Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2020

Ο κλινικά διεστραμμένος δεν αρνείται τον Άλλο, τον διαψεύδει. (ανάλυση της δομής)

Θα ξεκινήσω εισάγοντας μια βασική θέση που αφορά στην κλινική διαστροφή: Δεν υπάρχει άρνηση του Άλλου στην διαστροφή. Η θέση που εισάγω είναι ότι αποτελεί σφάλμα να πιστεύουμε ότι ο Άλλος δεν υπάρχει στην διαστροφή. Αντίθετα, ο διεστραμμένος χρειάζεται τον Άλλο, τον έχει ανάγκη πολύ περισσότερο από ότι ένας ιδεοψυχαναγκαστικός νευρωτικός.

Για παράδειγμα, ο τελευταίος δεν χρειάζεται κανένα, και του είναι πολύ δύσκολο να ανοιχτεί. Ακόμα και το να αρθρώσει ένα αίτημα προς τον Άλλο του είναι αφόρητο. Ο ιδεοψυχαναγκαστικός νευρωτικός περνάει πολύ χρόνο μιλώντας στον εαυτό του, τον χαρακτηρίζει η ενδο-υποκειμενικότητα, όχι η δι-υποκειμενικότητα.

Για να διευκρινίσουμε τι εννοούμε με την έννοια «κλινική διαστροφή» πρέπει να πούμε ότι το κομβικό στοιχείο που μας κάνει να την διαχωρίζουμε από την νεύρωση είναι το οιδιπόδειο σύμπλεγμα σε συνδυασμό με το σύμπλεγμα του ευνουχισμού. Για να εξηγηθούμε λίγο περισσότερο πρέπει να πούμε ότι σύμφωνα με την λακανική ψυχανάλυση η προ – οιδιπόδεια ενόρμηση δεν είναι μια προ – γλωσσική ενόρμηση ή κάποια ωμή ουσία, πρωτογενής, πρωτόγονη. Ο Άλλος (η γλώσσα) είναι ήδη παρών μέσα στην ενόρμηση γεγονός που καθιστά την τελευταία όχι ωμή αλλά μαγειρεμένη. Πρόκειται για μια πολύ εκλεπτυσμένη ενόρμηση. Εκείνο που αφορά στην κλινική διαστροφή σχετίζεται με τον ευνουχισμό του Άλλου (της γλώσσας) σε σχέση με αυτόν τον Άλλο που έχει εμπρός του ο νευρωτικός. Ο Άλλος του νευρωτικού είναι ήδη ευνουχισμένος. Ο νευρωτικός είναι τέτοιος, ακριβώς και επειδή έχει αποδεχτεί τον ευνουχισμό της γλώσσας. Έχει αποδεχτεί δηλαδή, ότι ο Άλλος του σημαίνοντος είναι ελλιπής. Ότι, εξαιτίας αυτής της έλλειψης, είναι επιθυμών Άλλος.

Αυτό που αρνείται ο κλινικά διεστραμμένος είναι αυτή ακριβώς την έλλειψη στον Άλλο. Προσοχή: Δεν αρνείται τον Άλλο, αρνείται τον ευνουχισμένο Άλλο. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρνείται την γλώσσα και τα σημαίνοντα της αλλά αρνείται την διφορούμενη σημασία των σημαινόντων που την διέπουν. Δεν δέχεται, λοιπόν, την πολλαπλότητα των σημαινομένων και των νοημάτων που ακολουθούν το σημαίνον. Αρνείται έτσι, την βασική λειτουργία της γλώσσας. Θέλει, επιδιώκει και αποδέχεται τον πλήρη Άλλο, την «ολοκληρωμένη» γλώσσα, εκείνη που δεν θέλει, που δεν επιθυμεί τίποτε. Δεν πιστεύει στο διφορούμενο των νοημάτων της και ως εκ τούτου προσπαθεί να διαψεύσει τον ευνουχισμό της. Δεν αποδέχεται ότι η γλώσσα είναι ελλιπής, ότι έχει κενό και επομένως αιτείται από το υποκείμενο να υπηρετήσει την επιθυμία της (την έλλειψη της, πάει να πει) ώστε να αγαπηθεί από εκείνη. Αποδέχεται ότι είναι πλήρης και ότι το υποκείμενο το μόνο που έχει να κάνει είναι να γίνει εκείνο το όργανο που θα την εκφέρει. Για αυτό και πιστεύει ότι δεν υπάρχει αγάπη στον Άλλο. Ο Άλλος δεν αγαπάει, σύμφωνα με την αντίληψη του διεστραμμένου και ως εκ τούτου γίνεται αντικείμενο της ειρωνείας του η αγάπη του Άλλου. Το στόμα του υποκειμένου, για τον κλινικά διεστραμμένο, είναι προορισμένο απλώς να εκφέρει την γλώσσα. Για εκείνον δεν υπάρχει καμιά διάκριση ανάμεσα στην εκφορά και στο εκφερόμενο. Ενώ για τον νευρωτικό αυτό το τελευταίο είναι προφανές ίδιον της γλώσσας ως αποτέλεσμα του ευνουχισμού που έχει υποστεί ο Άλλος, για τον διεστραμμένο αυτό είναι απαράδεκτο! Για τον κλινικά διεστραμμένο κάθε αίτημα δεν είναι ερμηνεύσιμο. Εννοεί εκείνο που αιτείται, εκείνο που λέγεται. Υπό αυτήν την έννοια ο κλινικά διεστραμμένος είναι πολύ πιο «κοντά» στην ενόρμηση από ότι ο νευρωτικός.

Για να καταλάβουμε τι εννοώ με το παραπάνω πρέπει να γνωρίζουμε ότι στην ανάλυση ξέρουμε ότι έχουμε να κάνουμε με την ενόρμηση όταν δεν υπάρχει πλέον τίποτε να ερμηνεύσουμε. Οι αναλυτές μιλούν για ενορμήσεις όταν η ερμηνεία είναι πλέον αδιανόητη. Έτσι λοιπόν, συμβαίνει και με τον κλινικά διεστραμμένο, θεωρεί ότι τίποτε από όσα περιέχει η ομιλία του Άλλου δεν επιδέχεται ερμηνείας. Αυτό σημαίνει ότι ο Άλλος που μιλά είτε λέει αλήθεια είτε λέει ψέμα. Ό,τι και αν λέγεται πάντως είναι αυτό που εννοείται, δεν υπάρχει τίποτε πέραν αυτού, δεν υφίσταται κάτι σε όσα λέγονται που «οφείλει» ο κλινικά διεστραμμένος να ερμηνεύσει. Για τον τελευταίο, με άλλα λόγια, εκείνο που μιλά είναι η ενόρμηση αυτοπροσώπως! Ούτε διανοείται ότι η ενόρμηση υπόκειται στην σιωπή, ότι δεν μιλάει ποτέ! Ούτε διανοείται ότι το αίτημα (δηλαδή η ομιλία) χρειάζεται τον Άλλον και για αυτό εκφέρεται. Ότι μέσα στο αίτημα βρίσκουμε καμουφλαρισμένη την επιθυμία του Άλλου – άρα και η επιθυμία έχει ανάγκη την ύπαρξη του Άλλου για να απευθυνθεί – και ότι μόνο η ενόρμηση είναι εκείνη που δεν έχει ανάγκη κανέναν αλλά στοχεύει μόνο στην ικανοποίηση ως αντικείμενο και πουθενά αλλού.


Δεν περνάει καν από το μυαλό του κλινικά διεστραμμένου ότι ο ευνουχισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια θυσία της ικανοποίησης της ενόρμησης. Και ότι αποτελεί θεμελιώδη επίπτωση της γλώσσας στην ικανοποίηση. Ότι πρόκειται για μια θυσία της ικανοποίησης που έχει ο καθένας του χεριού του, δηλαδή του αυνανισμού, και ότι αυτή ακριβώς η θυσία αποτελεί προϋπόθεση για να ανοιχθεί κάποιος προς το αντίθετο φύλο.

Δεν αντιλαμβάνεται ούτε κατ’ ελάχιστον ο κλινικά διεστραμμένος, ότι το σώμα του νευρωτικού, εξαιτίας του ευνουχισμού που υπέστη εκκενώθηκε από ικανοποίηση σε τέτοιο σημείο ώσπου, η λίμπιντο περιορίστηκε σε λίγες μόνο ζώνες τις οποίες συνηθίσαμε να τις χαρακτηρίζουμε με το επίθετο «ερωτογόνες». Ως εκ τούτου, ο ευνουχισμός είναι εκείνος που «ευθύνεται» για εκείνο που η ψυχανάλυση ονομάζει «τεμαχισμό» του σώματος.

Όταν μιλάμε για διαστροφή, με την στενή έννοια του όρου, δηλαδή την διαστροφή ως συγκεκριμένη κλινική δομή, την παρουσιάζουμε πρώτα από όλα ως έναν συγκεκριμένο τρόπο άρνησης του ευνουχισμού, απόρριψης της αναγκαίας θυσίας της ικανοποίησης. Για αυτό ο διεστραμμένος διαψεύδει (και δεν αρνείται την ύπαρξη) τον Άλλο του νευρωτικού ως ευνουχισμένο και από εδώ απορρέει η ειρωνεία του η οποία γίνεται πηγή δυσφορίας για τον νευρωτικό και οδηγεί στον εκνευρισμό και  στην σύγκρουση μαζί του. Η λακανική ψυχανάλυση δεν λέει τίποτε διαφορετικό, όταν χαρακτηρίζει την διεστραμμένη λειτουργία ως επαναφορά της Απόλαυσης στον Άλλο, επιστροφή «του αντικειμένου α» - που εκπροσωπεί την θυσία της ικανοποίησης – στον Άλλο. Μπορούμε να αναπαραστήσουμε τον Άλλο ως το σώμα από το οποίο έχει εκκενωθεί η απόλαυση.

Με αυτή την έννοια μπορεί να ειπωθεί ότι εκείνο που φοβάται ο διεστραμμένος είναι ο ευνουχισμός, και μάλιστα ο ευνουχισμός του Άλλου. Σε αυτό αντιστέκεται.   

Συμπυκνώνοντας την προσέγγιση της ψυχανάλυσης για την διαστροφή, θα έλεγα ότι υπάρχουν δυο βασικοί τρόποι με τους οποίους χαρακτηρίζει τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την συμπλήρωση του Άλλου:
Πρώτον, στο πεδίο της επιθυμίας και δεύτερον στο πεδίο της απόλαυσης. Το πρώτο εκφράζεται με το «Είμαι ο φαλλός που λείπει από τον Άλλο» (αυτό είναι το θέμα της ταύτισης του με το φαντασιακό αντικείμενο της επιθυμίας του Άλλου), το δεύτερο εκφράζεται με το «Είμαι το αντικείμενο α του Άλλου» και έχει άμεση σχέση με το επίπεδο απόλαυσης του Άλλου. Έτσι, ο διεστραμμένος συμπληρώνει τον ευνουχισμένο Άλλο του νευρωτικού επιδιώκοντας να τον καταστήσει πλήρη.

Και εδώ λίγο πριν κλείσω το σημείωμα μου να τονίσω μια αντιπαράθεση που υπάρχει μεταξύ διαστροφής και μετουσίωσης, την οποία αξίζει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε. Είμαι πεπεισμένος ότι προϋπόθεση για την μετουσίωση αποτελεί η μη ύπαρξη αντικειμένου (χαμένο αντικείμενο) έτσι ώστε να μπορείς να δημιουργήσεις κάτι. Αυτό επιτυγχάνει ο ευνουχισμός. Αντίθετα, στην διαστροφή πρέπει ο Άλλος να καταστεί υπαρκτός προκειμένου ο διεστραμμένος να γίνει το εργαλείο του. Για αυτό η μετουσίωση συχνά αποτελεί σωτηρία για την διαστροφή. Είναι, λοιπόν, ανόηητος ο διεστραμμένος που κατά την ανάλυση δεν αποδέχεται να «χάσει» το αντικείμενο ώστε να καταφέρει να μετουσιώσει  αυτό το χάσιμο!      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου