπόλοιπος, αλλά αυτό δεν μπορούσα…Πρώτη φορά λοιπόν μπαίνουμε και οι τρεις στο στούντιο να ψάξουμε τόνο και αρχίζω… Κάποια στιγμή ψάχνω να τους βρω και είχαν εξαφανιστεί όλοι. Ο Σταμάτης, ο ηχολήπτης, όλοι. Μόνο η Λίνα έκανε ότι διάβαζε εφημερίδα. Όλοι μέσα στο στούντιο έκλαιγαν. Τελικά αυτή την πρώτη «πρόβα» την κρατήσαμε και στον δίσκο, είναι το «Υστερόγραφο»”.

Την μουσική υπογράφει ο Σταμάτης Κραουνάκης ενώ τους στίχους η Λίνα Νικολακοπούλου. Το τραγούδι συμπεριλαμβάνεται στον ομώνυμο δίσκο της Τάνιας Τσανακλίδου που κυκλοφόρησε το 1988.

Η ιστορία η δική μου

Η ανάγκη, ξέρετε, σχετίζεται ολοκληρωτικά με τα βιολογικά ένστικτα και υποχωρεί τελείως, έστω και προσωρινά, όταν ικανοποιηθεί. Προσοχή λίγο σε αυτό το σημείο. Θα ακούσουμε το παιδί να λέει «Πεινάω …». Την στιγμή που αρθρώνει την πρόταση έχουμε ένα αίτημα του. Δεν έχουμε μια ανάγκη του. Ανάγκη είναι η πείνα που ένιωσε στο σώμα του πριν το αρθρώσει στην ομιλία του. Από την στιγμή που το αρθρώνει στην ομιλία του τότε έχουμε να κάνουμε με το αίτημα του.

Γιατί όμως είναι τόσο σημαντικό να ξεχωρίσουμε την ανάγκη του παιδιού από το αίτημα του;

Είναι τόσο σημαντικό διότι αλλιώς δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε επαρκώς την επιθυμία του και άρα την έδρα του θεμελιώδους προβλήματος που το καθορίζει ως υποκείμενο.
Ιδού, λοιπόν, πως έχει το πράγμα:

Το παιδί βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης, που απαιτεί ικανοποίηση σε ένα πλαίσιο βασικά οργανικό. Την πρώτη φορά που του προτείνεται ένα αντικείμενο προς ικανοποίηση της ανάγκης, δεν υπάρχει ακόμα ψυχική αναπαράσταση. Αυτό σημαίνει ότι η ψυχή του δεν έχει σαφή γνώση για το τι θα ήταν αυτό που θα ικανοποιούσε, ας πούμε, την «πείνα» του. Με άλλα λόγια, δεν ήξερε καν ότι «πεινάει». Αυτό που ένιωθε ήταν μια μεγάλη ένταση στο σώμα του και αυτό το οδήγησε στο κλάμα του. Η μητέρα ανταποκρίθηκε σε αυτό το κλάμα δίνοντας του να φάει. Αυτή η πρώτη εμπειρία ικανοποίησης απορρέει από μια αμιγή ανάγκη. Γράφω «αμιγή» διότι έχουμε ικανοποίηση της ανάγκης χωρίς ψυχική διαμεσολάβηση.  Εδώ βρίσκεται και η απαρχή της άμεσης ευχαρίστησης, η οποία επιτυγχάνει την μείωση της έντασης που είχε προκληθεί.

Αυτή η πρώτη εμπειρία ικανοποίησης αφήνει ένα μνημονικό ίχνος στο ψυχικό όργανο του παιδιού. Η ικανοποίηση του πλέον θα συνδεθεί με την εικόνα του αντικειμένου που του έδωσε την ικανοποίηση. Έκτοτε, όταν η κατάσταση έντασης επανεμφανίζεται, το μνημονικό ίχνος θα ενεργοποιείται μαζί με την εικόνα του αντικειμένου που παρείχε την ικανοποίηση του. Στην αρχή θα υπάρχει μια σύγχυση μεταξύ αναπαριστώμενου αντικειμένου και του πραγματικού αντικειμένου ικανοποίησης, με έμφαση στην επένδυση της μνημονικής εικόνας. Αυτό θα αποτελέσει, στην συνέχεια της ζωής, και τον «δείκτη πραγματικότητας» του υποκειμένου του παιδιού. Το παιδί αρχικά θα έχει την τάση να ικανοποιείται με ένα ψευδαισθητικό τρόπο μια και ο πιο άμεσος τρόπος μείωσης της έντασης είναι αυτός. Με την επανάληψη όμως των πραγματικών ικανοποιήσεων των αναγκών του, το παιδί θα αποκτήσει την ικανότητα να διαφοροποιεί την μνημονική εικόνα ικανοποίησης από την πραγματική ικανοποίηση και θα στραφεί προς το πραγματικό αντικείμενο για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του.

Η μνημονική εικόνα, θα αποτελέσει το πρότυπο που θα αναζητήσει το παιδί για την κάλυψη των ενορμήσεων του και θα λειτουργήσει στο ψυχικό όργανο ως μια «προκαταβολική αναπαράσταση ικανοποίησης».

Το κλάμα του χρησίμευσε για να κάνει τον Άλλο (την μητέρα) να φροντίσει τις ανάγκες του. Η παρουσία του Άλλου όμως σύντομα αποκτά διπλή σημασία. Από την μια ικανοποιεί την ανάγκη του και από την άλλη η παρουσία του έρχεται να συμβολίσει την αγάπη του για αυτό. Έτσι το αίτημα γρήγορα γίνεται η έκφραση για ικανοποίηση της ανάγκης αλλά και αίτημα για αγάπη. Αυτή η διπλή λειτουργία του αιτήματος γεννά την επιθυμία. Ενώ οι ανάγκες που αρθρώνονται μέσα στο αίτημα μπορούν να ικανοποιηθούν, η δίψα για αγάπη είναι ακόρεστη, κι έτσι αφήνει πάντα ένα υπόλοιπο ακόμα και μετά την ικανοποίηση των αναγκών.

Το αίτημα συνδέεται άρρηκτα με την αρχική ανημπόρια του ανθρώπινου υποκειμένου.

Το αίτημα όσο αφορά την ικανοποίηση των αναγκών είναι δυνατόν να καλυφθεί από τον Άλλον, όσο αφορά όμως την απαίτηση για «απεριόριστη αγάπη» την οποία αναζητά το υποκείμενο, αυτή θα παραμείνει ανικανοποίητη. Διότι η ουσία της επιθυμίας βρίσκεται στην δυναμική τάση αναβίωσης της εμπειρίας της πρώτης «αυτόματης» ικανοποίησης της ανάγκης του. Συνεπώς η ικανοποίηση της επιθυμίας του δεν μπορεί να υπάρξει μέσα στην πραγματικότητα αλλά μόνο μέσα στην διάσταση της ψυχικής πραγματικότητας.

Αυτό είναι που στην ψυχανάλυση μας οδηγεί να λέμε: «Η επιθυμία δεν είναι ούτε η όρεξη για ικανοποίηση, ούτε το αίτημα για αγάπη, αλλά η διαφορά που προκύπτει αν αφαιρέσουμε την πρώτη από την δεύτερη».
Αυτό το υπόλοιπο, που προκύπτει μεταξύ της αίτησης για ικανοποίηση της ανάγκης και του αιτήματος για αγάπη, ονομάζουμε επιθυμία.

Η επιθυμία εμφανίζεται συνδεδεμένη με μια έλλειψη που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από κανένα πραγματικό αντικείμενο. Ενώ η ενόρμηση έχει αντικείμενο, η επιθυμία στερείται αντικειμένου. Το αντικείμενο της ενόρμησης είναι πάντα ένα μεταμφιεσμένο αντικείμενο της ίδιας της επιθυμίας.

Την ώρα λοιπόν, που το παιδί αρθρώνει το «πεινάω» του δηλώνει αφενός ότι το σώμα του έχει ανάγκη να τραφεί, αλλά ταυτόχρονα αιτείται προς τον Άλλο «τάισε με!». Το πρώτο σημαίνει ανάγκη βιολογική ενώ το δεύτερο σημαίνει αναγνώριση και αγάπη από τον Άλλο προς εμένα. Αθροίζοντας αυτά τα δύο έχουμε μπροστά μας το αίτημα του. Αφαιρώντας, λοιπόν, από το αίτημα την ανάγκη αυτό που μένει είναι η επιθυμία.

Ιδού η εξίσωση: Αίτημα – Ανάγκη = Επιθυμία  (Θεμελιώδης εξίσωση)

Μπορούμε να το γράψουμε και ανάποδα (όχι χρησιμοποιώντας την «αφαίρεση» αλλά την «πρόσθεση»):

Ανάγκη + Επιθυμία = Αίτημα.

Αυτές είναι οι δύο ιστορίες (εκδοχές) του κομματιού που προσπαθούν να απαντήσουν στο «γιατί όλο αυτό το νταβαντούρι;». Διαλέγετε και παίρνετε όποια σας γουστάρει από τις δύο.

Γιατί όχι και τις δύο, θα μου πει κάποιος!  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου