Παρασκευή 24 Ιουλίου 2020

Ένα γράμμα του ΜΑΝΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ προς εμένα!

Στα εννιακόσια δεκαοχτώ, από την Μικράν Ασία, μου ’στειλες κάρτες με στρατό και με την Αγιά Σοφία. Στα καλντερίμια συζητούν ως το πρωί γειτόνοι, μα σκοτεινιάζει ο καιρός και στις καρδιές νυχτώνει. Άνοιξα και την πόρτα μου σαν ν’ άνοιγα σε σένα, κι ήταν αγέρας και βροχή και φύλλα σκορπισμένα. Αυτά τα δέντρα στη βροχή ήταν ανθρώποι μοναχοί, ήταν άνθρωποι δικοί μας που αγαπήσανε μαζί μας.

Κλωστές τα μαλλιά σου σπασμένης κιθάρας, και μέσα σου λάμπουν αγάπες παλιές. Κι αυτά τα τραγούδια που ακούς της δεκάρας τη δόξα σου κρύβουν γι’ αυτό δεν τα λες. Και για τον κόσμο που μισείς δεν είμαι άλλος, και για τον κόσμο που αγαπάς δεν είμαι αυτός,

Τι ζήλεψες τι τα ‘θελες τα ένδοξα Παρίσια, Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος πια παντού είναι τεκές. Διεκδικούσες θαύματα που δίνουν τα χασίσια και παραισθήσεις όσων ζουν μέσα στις φυλακές. Δίψασα στην πόρτα σου γι’ αγάπη κι έγειρα γλυκά να κοιμηθώ. Μου `πες κάποτε μια λέξη όταν ζούσα μοναχός κι ήτανε σαν να `χε βρέξει δύο μερόνυχτα ο θεός.

Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής, περνούσα τα δικά σου δικαστήρια αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια και σαν κακούργο να με τιμωρείς.  Μη μου ζητάς να εξηγήσω κάτι που δεν μπορώ ν’ αρχίσω, ο φάρος είναι πια σβηστός. Ίσως με την δική σου ορφάνια να βρω κι εγώ την περηφάνια για να μη ζω γονατιστός.

Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα; Πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει; Αν είναι κόσμος όμορφος είναι και κόσμος ψεύτης, που μοιάζει σκοτεινό γυαλί και σαν παλιός καθρέφτης.

Ένας άπονος αέρας μ’ έχει φέρει ως εδώ και στο γύρισμα της μέρας είπα να σε ξαναδώ. Πέρασα δρόμους και στενά μα ήταν τα σπίτια σκοτεινά, φαρμάκι το ψωμί, πικρό, που `τρωγα μέχρι να σε βρω. Και σου μιλώ σ’ αυλές και σε μπαλκόνια και σε χαμένους κήπους του Θεού, άσε τις παρεξηγήσεις, σ’ το `χω πει τόσες φορές, μη γυρεύεις εξηγήσεις, μη ζητάς αναφορές. Πριν ρίξεις στα βαθιά την άγκυρά σου και πριν σε βρει καημός για να σκεφτείς, λογάριασε τα χρέη της καρδιάς σου για να ‘χεις γυρισμό να δικαστείς. Του κάτω κόσμου τα πουλιά και τα παγώνια, με φως και νύχτα σου κεντούν μια φορεσιά. Άνθρωποι τρίζουν κι ακονίζουν τα σαγόνια πηδούν και τρέχουν και σε φτάνουν στα μισά. Χρόνια σαν βροχή μες στην άδεια μου ζωή, μη μου φαρμακώνεις άλλο την ψυχή. Χρόνια ορφανά μες στην ίδια γειτονιά μη μου φαρμακώνεις άλλο την καρδιά.
Κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’ αηδόνια με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια, εκεί που πρώτα ήσουνα παντού, και τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια.

 Ό, τι από σένα τώρα έχει μείνει, σε μια φωτογραφία της στιγμής, είναι αυτό που δεν τολμούν τα χείλη σ' εκείνο το τοπίο της βροχής. Όλα μου λεν πως έχεις κιόλας φύγει κι ας λάμπει η ξενοιασιά της εκδρομής. Εσύ όπου να πας, σ’ όποιο ταξίδι, σε λάθος στάση θα κατεβείς!

Όταν ρυθμίσετε, λοιπόν, τη διαθήκη και το μερίδιο δοθεί του καθενός, εμένα αφήστε μου το δρόμο που μου ανήκει, αυτόν που διάλεξα να πάρω μοναχός. Άλλοι νομίζανε πως ήμουνα μεγάλος κι από σπουργίτι θα γινόμουνα αετός!
Σαν ραγίσει το ποτήρι δεν τ’ αγγίζεις άλλο πια, βάζεις μόνο ένα λουλούδι και στολίζεις μια γωνιά.

Υ.Γ.  «Που πήγε αυτός που ξέρει να μιλά»; Ήταν αυτοί οι άνθρωποι που μπορούσαν να κάνουνε κάτι και εξαφανίστηκαν. Αν είχαν τη δυνατότητα και τις ευκαιρίες να αναδειχτούν σε ηγετικές μορφές θα μπορούσαν να βοηθήσουν. Πρέπει να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και τις ευρωπαϊκές χώρες.
Για παράδειγμα, είχα γνωρίσει κάποιον εκείνα τα χρόνια που το έγραψα, ο οποίος θα γινόταν μεγάλη πρσωπικότητα αλλά πέθανε στα 28 του χρόνια. Ναι. Ήταν και γι αυτόν αυτός ο στίχος. Θα γινόταν πολύ σημαντικός κριτικός βιβλίων, συγγραφέων, ήταν μεγάλη μορφή… Αλλά αλλιώς τα είχε κανονίσει ο Πανάγαθος και τον πήρε κοντά του (τα λέμε… έτσι όπως τα λέει και πολύς κόσμος).

Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

Έλεγχος, μια ατιμωτική ιδιότητα.

Έλεγχος, το έτυμο της λέξης μας πληροφορεί ότι πρόκειται για μια απαξία, ατιμωτική λέξη, γεμάτη ύβρη.
Στον Όμηρό την βρίσκουμε να σημαίνει «υβρίζω», «ατιμάζω», «ονειδίζω», «ντροπιάζω κάποιον».

Γιατί όμως;

Ας την προσεγγίσουμε ετυμολογικά. Από την ρίζα λαχ – θα δούμε ότι συγγενεύει η σημασία του «ελέγχου» με τον «μικρό», τον «λίγο», τον «ελάχιστο», τον «ελαφρύ τύπο». Έτσι, από την λαχ – έχουμε, με πρόθεμα το «ε», ε – λαχ , ε – λέ – γχω. «Ελαχύς» είναι ο μικρός, ο ολίγος, ο ελάττων ή ελάχιστος.  

Ο ποθητός «αυτό – έλεγχος» του ιδεοψυχαναγκαστικού τον καθιστά μικρό, τον καθιστά ελάχιστο. Αυτός ο «αυτό – έλεγχος» που αποτελεί το φαντασιακό ιδίωμα της εξουσίας του, της κυριαρχίας του πάνω στο Είναι του τον καθιστά ελαχύ. Μέσω αυτής της υποτιθέμενης εξουσίας του αντιμετωπίζει τον διχασμό του ως υποκείμενο. Ο «έλεγχος» είναι ο τρόπος του για να απορρίψει τον Άλλο, να κυριαρχήσει πάνω στον Άλλο και να μην επιτρέψει στην δράση του ασυνειδήτου (του Άλλου) να λάβει χώρα. Οπλίζεται με τον «Λόγο του Κυρίου» (της πολιτικής) για να αισθανθεί την «πληρότητα» και να καταφέρει να φθάσει στην «τελειότητα» της πράξης. Αυτός ο Λόγος του έχει το χαρακτηριστικό ιδίωμα – προκειμένου να ασκήσει την κυριαρχία του Νόμου – να απεχθάνεται τον Λόγο του Άλλου που φωνάζει υπέρ της ύπαρξης της έλλειψης που ταυτόχρονα σημαίνει «μη πληρότητα» αλλά και ότι «η τελειότητα» είναι επίφαση. Μόνο μια «πρόοδο» επιτρέπει ο έλεγχος στο Είναι του υποκειμένου του ιδεοψυχαναγκαστικού. Η «πρόοδος» έγκειται στο να εγκαταλείψει τον έλεγχο μέσω του «διατάσσειν» και να μεταφερθεί  στο έλεγχο μέσω του «γνωρίζειν» (Διανόηση). Τώρα ο Λόγος του διατυμπανίζει ως «πρόοδο» την ουδετερότητα – αντικειμενικότητα της γνώσης. Τώρα ο Λόγος του κυνηγά την «Αυθεντία» της γνώσης. Τώρα ο έλεγχος που εξουσιάζει την γνώση μισεί την «μη – γνώση», μισεί δηλαδή την υποψία ότι το ασυνείδητο γνωρίζει και ότι η «μη γνώση» είναι επίφαση της συνείδησης. Δεν υπάρχει εξουσία χωρίς μίσος έγραφε ο Αρχαίος τραγικός μας, ο Ευριπίδης (480-406 π.Χ.), πόσο δίκιο είχε!

Αυτός ο Έλεγχος που επιθυμεί («επιθυμεί» έγραψα, πω – πω τι απεχθές ολίσθημα της γλώσσας μα την αλήθεια, για τον ιδεοψυχαναγκαστικό μας!) χαρακτηρίζει και το υστερικό υποκείμενο. Εδώ όμως, ο Έλεγχος ασκείται υπό μορφή πρόκλησης απέναντι στον Άλλο. Αναγκάζει τον Άλλο να παράγει μία γνώση, για να απαντήσει το ερώτημά του ξανά και ξανά. Φέρνει, τον Κύριο, με τις ερωτήσεις, τις προκλήσεις του ή τη σιωπή και την απεργία του, στη θέση να ενδιαφερθεί ο ίδιος για τη γνώση και να την επιθυμήσει. Το υστερικό υποκείμενο επιθυμεί όμως ένα πράγμα, την επιθυμία του Άλλου: θέλει να ξέρει ο Άλλος – ο Κύριος – ότι το υστερικό υποκείμενο παριστάνει γι’ αυτόν το πολυτιμότερο πράγμα. Ναι, το υστερικό υποκείμενο δεν απορρίπτει τον Άλλο – δεν ασκεί τον Έλεγχο και δεν εδραιώνει την Εξουσία του μέσω της απόρριψης του Άλλου – αντίθετα, τον δέχεται αλλά μόνο και μόνο για να τον «ελέγξει» με τον παραπάνω τρόπο.

Έτσι, ο Έλεγχος ως σημαίνον, και με βάση το έτυμο του, καθιστά τον φορέα του μικρό, ελάχιστο, ολίγο. Ως εκ τούτου ατιμάζει, ντροπιάζει, ονειδίζει τον φορέα του.    

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Ομιλώ σημαίνει συγκρούομαι!

Ετυμολογώ σημαίνει ζω, αναπνέω, υπάρχω. Πράγματι από την ρίζα ες – παράγεται το ειμί (είμαι). Σανσκριτικά as mi. Εδώ η as - έχει  την ριζική σημασία του ζην, του Είναι. Από την ίδια ρίζα εκτός του «ειμί» παράγεται επίσης ο «ε – τεός» που είναι ο αληθής και επίσης ο «έ – τυμος» που είναι ο αληθής, ο πραγματικός.

Εδώ, σε αυτό το σημείο να δούμε την α – λήθ – εια. Έχουμε τις ρίζες λαθ – και ληθ -  από όπου παράγονται το λάθος και η λήθη, και όχι μόνον, επίσης το λαν – θάνω και ο λήθ – αργος. Το «α» τοποθετημένο εμπρός από την ληθ – είναι στερητικό. Έτσι η «αλήθεια» μαρτυράει την στέρηση της «λήθης» και του «λάθους», μαρτυράει το αντίθετο του «λήθαργου» καθώς και αυτού που «δεν λανθάνει» που σημαίνει «δεν μένει άγνωστο». Το έτυμο της «αλήθειας» μας πληροφορεί ότι δεν υπάρχουμε ως «α – σθε – νείς». Δηλαδή έχουμε «σθέ – νος», έχουμε δύναμη. Το «σθένος» παράγεται από την στα – (το σταθερό Είναι). Το έτυμο όμως συγκαλύπτεται από το ιδεολόγημα. Το ιδεολόγημα παγιδεύει και επιβάλει την πνευματική καχεξία. Το ιδεολόγημα παραπλανά.

Ιδού η ένα παράδειγμα πλάνης. Το «ομιλώ», ας πούμε. Ας δούμε το έτυμο της «ομιλίας»: θα πάμε πολύ πίσω στο χρόνο για να το ανακαλύψουμε. Θα φτάσουμε στον Όμηρο. Ναι, μάλιστα τόσο «πίσω»!

«Ενθάδ’ ομιλήσωσι φάλαγγες …» που σημαίνει «Πρώτα θα χτυπηθούν τα αστέρια …». Ανάλογο του σύγχρονου «Θα μιλήσουν τα όπλα». Επίσης «Έκτωρ ομίλει …» που σημαίνει «ο Έκτορας σκότωνε …». Η «Ομιλία» παράγεται από τον «Όμιλο» και ο Όμιλος από «ομός»: ομού + ίλη. Οι δύο αντίπαλες ίλες Ελλήνων – Τρώων, οι εχθρικοί Όμιλοι μάχονται εν παρατάξει «καθ’ όμιλον», δηλαδή σωρηδόν. «Ομιλώ» στον Όμηρο λοιπόν, σημαίνει «τσακίζω κόκκαλα, μάχομαι».  Ούτε κατά διάνοια δεν φέρει το νόημα του συνδιαλέγομαι, αλλά εκείνη του συγκρούομαι, του συμπλέκομαι. Ο Έκτορας σκότωνε, έγραψα παραπάνω. Το «σκοτώνω» είναι το ρήμα που το παράγουμε από το «σκότος». Το σκότος είναι μαύρο. Το μαύρο είναι «μέλαν» και μας «μέλαν – χολεί», μας πνίγει από την μέλανα χολή. «Η Ομιλία σκοτώνει το Πραγματικό. Αν θες να διατηρήσεις κάτι ζωντανό αποσιώπησε το!» λέει η ψυχανάλυση. Έτσι, η λέξη – όχημα που είναι η «ομιλία» κουβαλάει την σημασία της, το φορτίο της, ανεξάρτητα από την δική μας βούληση. Ομιλία, ομιλώ σημαίνει είμαι έτοιμος να συγκρουστώ, να συμπλακώ. Αυτό είναι το φορτίο της λέξης. Αυτό το έτυμο της.
 
Όσο για το αντίθετο του «σκότους» από το οποίο παράγεται το «σκοτώνω», δεν είναι άλλο παρά το «φως» ή «φάος» από όπου παράγεται και (η δωρική φά – μα) το «φαινόμενο», το «φά – σμα», το «φαίνομαι» και άλλα. Στο τόπο που υπάρχει πολύ φως έχουμε «πολύ – φωνία», αλλά και «διά – φωνία» που σημαίνει «φως  από διαφορετική οπτική γωνία»! Έτσι, η «πολύ – φωνία» φέρνει «πολύ φως», η «διά – φωνία» φωτίζει από «μια άλλη οπτική γωνία» ενώ η «μονο – φωνία» φέρνει «πολύ λίγο φως, φωτίζει ελάχιστα».