Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2017

Η Αγάπη σύμφυτη με την ενοχή: Μια κλινική περίπτωση

Η αρχή ενός πολιτισμού είναι ότι: μέσω της γλώσσας, με το σημαίνον, προσπαθούμε να δαμάσουμε την απόλαυση (jouisance). Επομένως, ένας κοινωνικός δεσμός (μια συντροφική σχέση), είναι δεσμός όπου δαμάστηκαν με επιτυχία οι ενορμήσεις και έχουν ενοποιηθεί αρκετά ώστε να έχουν φιλικές διαθέσεις και να επιτρέπεται η συνύπαρξη τους. Κατά αυτόν τον τρόπο, κάθε κοινωνία (άρα, και κάθε συντροφική σχέση) αποτελεί μια απόπειρα, μια επιχείρηση, χαλιναγώγησης του απόλυτου Άλλου, της απόλαυσης. Αυτή η χαλιναγώγηση γίνεται εφικτή με ένα και μοναδικό όπλο: την Αγάπη. Η αγάπη επιδιώκει το Ένα της συγχώνευσης με τον Άλλο. Αυτό σημαίνει ότι η αγάπη ανήκει εξ ολοκλήρου μέσα στο συμβολικό. Ανήκει μέσα στον τόπο όπου κατοικεί η γλώσσα. Αγαπώντας τον άλλον τον καθιστούμε υπαρκτό. Αγαπώντας τον άλλον τον αποδεχόμαστε. Εξουσιαζόμενοι εμείς οι ίδιοι από την γλώσσα, υπηρετώντας την, αγαπάμε τον Άλλο. Αποδεχόμενοι αυτήν την εξουσία του συμβολικού στον εαυτό μας, αγαπάμε τον άλλον και επιθυμούμε μια κοινωνική σχέση μαζί του. Επιδιώκουμε το σπάσιμο της μοναξιάς μας και την συνένωση μας μαζί του.

Όμως, αυτό, δηλαδή η αποδοχή του συμβολικού, της γλώσσας, δεν συμβαίνει χωρίς θυσία. Τι θυσιάζουμε; Μα ένα κομμάτι της απόλαυσης μας. Ένα τμήμα της ενόρμησης. Θυσιάζουμε στον αγαπημένο μας ένα τμήμα της ενόρμησης μας. Πως λαμβάνει χώρα αυτή η θυσία;

Μα φυσικά μέσω της ενεργοποίησης του μηχανισμού της απώθησης. Δηλαδή, απωθούμε ένα κομμάτι της απόλαυσης μας, της ενόρμησης, στο ασυνείδητο μας προκειμένου να καλωσορίσουμε την γλώσσα. Υποτασσόμαστε στην εξουσία της και μέσω της αγάπης επιδιώκουμε την συνένωση μας με τον άλλον. Τώρα, κάτω από την εξουσία της γλώσσας, τα συναισθήματα μας μεταλλάσσονται. Παύουν να αντιστοιχούν σε αυτά τα αρχέγονα, πρωτόλεια, εγωτικά, μοναχικά συναισθήματα που αντιστοιχούν στην απόλαυση και αποτελούν συναισθήματα που επιβάλλονται από το συμβολικό. Αυτή η θυσία, βέβαια, δεν είναι αναίμακτη: Η ενόρμηση δεν ενδίδει ποτέ. Διαμέσου της χάρης της αγάπης η αναχαιτισμένη ενόρμηση μεταλλάσσεται σε μίσος. Ένα μίσος που παραμένει απωθημένο τόσο όσο και η ενόρμηση. Η επιστροφή της ενόρμησης από το ασυνείδητο στην συνείδηση, που αναδύεται, πλάι στην αγάπη, σημαίνει και την επιστροφή του μίσους υπό την μορφή της Ενοχής. Με άλλα λόγια, η ενοχή συνοδεύει πάντα την αγάπη και αποτελεί το σημάδι του εγκλήματος: της θυσίας της απόλαυσης.

Ακούστε ένα κλινικό παράδειγμα αυτής της επιστροφής.
Η Ε. είναι μια νευρωτική κοπέλα που έχει επισυνάψει μια σχέση αγάπης με τον Γ. Η Ε. υποφέρει από μια ουρολοίμωξη που της παρουσιάστηκε αναπάντεχα την ίδια στιγμή που ο σύντροφος της βίωνε μια μεγάλη χαρά που είχε έλθει ως αποτέλεσμα της πραγματοποίησης μιας προσωπικής επιτυχίας η οποία είχε προκύψει μετά από μια επίπονη προσπάθεια όπου ο ίδιος είχε καταβάλλει πολύ κόπο. Στην επαφή του ο Γ. με την Ε. αναφέρθηκε γεμάτος ενθουσιασμό στην χαρά που τον κατείχε προσπερνώντας το ενδιαφέρον του για την εξέλιξη της υγείας της αγαπημένης του. Αυτό το γεγονός τροφοδότησε τον αρχικό εκνευρισμό της Ε. προς τον Γ. Στην συνέχεια η Ε. απευθυνόμενη προς τον αναλυτή της εκφράζει την απογοήτευση της: «Δεν είμαι ευτυχισμένη, μαζί του. Θέλω να τον βρίσω διότι δεν τον ενδιαφέρει η υγεία μου. Ενδιαφέρεται μόνο για την χαρά του». Στην παρατήρηση του αναλυτή «μήπως αυτό που σε ενοχλεί είναι η χαρά του» η Ε. μπαίνει σε μια δεύτερη σκέψη που εκφέρεται ως εξής: «Μάλλον, έχετε δίκιο. Εκείνο που επιθυμώ είναι να αποτελώ την μόνη χαρά του. Δεν δίνω τόπο για καμιά άλλη». Στην συνέχεια, εμβαθύνοντας, καταλήγει: «Φθονώ την χαρά του. Εγώ δεν μπορώ να νιώσω τόσο χαρούμενη. Λυπάμαι πολύ γι αυτό. Άραγε θα τα καταφέρω κάποτε να είμαι και εγώ τόσο χαρούμενη;». Αυτή η τελευταία συνειδητοποίηση συνοδεύεται από την ενοχή για τα πρωταρχικά συναισθήματα που της είχε δημιουργήσει η διαπίστωση της χαράς στο πρόσωπο του Γ. Τι αλήθεια είχε συμβεί; Η Ε. για να συνενωθεί μέσω της αγάπης με τον Γ. θυσίασε μέρος της απόλαυσης της προς τον σύντροφο της. Η χαρά όμως, του συντρόφου της ερμηνεύτηκε ασυνείδητα από την Ε. ως μη αναγνώριση αυτής της θυσίας. Ενδόμυχα επιζητεί την αναγνώριση της θυσίας μέσω του ενδιαφέροντος του για την υγεία της και αφήνοντας το συναίσθημα της προσωπικής (και άσχετης με εκείνη) χαράς του να περάσει σε δεύτερη μοίρα. Αντίθετα, η εκδήλωση της πρωτοκαθεδρίας της χαράς εντός του Γ. σηματοδοτεί για την Ε. την απόλαυση του. Αυτό το σήμα επιτρέπει στην απωθημένη ενόρμηση της Ε. να επιστρέψει και να κάνει ζωντανή ξανά σε εκείνη την θυσία που είχε συντελέσει η ίδια εντός της προκειμένου να αγαπήσει τον Γ. Ο αρχικός εκνευρισμός που καταλήγει στην απογοήτευση του «δεν είμαι ευτυχισμένη» από μέρους της, σηματοδοτεί την επιστροφή του απωθημένου μίσους. Ο τελικός φθόνος του «εγώ δεν θα μπορέσω να είμαι τόσο χαρούμενη» σηματοδοτεί την μετάλλαξη του μίσους σε ενοχή.          
       
Συμπερασματικά: Η απόλαυση αντικρούει την αγάπη με διάφορους τρόπους. Αρχικά διότι η αγάπη επιδιώκει την συγχώνευση. Η αγάπη επιδιώκει το Ένα της συγχώνευσης με τον άλλο. Η απόλαυση δεν επιδιώκει τίποτα. Πραγματώνει το Ένα, όχι της συγχώνευσης αλλά της μοναξιάς. Απολαμβάνουμε μόνοι μας. Όμως, το γεγονός αυτό ταράζει την απαίτηση της αγάπης όταν εμφανίζεται υπερβολικά ξεκάθαρα. Για να το πω αλλιώς, η αγάπη είναι συνθετική (συνενωτική) επειδή δημιουργεί ενώσεις, συνθέσεις. Η αγάπη είναι συνθετική ενώ η απόλαυση είναι διαχωριστική. Τέλος, τρίτη αντίθεση, η αγάπη εγκαθιδρύει τον Άλλο, με το Α κεφαλαίο, ορθώνει τον Άλλο, το άγαλμα του Άλλου. Η απόλαυση κάνει ακριβώς το αντίθετο: Αποκαθηλώνει τον Άλλο υπέρ εκείνου που η ψυχανάλυση ονόμασε μικρό α, ως υπεραπόλαυση. Αυτή είναι η διαδρομή «από τον Άλλο στον άλλο». Εκεί ο Λακάν διευκρινίζει την στόχευση της αγάπης του Αλκιβιάδη προς τον Σωκράτη, μια στόχευση αποκαθήλωσης με σκοπό να τον καθαιρέσει από την θέση του μεγάλου Άλλου και να τον ρίξει σε μια θέση αντικειμένου απόλαυσης.

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2017

Η Φοβία και το αντικείμενο της

Το άγχος δεν είναι χωρίς αντικείμενο. Αυτή η φράση σημαίνει ότι η εικόνα ενός αντικειμένου παράγει το ψυχικό άγχος. Κάθε φορά που κάποιο παιδί έρχεται αντιμέτωπο με την εισβολή της γλώσσας στο φαντασιακό του, που μέχρι τότε είναι κυρίαρχο, δημιουργείται εντός του το συναίσθημα του άγχους. Το σήμα ότι το συμβολικό (η γλώσσα) είναι έτοιμο να εισβάλλει στον φαντασιακό κόσμο του νηπίου παραπέμπει σε μια εικόνα ενός αντικειμένου. Πρόκειται για ένα αντικείμενο του κόσμου που μας περιβάλλει και που το υποκείμενο το χρησιμοποιεί για να σηματοδοτήσει ακριβώς την εισβολή του συμβολικού μέσα στο φαντασιακό του. Το άγχος οφείλεται στην ιδέα της καταβρόχθισης της μέχρι τότε ύπαρξης του νηπίου (την φαντασιακή του ύπαρξη) από το συμβολικό. Με καταβροχθίζουν είναι «το πρώτο ένδυμα που φοράει» η φοβία. Στο βαθμό που το αντικείμενο αυτό μένει ως εικόνα – δηλαδή, δεν αποκτά όνομα – σηματοδοτεί για το υποκείμενο το άγχος του. Αν το δούμε από την μεριά της γλώσσας – από τον τόπο του Άλλου – συνιστά την απόλαυση του Άλλου. Στην περίπτωση που του δοθεί όνομα μετατρέπεται στο αντικείμενο α της γλώσσας και σηματοδοτεί την απαρχή της φαντασίωσης του υποκειμένου μέσα στον τόπο του Άλλου. Στον  βαθμό όμως, που παραμένει εκτός γλώσσας ονομάζεται Φοβικό αντικείμενο και συνιστά την απόλαυση του Άλλου εφόσον ο ευνουχισμός έχει συντελεστεί επιτυχώς. Επειδή η γλώσσα εισβάλει μέσα στο φαντασιακό επικρατεί ο φόβος της καταβρόχθισης και έτσι το αντικείμενο του άγχους υποκαθίσταται από τον φόβο. Αυτό το αντικείμενο που πριν μου δημιουργούσε το άγχος τώρα με φοβίζει. Μου δημιουργεί φόβο. Στην περίπτωση της νεύρωσης αυτό το αντικείμενο θα μετατραπεί σε αντικείμενο α γεγονός που σημαίνει ότι το υποκείμενο αποδέχθηκε να μπει κάτω από την εξουσία της γλώσσας προκειμένου να απαλλαγεί από το φοβικό του αντικείμενο. Στην περίπτωση της διαστροφής, όμως, το υποκείμενο απαρνήθηκε την γλώσσα και το φοβικό αντικείμενο διατηρείται. Έτσι, ο χειρισμός της φοβίας θα μπορούσε συνεπώς να διατυπωθεί ως εξής: Το υποκείμενο υποκαθιστά το ανυπόφορο άγχος που γεννιέται όταν γίνεται αντικείμενο της απόλαυσης του Άλλου με το φόβο ενός σημαίνοντος και προσφέρεται να το καταβροχθίσει ένας χάρτινος τίγρης. Παραδίδεται στην υποτιθέμενη εξουσία του Άλλου προκειμένου να εξακολουθεί να αγνοεί ότι το αντικείμενο έρχεται να καταλάβει τη θέση εκείνου που ανέκαθεν χωρίζει τον Άλλο από την απόλαυση.
      Αντιλαμβανόμενος έτσι τη φοβία ο Λακάν την αποκαλεί «περιστρεφόμενο δίσκο», «μια φιγούρα που απεικονίζεται κλινικά» η οποία από τη μια μπορεί να στραφεί προς τη μία ή την άλλη από τις δύο μεγάλες νευρώσεις (υστερία και ιδεοψυχαναγκασμός) και από την άλλη μπορεί να αποτελέσει τη σύνδεση με τη διαστροφή.
Ας δούμε, ευθύς αμέσως, ένα παράδειγμα φοβικού αντικειμένου σε μια κλινική περίπτωση:
Η Κ είναι μια γυναίκα που έχει ένα φοβικό αντικείμενο. Το αντικείμενο που φοβάται στοιχειώνει όχι μόνο την καθημερινή της ζωή αλλά ακόμα και τα όνειρα της. Έτσι, η πιθανότητα του να βρεθεί η ίδια σε μέρη όπου αυτό το αντικείμενο ζει αγχώνει την καθημερινότητα της. Για εκείνη, η πρώτη της σκέψη όταν πρόκειται να κάνει διακοπές σε κάποιο μέρος είναι που βρίσκεται αυτό το μέρος. Είναι κοντά σε δάσος, έχει βλάστηση, έχει αγρούς; Στην διήγηση των ονείρων της, ο αναλυτής έγινε μάρτυρας της ύπαρξης αυτού του αντικειμένου αρκετά συχνά.
Από την άλλη, η συγκεκριμένη γυναίκα ενώ δέχτηκε τον χωρισμό από την μητέρα εν τούτοις απαρνήθηκε τον πατέρα. Έτσι, το συμβολικό που ήλθε στην ζωή της για να τακτοποιήσει το χάος της φαντασιακής εικόνας που συνιστούσε την ύπαρξη της μέχρι του σημείου του χωρισμού από την μητέρα της, προσελήφθη από εκείνη ως εισβολέας. Ως αποτέλεσμα αυτού, η ίδια δεν αποδέχθηκε την εξουσία της γλώσσας στο σώμα της. Η φαντασίωση της που θα προέκυπτε από την ολοκλήρωση του ευνουχισμού της από την γλώσσα δεν συντελέσθηκε με τελεσίδικο τρόπο. Έμεινε ημιτελής και ανολοκλήρωτη. Τα όρια, λοιπόν, που θα έθετε ο Νόμος του συμβολικού (ο Πατέρας) έγιναν δυσδιάκριτα για εκείνη. Η ασφάλεια που θα της διοχέτευαν αυτά τα όρια έγινε ανύπαρκτη. Το φοβικό της αντικείμενο παρέμεινε τέτοιο αναπαριστώντας εντός της τα όρια εντός των οποίων η ίδια μπορεί να νιώθει μια κάποια ασφάλεια. Με άλλα λόγια, αυτό το αντικείμενο συνιστά για εκείνη το ότι «έχει κάτι για να φοβάται». Αποτελεί το υποστύλωμα της ασφάλειας που αποτελεί την επιθυμία της. Έτσι, αυτό το φοβικό αντικείμενο καλείται να συμπληρώσει  το υπό έλλειψη είναι του υποκειμένου της σημαίνουσας αλυσίδας της. Δεν μεταβλήθηκε ποτέ σε αντικείμενο α. Παρέμεινε φοβικό.  

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017

Αγάπη και Έρωτας: ποια η διαφορά;

Ο προσωπικός μου προβληματισμός έγκειται στη διαφορά των λέξεων ''αγάπη'' και
“'έρωτας”. Στα γαλλικά (και τα αγγλικά) αποδίδονται με μια λέξη, ενώ στην ελληνική γλώσσα
είναι δυο διαφορετικές έννοιες. Θα αποπειραθώ, λοιπόν, μια προσέγγιση και των δύο εννοιών αντιπαραθέτοντας την μια στην άλλη χωρίς έτσι να υποδηλώνω ότι η μια αποκλείει την συνέχεια την άλλης όπως συχνά συμβαίνει στην καθημερινή μας ζωή. 

Το να δίνεις στον Άλλο κάτι που δεν έχεις.
Η φράση αυτή εκ πρώτης όψης μας φαίνεται αντιφατική. Πώς γίνεται να δίνεις κάτι που
δεν έχεις; Και πώς αυτό συνδέεται με την αγάπη;
Την έλλειψη σου, αυτή προσφέρεις στον άλλο. Τοποθετώντας τούτη την επιθυμία σου – μην ξεχνάμε ότι έλλειψη σημαίνει επιθυμία – στον Άλλο του λες «αγάπησε με». Αν είσαι νευρωτικός δεν μπορείς παρά να αγαπήσεις τον Άλλον. Δηλαδή, επιθυμείς να αγαπηθείς από εκείνον. Εναποθέτεις την έλλειψη σου σε εκείνον και προσδοκείς να στην καλύψει. Όπως έχουμε τονίσει, δεν έχεις άλλον τρόπο να τον καταστήσεις πραγματικό παρά μόνον αυτό. Όταν αγαπάς, αγαπάς το συμβολικό ρόλο που διαδραματίζει σφαιρικά ο άλλος στη ζωή σου. Η σεξουαλικότητα απωθείται. Ως απωθημένη επιστρέφει αλλά ξαναθάβεται στο ασυνείδητο είτε μέσω εμμονικών ψυχαναγκαστικών σκέψεων και τελετουργικών συμπεριφορών, είτε μέσω σωματικών συμπτωμάτων. Αυτό συμβαίνει διότι η σεξουαλικότητα είναι η απόλαυση σου και ως νευρωτικός, όταν αγαπάς ο συμβολικός ευνουχισμός- θυσία απόλαυσης/σεξουαλικότητας έχει τελεστεί αποτελεσματικά, άρα νιώθεις ασφάλεια, δεν έχεις άγχος, μόνο φοβίες. Η φοβία είναι μια μερική αποτυχία της συμβολικής λειτουργίας που δείχνει το βαθύτερο υπαρξιακό μας άγχος, χωρίς ωστόσο να διαρρηγνύεται το νευρωτικό πρότυπο. Η αγάπη σου είναι συγκαταβατική και ώριμη. Η μόνη ''τρέλα'' της είναι μια θυσιαστική τρέλα υπέρ του συμβολικού Νόμου. Μπορώ και να θυσιάσω το σώμα μου για να επιβιώσει το όνομα (ή τα ονόματα) του Άλλου, γιατί το όνομα αυτό οργανώνει το Νόημα το οποίο υπηρετεί το σώμα μου - το ''Παιδί'' μου, η ''Γυναίκα'' μου, ο ''Άντρας'' μου, ο πολιτικός μου ''Σύντροφος''. Η θεμελιακή φαντασίωση της Αγάπης είναι ένα μυθικό σενάριο κατά το οποίο η σεξουαλικότητα θυσιάστηκε για έναν ανώτερο σκοπό. Στο Ιδεώδες της αγάπης, η σεξουαλικότητα έρχεται σε δεύτερη μοίρα, κυριαρχεί η συμβολική επικοινωνία και η αλληλοκατανόηση, ο αλληλοσεβασμός, η αγάπη για τον εσωτερικό κόσμο του άλλου.
Στον έρωτα όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Στον έρωτα, η αυτοθυσία έχει διαφορετικό χαρακτήρα. Θέλω να θυσιάσω το Σώμα μου όχι για να σωθεί το Νόημα του Άλλου, αλλά για να σωθεί ένας άλλος του οποίου το σώμα αποτελεί οριακά μέρος του δικού μου σώματος-σώζοντας τον άλλο, αισθάνομαι πως σώζω τον εαυτό μου από τη ναρκισσιστική κατάρρευσή μου. Είμαι εγώ το αντικείμενο της έλλειψης του. Το αντικείμενο της επιθυμίας του. Όταν ερωτεύεσαι, επενδύεις την libido σου φετιχιστικά σε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ερωτικού προσώπου ή/και ταλαντεύεσαι στο σαδομαζοχιστικό εκκρεμές: να θες σαδιστικά να προκαλέσεις το άγχος στον άλλο για να επαληθεύσεις ότι επιθυμεί την επιθυμία σου, άρα επιθυμεί να θέσεις εσύ το Νόμο στην επιθυμία του με αποτέλεσμα να του προκαλέσεις τον πόνο, ή μαζοχιστικά να θες να σου προκαλέσει άγχος το άλλο πρόσωπο για να επαληθεύσεις ότι επιθυμεί την επιθυμία σου, επιθυμεί δηλαδή να θέτει το Νόμο της επιθυμίας σου προκαλώντας σου πόνο ως ερωτικό αντικείμενο. Όταν ερωτεύεσαι ο συμβολικός ευνουχισμός-θυσία απόλαυσης/σεξουαλικότητας δεν έχει τελεστεί αποτελεσματικά, άρα έχεις το διαρκές άγχος της θυσίας της απόλαυσής σου.
Αντίθετα από την αγάπη, ο έρωτας εντοπίζεται κυρίως στο Φαντασιακό: επικρατεί η φαντασία που έχεις για το ψυχόσωμα του άλλου και η αδυναμία διάκρισης εσωτερικού-εξωτερικού με την έντονη προσκόλληση στο ερωτικό αντικείμενο, άρα η έντονη εναλλαγή θετικών και αρνητικών συναισθημάτων προς το πρόσωπο που θεωρείς συστατικό της συγκρότησης της ναρκισσιστικής ταυτότητας, έναν καθρέφτη που, την ίδια στιγμή που σου επιτρέπει να δομείς την υποκειμενικότητά σου, την ίδια στιγμή την αποδομεί γιατί είναι ένας εξωτερικός όρος που νιώθεις ότι σου ''στερεί'' την αυτάρκειά σου. Ο Έρωτας, αντίθετα από την αγάπη, είναι κυκλοθυμικός, επιθετικός, σεξουαλικός, φαντασιακός, αντιφατικός.
Δηλαδή όταν ερωτεύεσαι, τότε ακολουθείς την αρχή όχι του (συμβολικού) Ενός αλλά αυτού που ο Lacan ονομάζει "ενικό χαρακτηριστικό''. Το συμβάν του Έρωτα επαναλαμβάνεται με τρόπο που κάθε επανάληψη είναι σύμπτωμα κάθε φορά μιας ανάλογης και τραυματικής συνάντησης με το Πραγματικό και Άγνωστο της απόλαυσης που μέσω της φαντασίωσης μερικά ελέγχεται, και όχι η επανάληψη της ίδιας δομής απώθησης, όπως συμβαίνει με τη (συμβολική) αγάπη. Με άλλα λόγια, ο Έρωτας είναι η επανάληψη του ερωτικού Χάους στο οποίο προσπαθείς να βάλεις λίγη τάξη, ενώ η Αγάπη είναι η επανάληψη μιας αγαπημένης ασφάλειας που απωθεί και τιθασεύει το Χάος.
Δυσκολεύεσαι να ερωτευτείς, συνήθως για έναν από τους δύο λόγους: είτε το Φαντασιακό του έρωτα έχει μεταγγραφεί στο Συμβολικό της αγάπης με πολύ αποτελεσματικό τρόπο, με αποτέλεσμα το αγαπητικό Υπερεγώ να υποτάσσει το ναρκισσιστικό Ιδεώδες Εγώ που συγκροτείται μέσω του ερωτικού αντικειμένου και χάριν αυτού. Είτε τόσο το Συμβολικό όσο και το Φαντασιακό έχουν αποδυναμωθεί από μια ορισμένη, "τεχνοκρατική''- υπολογιστική στάση απέναντι στο Πραγματικό του σώματος, που λέγεται συχνά κυνισμός.

Ο κυνικός συνειδητοποιεί τα αδιέξοδα τόσο της αγάπης όσο και του έρωτα, τόσο του Συμβολικού όσο και του Φαντασιακού. Σύμφωνα με μια διάκριση του Lacan, αν η έλλειψη στο Συμβολικό ονομάζεται ευνουχισμός (θυσία απόλαυσης) και στο Φαντασιακό ματαίωση, ο κυνικός επιδιώκει να αποφύγει τόσο τις σεξουαλικές θυσίες και απωθήσεις της αγάπης, όσο και τις ερωτικές ματαιώσεις-διαψεύσεις φαντασιακών προσδοκιών.

Το να δίνεις εκείνο που δεν έχεις σε κάποιον που δεν το θέλει

Στο βάθος όλων των δομών υπάρχει το άγχος και η άμυνα απέναντι στην συνάντηση με το Άλλο πρόσωπο που αποτελεί το αντικείμενο υπεραπόλαυσης. Ο δεσμός αγάπης με ένα
πρόσωπο ταράζει την καθημερινότητα μας και μας βάζει σε νέες περιπέτειες από τις οποίες
μπορεί να πληγωθούμε. Έτσι στην πρώτη επαφή μας με τα αισθήματα αγάπης του άλλου
κρατάμε έστω στην αρχή, έστω για λίγο, μια στάση αμυντική, όχι επειδή μπορεί να μην τον
αγαπάμε και εμείς, αλλά μάλλον γιατί κανείς δεν θέλει ουσιαστικά σε πρώτο χρόνο να
ταραχθεί η ασφαλής ρουτίνα του.