Όταν
κάποιος ορίζει τον εαυτό του ως ομοφυλόφιλο, ορίζει την υποκειμενική του θέση
με βάση την επιλογή αντικειμένου του. Δηλαδή, χαρακτηρίζει τον εαυτό του με
βάση το φύλο του ατόμου ή των ατόμων από τα οποία προσδοκά σεξουαλική
ικανοποίηση.
Ένα
τέτοιο υποκείμενο μπορεί να προσδοκά αλλαγή στην επιλογή αντικειμένου ή μπορεί
να προσδοκά ότι η ανάλυση θα θεραπεύσει τα συμπτώματα του, όπως π.χ., δυσφορία,
άγχος και κατάθλιψη, τα οποία νιώθει ότι οφείλονται στην επιλογή αντικειμένου
του.
Το
ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι το εξής: «Είναι δυνατόν να υποσχεθεί ένας
αναλυτής αλλαγή επιλογής αντικειμένου;»
Γενικά,
ο αναλυτής δεν υπόσχεται τίποτε, αλλά, ακόμη περισσότερο, δεν μπορεί να
υποσχεθεί νέα επιλογή αντικειμένου. Όπως λέει και ο Λακάν, ομοφυλόφιλοι υπάρχουν,
δεν μπορούμε όμως να τους θεραπεύσουμε. Αυτή είναι μία από τις διαφορές μεταξύ
νευρωτικής και διαστροφικής (κλινικά διαστροφικής) υποκειμενικής θέσης.
Αν
απλουστεύσουμε λίγο, μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι ο νευρωτικός είναι, κατά
βάση, αβέβαιος για την σεξουαλική ικανοποίηση και δεν γνωρίζει που να την βρει.
Εκείνο που σίγουρα ξέρει είναι ότι κάπου υπάρχει ένα έλλειμμα όσον αφορά την
σεξουαλική ικανοποίηση. Έτσι, ο νευρωτικός ξεκινά μια λαβυρινθώδη έρευνα για το
«χαμένο» αντικείμενο, και αυτό το ονομάζουμε Επιθυμία. Άλλωστε, η λατινική ρίζα της επιθυμίας είναι desiderium και
σημαίνει λαχτάρα που υπονοεί μια
απουσία.
Αντίθετα,
ο διεστραμμένος έχει βρει το αντικείμενο, και αυτό είναι το πρόβλημα του: είναι
βέβαιος για τους τρόπους επίτευξης σεξουαλικής ικανοποίησης, αλλά δεν είναι
αυτός ο λόγος που έρχεται στην ανάλυση. Νιώθει ότι αυτό δεν είναι εκείνο που θα
έπρεπε να είναι, ότι έχει βρει σεξουαλική ικανοποίηση, δεν είναι όμως το σωστό
είδος!
Συμπέρασμα:
είτε δεν βρίσκεις είτε, αν την βρεις, δεν είναι η σωστή!
Λίγοι
διεστραμμένοι ζητούν ψυχανάλυση. Θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι οι
διαστροφικοί δεν είναι αναλύσιμοι. Γεγονός είναι πάντως ότι δεν έρχονται να
ζητήσουν ανάλυση. Δεν έρχονται προς αναζήτηση του «χαμένου» αντικειμένου.
Επομένως, η κοινή λογική λέει ότι, κατά κάποιον τρόπο, το έχουν βρει και δεν
υπάρχει τίποτε που να προσδοκούν από την ανάλυση.
Το
αποτέλεσμα που είναι γνωστό στην Λακανική ψυχανάλυση με το όνομα ως «το
υποτιθέμενο ως γνώση υποκείμενο» - θέση την οποία «καταλαμβάνει», στα μάτια του
αναλυόμενου, ο αναλυτής – δεν προκύπτει με έναν γνήσιο διαστροφικό, γεγονός που
δείχνει ότι το εν λόγω υποκείμενο προκύπτει πάντα στην θέση της σεξουαλικής
απόλαυσης. Απαιτείται, χρειάζεται ένα κάποιο κενό, ένα έλλειμμα στον τύπο της
σεξουαλικής απόλαυσης για να προκύψει το «υποτιθέμενο ως γνώση υποκείμενο». Ο
γνήσιος διαστροφικός δεν έχει τέτοιο κενό. Έχει ένα σταθερό, αμετάβλητο μερίδιο
απόλαυσης, πάντα έτοιμο προς χρήση – είναι «του χεριού του», μια απόλαυση «του
χεριού του»!
Η
επιθυμία είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Είναι μια λαχτάρα. Θυμάμαι εδώ, μια διεστραμμένη η οποία με πήρε στο τηλέφωνο
για να με ρωτήσει τι σημαίνει «λαχτάρα», ήταν η λέξη που είχε ακούσει από το
στόμα του σεξουαλικού της συντρόφου και δεν γνώριζε το νόημα της! Η επιθυμία,
λοιπόν, για να επανέλθω, προϋποθέτει την ανοχή της απουσίας, του «δεν έχω»,
και, με αυτή την έννοια, η επιθυμία είναι ουσιαστικά ένα ερώτημα. Για να
απλοποιήσω τα πράγματα, μπορώ να αντιπαραθέσω την επιθυμία ως ερώτημα στην
σταθερότητα της απόλαυσης ως απάντησης, μια απάντηση η οποία είναι ήδη παρούσα!
Ο
διεστραμμένος αναλυόμενος είναι ένας παράδοξος αναλυόμενος: Ως γνήσιος
αναλυόμενος «οφείλει», πρέπει να έχει ένα ερώτημα. Συνεπώς, με μια έννοια, η
διαστροφή εξαφανίζεται στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι – είτε η διαστροφή εξαφανίζεται
στο ντιβάνι είτε ο αναλυόμενος εξαφανίζεται από το ντιβάνι!
Αν
μιλάμε για τον «διεστραμμένο αναλυόμενο», αν υπάρχει κάποιος τέτοιος, πρέπει να
πω ότι εκφράζει βεβαιότητα σε ό,τι αφορά στους τρόπους και στα μέσα της
σεξουαλικής του απόλαυσης. Υποφέρει από αυτή την βεβαιότητα και την ίδια στιγμή
θέτει το ζήτημα της επιθυμίας του, σαν, και σε ένα άλλο επίπεδο, να μην
ικανοποιείται από την ικανοποίηση του. Αυτό το γεγονός με αναγκάζει να διακρίνω
την απόλαυση από την επιθυμία. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι είπα κάποτε
σε μια διεστραμμένη αναλυόμενη: «Αν δεν
έχετε κάτι ευχάριστο να μου πείτε μην μου ξανατηλεφωνήσετε». Λοιπόν, δεν
μου τηλεφώνησε ποτέ!
Από
την μια πλευρά λοιπόν, έχουμε την απόλαυση η οποία χαρακτηρίζεται από την
αδράνεια της και, από την άλλη πλευρά, την επιθυμία ως ερώτημα. Την ελεύθερη,
την κρυφή, την αστραποβόλα ή την ανεσταλμένη επιθυμία, που είναι στην ουσία
αμήχανη.
Αυτό
είναι το παράδοξο του διαστροφικού αναλυόμενου: πρόκειται για κάποιον που έχει
μια σίγουρη απάντηση, είναι όμως αμήχανος!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου