Κυριακή 29 Απριλίου 2018

Η ευτυχία του να έχει κανείς κρίσεις πανικού!



Με την σημερινή περίπτωση θα διαπιστώσουμε πως η ειδωλολατρία του φαρμάκου από την σύγχρονη αποϊατρικοποιημένη ψυχιατρική μπορεί να οδηγήσει σε ολέθρια αποτελέσματα για το υποκείμενο. Δανείζομαι μια περίπτωση από την κλινική της ψυχανάλυσης: Ο Κ. είχε επισκεφθεί τον αναλυτή εξαιτίας των κρίσεων πανικού που τον ταλαιπωρούσαν κατά την διάρκεια της οδήγησης. Οι εκδηλώσεις των κρίσεων πανικού ήταν πολύ συχνότερες και εντονότερες κατά την οδήγηση στην Εθνική οδό Αθηνών – Κορίνθου.    
  
 Ο Κ. ταξίδευε συχνά σε μια διπλανή πόλη προκειμένου να δει την φίλη του. Ήταν λοιπόν, ζωτικής σημασίας για εκείνον η καταστολή των κρίσεων που τον υποχρέωναν να παραιτείται από την οδήγηση. Επιπλέον, είχαν αρχίσει να επεκτείνονται προς όλες τις κατευθύνσεις, υπονομεύοντας τις μετακινήσεις του.

Δεν ήταν άραγε επείγον και λογικό να αναζητηθεί ένα μέσο καταστολής του συμπτώματος; Τι πιο αυτονόητο για τον γιατρό ο οποίος είχε κληθεί να τον βοηθήσει να προσπαθήσει να βρει το κατάλληλο φάρμακο για να τον απαλλάξει από το σύμπτωμα του καταστέλλοντας το;

Η αρχαιολογία του συμπτώματος, οι ασυνείδητες σημασίες που ενδημούν σε αυτό δεν απασχολούν πλέον την ψυχιατρική ούτε την συμπεριφορική και γνωσιακή ψυχολογία. Θεωρούνται φροϋδικές εκκεντρικότητες και πολυτέλειες.

Χωρίς να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες θα σημειώσω ότι αυτό που ήλθε στο φως, μέσα από ενδείξεις του ίδιου του υποκειμένου, ήταν το καθεστώς απάντησης των κρίσεων πανικού. Μια μέρα ενώ οδηγούσε αμέριμνος, μια απρόσμενη σκέψη ήχησε μέσα του εν είδει κελεύσματος προερχόμενη από το υπερεγώ του: «Πέρνα στο αντίθετο ρεύμα

Δεν αποτελούσε ψυχωτική παραίσθηση αλλά επιταγή του υπερεγώ που αφορούσε εκκαθάριση λογαριασμών με εκκρεμούσες υποθέσεις ενοχής οι οποίες λίμναζαν στο οικογενειακό δικαστήριο. Ύστερα από ένα σύντομο διάστημα σιωπής εμφανίστηκαν οι κρίσεις πανικού στο τιμόνι. Αυτές λειτουργούσαν, στην ιδιαίτερη περίπτωση του Κ, ως ύστατη προστατευτική ασπίδα απέναντι στο προερχόμενα από το υπερεγώ κάλεσμα του θανάτου. 

Πράγματι ο Κ την στιγμή που ήχησε εντός του η θανατηφόρα εντολή κυριεύθηκε από την κρίση πανικού η οποία και τον ανάγκασε να διακόψει προσωρινά την οδήγηση, να κάνει δεξιά, και να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο σε ένα πάρκινγκ της Εθνικής μέχρις ότου ηρεμήσει από την ένταση που του προκάλεσε η κρίση.
Ο φόβος των κρίσεων πανικού λειτουργούσε ως σημαίνον μιας αποτρεπτικής, αντίρροπης συνδρομής απέναντι στο υπερεγωτικό κάλεσμα του θανάτου. Η αβασάνιστη φαρμακευτική ή συμπεριφορική καταστολή του συμπτώματος αποτελούσε διαβατήριο για τον άλλο κόσμο.

Η ιατρικοποίηση του συμπτώματος και η αστάθμητη καταστολή του, ερήμην της ασυνείδητης σημασίας του μπορούν να αποβούν ολέθριες για το υποκείμενο.


Τρίτη 24 Απριλίου 2018

Περί Φαλλού: Η Δυαδική σχέση Μητέρας - παιδιού

Ας δούμε λοιπόν ποια έννοια δίνει η ψυχανάλυση στη δυαδική σχέση μητέρας - παιδιού και
στο Οιδιπόδειο πιο αναλυτικά.

Η ψυχανάλυση αναφέρει τρεις χρόνους στην ανάπτυξη του Οιδιπόδειου :
1ος Χρόνος ) Ο πρώτος χρόνος συμπίπτει με τη δυαδική σχέση μητέρας - παιδιού. Στην αρχή  το παιδί δεν επιθυμεί μόνο την επαφή με τη μητέρα και τις φροντίδες της. Επιθυμεί να είναι τα πάντα γι’ αυτήν, επιθυμεί να κανονίσει τη ζωή της, επιθυμεί με άλλα λόγια, ασυνείδητα, να είναι το συμπλήρωμα της έλλειψης της: ο φαλλός. Πρόκειται για επιθυμία της επιθυμίας της μητέρας, και για να την ικανοποιήσει ταυτίζεται με το αντικείμενο αυτής της επιθυμίας: δηλαδή τον φαλλό.
Αν η μητέρα ευνοήσει έστω και λίγο με τη στάση της αυτόν τον τρόπο ύπαρξης, το παιδί είναι έτοιμο για την αλλοτρίωση. Ο πρώτος αυτός χρόνος είναι ο χρόνος της φαντασιακής πλάνης (ταύτιση στη μητέρα μέσω της ταύτισης στο αντικείμενο της επιθυμίας της) και το βασίλειο του πρωταρχικού ναρκισσισμού.

2ος Χρόνος) Και φτάνουμε τώρα στην είσοδο στο Συμβολισμό με το Οιδιπόδειο. Στο δεύτερο χρόνο λοιπόν ο πατέρας παρεμβαίνει - μεσολαβεί ως αποστερητής και αυτό με διπλή έννοια: στερεί στο παιδί το αντικείμενο της επιθυμίας του (που είναι να είναι ο φαλλός της μητέρας του ή αλλιώς να είναι η επιθυμία της μητέρας του) και στερεί στη μητέρα το φαλλικό αντικείμενο (το παιδί ως φαλλός). Θα μπορούσαμε να τον πούμε ενοχλητικό λόγω των δύο ρητών του επιταγών:
- Στο παιδί: «Δεν θα κοιμηθείς με τη μητέρα σου»
- Στη μητέρα : «Δεν θα ξαναπάρεις πίσω, δεν θα ξανα-αφομοιώσεις το προϊόν
σου».
Δεν πρόκειται βέβαια για την παρέμβαση του πραγματικού - σωματικού πατέρα, αλλά για την ευρύτερης σημασίας συμβολική παρέμβαση του πατέρα ως νόμο και ως σημείο αναφοράς, αδιάφορο αν ζει ή είναι νεκρός ο σωματικός πατέρας.
Το παιδί προσκρούεται στο Απαγορευμένο (=ετερογενής δύναμη που θεμελιώνει τη συμβολική τάξη), συναντά το Νόμο του πατέρα και συγκλονίζεται βαθειά όσον αφορά τη θέση - στάση του.
Αυτή η δεύτερη μεταβατική και ουσιώδης φάση είναι εκείνη που θα επιτρέψει την τρίτη:

3ος Χρόνος) την ταύτιση στον πατέρα και την αναγνώριση του εαυτού του μέσω συσχέτισης.
Όμως, για να αναγνωρισθεί ο πατέρας ως εκπρόσωπος του Νόμου που κάνει την ανθρωπότητα, πρέπει ο λόγος του να αναγνωρίζεται από τη μητέρα. Γιατί μόνον ο λόγος του δίνει στον πατέρα μια προνομιούχα λειτουργία και όχι η αναγνώριση του ρόλου του στην τεκνοποιία (όπου πρόκειται για τον πραγματικό - σωματικό πατέρα).
Αν λοιπόν ο πατέρας αναγνωρίζεται από τη μητέρα ως άντρας και ως εκπρόσωπος του Νόμου (κι αυτό είναι απαραίτητος όρος), το υποκείμενο θα μπορεί να φτάσει σ' αυτό που ο Lacan ονομάζει: «το Όνομα - του – Πατέρα» ή «Πατέρα ως μεταφορά» (= Όνομα-του-Πατέρα, σημαίνον της πατρικής λειτουργίας, η έλευση του πατέρα στο πεδίο του Άλλου, συμβολική τάξη) που θεμελιώνει το συμβολικό νόμο της οικογένειας.

Παρένθεση: Οι έννοιες που δίνει ο Lacan στον όρο Άλλος. Ο Άλλος είναι:
1) η ομιλούμενη γλώσσα, ο τόπος του σημαίνοντος, το συμβολικό
2) ο ενδιάμεσος τόπος μεταξύ αναλυόμενου και ψυχαναλυτή, δηλαδή ο αναλυτικός διάλογος.
«Ο Άλλος είναι ο τόπος όπου συγκροτείται το εγώ που μιλάει με αυτό που ακούει»
3) το ασυνείδητο, αυτό που αποτελείται από σημαίνονται στοιχεία και που είναι το άλλο του υποκείμενου
4) ο τρίτος, ο μάρτυρας που επικαλείται η ψυχανάλυση όταν πρόκειται να λεχθεί μια αλήθεια.
“Ό Άλλος είναι η εγγύηση της καλής Πίστης που επικαλούμαστε στη συμφωνία του λόγου”
5) η Μητέρα ή ο Πατέρας

Αν το παιδί δεν δεχθεί το Νόμο, ή αν η μητέρα δεν αναγνωρίζει στον πατέρα αυτή τη θέση, το παιδί θα μείνει ταυτισμένο με το φαλλό και υποταγμένο στην επιθυμία της μητέρας του.
Αν αντίθετα το παιδί δεχτεί το Νόμο θα ταυτιστεί με τον πατέρα, με την έννοια αυτού που «έχει» τον φαλλό. Ο πατέρας αποκαθιστά τον φαλλό ως αντικείμενο που επιθυμεί η μητέρα και όχι πια ως παιδί - συμπλήρωμα της έλλειψης της.
Με την ταύτιση του παιδιού στον πατέρα ξεκινάει η απόκλιση, παρακμή του Οιδιπόδειου μέσω του έχω (και όχι πια του είμαι). Το παιδί δεν είναι πια ο φαλλός, είναι εκείνο που έχει τον φαλλό ή που δεν τον έχει, είναι εκείνο που θα μπορεί να τον δώσει ή να τον δεχθεί σε μια ολοκληρωμένη σεξουαλική σχέση. Συγχρόνως γίνεται ένας συμβολικός ευνουχισμός: ο πατέρας ευνουχίζει το παιδί ως «είμαι φαλλός» χωρίζει από τη μητέρα του. Αυτή είναι η οφειλή, το χρέος που πρέπει να πληρώσει κανείς για να είναι ο εαυτός του μπαίνοντας στη συμβολική τάξη, στον πολιτισμό. Η διαλεκτική του «είμαι» και του «έχω» με σημείο αναφοράς τον φαλλό (το πέρασμα από το είμαι στο έχω τον φαλλό ή δεν τον έχω) παίζει τεράστιο ρόλο στην έξοδο του υποκείμενου από την υποταγή του στη δυαδική σχέση και συνάφεια με τη μητέρα, καθώς και στην είσοδο του στη συμβολική τάξη και στο πεδίο της γλώσσας που είναι το κύριο γνώρισμα του μέσα στην κλίμακα των ζώων.
Η λύση του Οιδιπόδειου ελευθερώνει το υποκείμενο δίνοντας του με το όνομα και τη θέση στην οικογένεια το αρχικό σημαίνον του εαυτού του, την υποκειμενικότητα, τη μοναδικότητα. Το προάγει στην πραγματοποίηση του εαυτού του με το να το κάνει να παίρνει μέρος στον κόσμο της γλώσσας, του πολιτισμού.

Εσωτερικεύοντας τον Νόμο, το παιδί ταυτίζεται στον πατέρα του και τον κάνει πρότυπο του. Έτσι ο νόμος γίνεται λυτρωτικός: γιατί χωρισμένο από τη μητέρα του, το παιδί παίρνει τον εαυτό του στα χέρια του, συνειδητοποιεί ότι συγκροτείται, και έτσι κατευθύνεται προς το μέλλον, μπαίνει στην κοινωνία, στον Πολιτισμό, στη γλώσσα.
Από το Φαντασιακό όπου ανήκει η δυαδική σχέση, το παιδί μπαίνει στη συμβολική τάξη με την τριγωνική σχέση μέσω της παρέμβασης ενός τρίτου διάμεσου όρου.
Τούτο ισχύει τόσο για την γλώσσα όσο για τον κοινωνικό συμβολισμό και το χώρο της προσωπικής ζωής (επιθυμία, υποκείμενο).
Η είσοδος, λοιπόν, στη συμβολική τάξη προϋποθέτει πάντα τη διακοπή της αρχικής συνέχειας (δηλαδή των δυαδικών σχέσεων όπου ο ένας είναι ο άλλος) και την παρέμβαση μιας τρίτης, ετερογενούς, ανόμοιας δύναμης. Η δύναμη αυτή που θεμελιώνει τον Νόμο είναι διπλή: το Απαγορευμένο και η Θυσία.

Αυτό που απαγορεύεται είναι η αιμομιξία, είναι να συμπέσει η εξ αίματος συγγένεια με τη σχέση εξ επιγαμίας (δηλαδή να κοιμηθεί κανείς με τη μητέρα του και να κάνει ένα παιδί μαζί της). Αν αυτές οι σχέσεις συμπέσουν η συμβολική ίδρυση της οικογένειας καταργείται, ο πολιτισμός αντικαθίσταται με τη φύση όπου ο νόμος του συνουσιασμού δεν έχει κανένα κριτήριο, κανένα σημείο αναφοράς και ο ανταγωνισμός είναι παντού αχαλίνωτος. Μόνον η είσοδος στη συμβολική τάξη της οικογένειας θα επιτρέψει στον καθένα να ξέρει ποιος είναι, ποια είναι η ακριβής του θέση, ποια είναι τα όρια των δικαιωμάτων του απέναντι στο σεβασμό που χρωστάει στον άλλον. Μέσα σε μία ολοκληρωτική σύγχυση και χωρίς μια ελάχιστη οργάνωση της ομαδικής ζωής, κανείς δεν μπορεί να τοποθετηθεί ούτε μόνος του, ούτε σε σχέση με τους άλλους. Το όνομα και η θέση είναι σημεία αναγνώρισης. Δίνουν στο υποκείμενο την ατομικότητα του, τη θέση του, το ρόλο του μέσα στο σύστημα.

Η Θυσία τώρα, το άλλο μέρος της δύναμης που όπως είπαμε θεμελιώνει τον Νόμο, πραγματοποιείται στο Οιδιπόδειο με το συμβολικό ευνουχισμό που θέτει νόμους στην άσκηση της σεξουαλικότητας και με το «θάνατο» του πατέρα, θάνατος λόγω της εισόδου του στον τόπο του Άλλου, το Συμβολικό για τον Lacan : είναι δηλαδή «η πατρική μεταφορά» (métaphore paternelle). Κατά τη διάρκεια του Οιδιπόδειου το παιδί, συμβολίζοντας την πατρική πραγματικότητα, φτάνοντας δηλαδή στον «πατέρα ως μεταφορά» (=συμβολικός πατέρας, Όνομα-του-Πατέρα, πατέρας που ασκεί τη λειτουργία της απαγόρευσης και μπορεί να ευνουχίσει το υποκείμενο) μπαίνει στον Νόμο, ο οποίος θεμελιώνεται ακριβώς με το Όνομα-του-Πατέρα. Και το παιδί εγκαθίσταται πλέον στη συμβολική τάξη.
Το Οιδιπόδειο επιτρέπει λοιπόν το πέρασμα από το Φαντασιακό στο Συμβολικό, που είναι η ομιλούμενη γλώσσα. Το Οιδιπόδειο, με τη βαθιά του έννοια, είναι ένα πολιτισμικό φαινόμενο και όχι μόνον αυτό που ζει, που βιώνει το άτομο. Είναι η θεμελιώδης δομική στιγμή του εξανθρωπισμού, της ιστορίας του υποκείμενου. Και για να το καταλάβουμε έτσι πρέπει να πάρουμε απόσταση από τη φροϋδική σκέψη. Δηλαδή: τη στιγμή που συντελείται το Οιδιπόδειο και ότι επάγει ως συμπέρασμα στη δομική διαμόρφωση του ανθρώπου δεν μπορούμε να την προσδιορίσουμε σε μία ορισμένη ηλικία. Πρόκειται για δομή που προϋπάρχει της ύπαρξης του ανθρώπου. Το Οιδιπόδειο, ως δομή, είναι γραμμένο στον κοινωνικό κώδικα, στη γλώσσα, πριν ακόμη υπάρξει - γεννηθεί το άτομο. Είναι η ίδια η δομή των ασυνείδητων μορφών της κοινωνίας. Μεγαλώνοντας μέσα σε αυτές τις προϋπάρχουσες κοινωνικές δομές, το παιδί θα έρθει αντιμέτωπο με το πρόβλημα της διαφοράς των φύλων, της θέσης του ως τρίτο μέσα στο ζευγάρι των γονιών και με την απαγόρευση της αιμομιξίας. Από την άλλη μεριά, μέσα από την ομιλούμενη γλώσσα, το παιδί θα επιφορτιστεί προοδευτικά, από μέσα, το οιδιπόδειο δράμα, σαν προγονική κληρονομιά που έχει πριν από κάθε δυνατότητα συνειδητοποίησης.

Το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα στη σκέψη του Lacan δεν είναι πια στάδιο της γενετικής-εξελικτικής ψυχολογίας. Είναι η στιγμή που το παιδί εξανθρωπίζεται, συνειδητοποιώντας τον εαυτό του, τον κόσμο και τους άλλους. Η λύση του Οιδιπόδειου είναι η είσοδος στην ομιλούμενη γλώσσα, στο συμβολικό κόσμο της Οικογένειας και της Κοινωνίας γενικά.
Ας πάρουμε τελειώνοντας με το Οιδιπόδειο, το παράδειγμα των μικρών παιδιών που δεν έχουν ακόμη εισέλθει στο Οιδιπόδειο. Παρατηρούμε ότι μιλούν για τον εαυτό τους στο τρίτο πρόσωπο. Δεν έχουν μπει ακόμη στη συμβολική τάξη, δεν έχουν ακόμη καταλάβει, βιώσει την ομιλούμενη γλώσσα ως μέσον επικοινωνίας μεταξύ ξεχωριστών μοναδικών ατόμων της ίδιας κοινωνίας.
Τα παιδιά με ψύχωση, επίσης, που δεν έχουν μπει στη συμβολική τάξη, δεν έχουν ατομικότητα - υποκειμενικότητα, βλέπουν τον εαυτό τους σαν έναν άλλον, σαν ένα πράγμα. Δεν έχουν μπει στην ομιλούμενη γλώσσα, στο Εγώ.

Δευτέρα 23 Απριλίου 2018

Μια νέα δομή: το χαπακωμένο υποκείμενο

Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Φρόυντ ιχνηλατούσε τα παράδοξα ενός πρωτότυπου ιστορικού ζευγαριού: της υστερικής και του γιατρού της. Σήμερα είναι επείγον να εξερευνήσουμε τις σιωπηλές πτυχές ενός άλλου ιστορικού ζευγαριού, λιγότερο θεαματικού αλλά, ασύγκριτα πιο διαδεδομένου: του εθισμένου καταναλωτή και του γιατρού του.

Φυσικά δεν αναφέρομαι στους «ταμπελαρισμένους» τοξικομανείς αλλά στον καθένα από μας ο οποίος, εκών άκων, είναι λίγο ως πολύ εθισμένος στις ευκολίες της βιο-ρύθμισης, αν όχι στην μαγεία της: δηλαδή σε μια θεμελιώδη όψη του χαπακωμένου υποκειμένου.

Εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι: άδηλη επιστημολογική προϋπόθεση για την συγκρότηση του ζεύγους γιατρός – εθισμένο υποκείμενο είναι η αποσήμανση του καθεστώτος της ασθένειας και η συναφής εξάλειψη του ορίου μεταξύ φυσιολογικού και παθολογικού. Άδηλη μεν ως προϋπόθεση, θεαματικά παρούσα ωστόσο ως προς τις πολλαπλές επιπτώσεις της. Στην σύγχρονη ψυχιατρική, και σε πλήρη αντίθεση με την κλασσική, το κλινικό καθεστώς του πάσχοντος υποκειμένου αποσυνδέεται από νοσολογικές κατηγορίες και δομικούς καθορισμούς. Η κλινική του φαρμάκου είναι ασύμβατη με τα συμπτώματα που παράγει το υποκείμενο όσο και με την ιστορία τους. Κατά συνέπεια για τον ιατρικό παρτενέρ το χαπακωμένο υποκείμενο δεν έχει ιστορία παρότι συντάσσεται κατά κανόνα ένα επιδερμικό και συνοπτικό ιστορικό των συμπτωμάτων του. Η εγγραφή του συμπτώματος στις άδηλες πτυχές της ιστορίας του υποκειμένου, των ασυνείδητων σημασιών και των ψυχικών συγκρούσεων, των παράδοξων δεσμών της επιθυμίας και της απόλαυσης, διαταράσσει και υπονομεύει τον αυτοματισμό της φαρμακευτικής αγωγής.  

Τόσο η ψυχανάλυση όσο και η κλασσική ψυχιατρική είχαν διαμορφώσει μοντέλα κλινικής συναρθρωμένα με διαγνωστικά κριτήρια. Σε ένα διαρθρωμένο σύστημα κλινικής σκέψης, όποια και αν είναι τα όρια και οι ανεπάρκειες του, λειτουργούν κριτήρια εξατομίκευσης και οριοθέτησης της «ασθένειας». Η αγοραφοβία για παράδειγμα δεν θα μπορούσε να καταλάβει την ίδια θέση με την κατάθλιψη ή την βουλιμία. Ένας τέτοιος χαοτικός συγκερασμός θα προκαλούσε ειρωνικά χαμόγελα όχι μόνο στους ψυχαναλυτές αλλά και στους κλασσικούς ψυχιάτρους. Κι όμως! Η αμερικανόπνευστη ψυχιατρική χωνεύει σε ένα αδιαφοροποίητο μάγμα την αγοραφοβία, την κατάθλιψη και την βουλιμία προσθέτοντας σε αυτές τις έμμονες ιδέες, την παχυσαρκία, τις κρίσεις πανικού, την επιθετικότητα, τις τάσεις αυτοκτονίας κ.λπ.

Δεν πρόκειται για ανέκδοτο. Πρόκειται για πλήρη ισοπέδωση κάθε έννοιας κλινικής και υποκειμενικής εμπλοκής στο σύμπτωμα. Ωστόσο το φαινόμενο έχει την λογική του. Επικίνδυνη και αξιολύπητη μεν, λογική δε. Συγκεκριμένα, από την στιγμή που η σύγχρονη ψυχιατρική έχει πάρει διαζύγιο από κάθε μορφή κλινικής γνώσης προς όφελος της φαρμακευτικής καταστολής του συμπτώματος, συρρικνωμένου μάλιστα στην αόριστη έννοια της «διαταραχής», η εικαζόμενη δράση του φαρμάκου αναγορεύεται σε ύστατο και μοναδικό κριτήριο.

Τα πράγματα είναι απλά: η σύγχρονη ψυχιατρική έχει τρεις ή τέσσερεις κατηγορίες φαρμάκων και με βάση αυτές θα πρέπει να επιλύσει όλα τα προβλήματα της δυσφορίας στον φθίνοντα πολιτισμό. Κάθε ένδειξη ή σύμπτωμα δυσφορίας πρέπει λοιπόν να αποτελέσει στόχο μιας φαρμακευτικής ουσίας, προκειμένου να γίνει αντικείμενο βιο-ρυθμιστικής ομαλοποίησης. Σε ολόκληρες ζώνες του νοσολογικού φάσματος θα πρέπει να εξαλειφθούν οι διαχωριστικές γραμμές  και οριοθεσίες, με σκοπό ετερογενείς παθολογίες να μαγματοποιηθούν ώστε να αποτελέσουν στόχο ενός διαθέσιμου φαρμάκου – των αναστολέων της σεροτονίνης για παράδειγμα. 

Σε αυτήν την ταχυδακτυλουργία οι φαρμακοβιομηχανίες διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο, καθώς οι στρατηγικές μεγιστοποίησης της κερδοφορίας τους υπαγορεύουν να διευρύνουν το καταναλωτικό κοινό μιας ουσίας πέρα από τα θεμιτά όρια χορήγησης της. Εδώ έχουμε έναν από τους θεμελιώδεις εξωκλινικούς παράγοντες που οδηγούν στην εξάλειψη των ορίων ανάμεσα στο φυσιολογικό και στο παθολογικό.
Έτσι, προτείνεται από επιφανείς εκπρόσωπους της αμερικανοθρεμμένης ψυχιατρικής η δια βίου προληπτική υπαγωγή σύμπασας της ανθρωπότητας σε πρωτόκολλα αντικαταθλιπτικής αγωγής, με το φιλεύσπλαχνο επιχείρημα ότι ο καθένας μας στην ζωή του, θα εκδηλώσει κάποια επεισόδια, μείζονος ή ήσσονος σοβαρότητας. Όλη η ανθρωπότητα καλείται να μπει στην ουρά για  το αντικαταθλιπτικό συσσίτιο. 

Αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτό που επισήμανα ως εξάλειψη της διαφοράς ανάμεσα στο φυσιολογικό και στο παθολογικό δεν είναι αβέβαιη εικασία. Αυτή η εξάλειψη αποτελεί προϋπόθεση για την ιστορική ανάδυση και την νομιμοποίηση στρατηγικών όπως αυτές που περιέγραψα παραπάνω στο πλαίσιο της βιο-εξουσίας. Η βιο-εξουσία είναι ο παράδοξος γεωμετρικός τόπος όπου όλες σχεδόν οι εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής, όλες οι συμπεριφορές, από τις ενδόμυχες σκέψεις ως τα σκιρτήματα του ερωτευμένου σώματος, αναδεικνύονται σε αντικείμενο ιατρικής διαχείρισης, ενώ παράλληλα η ιατρική απόϊατρικοποιείται.

Τα παραδείγματα σε αυτόν τον τομέα είναι όλο και πιο ακραία. Κανείς δεν θα διανοείτο να αποδώσει χαρακτήρα ασθένειας στις αντιδράσεις θυμού ή στις στάσεις ανυπακοής ενός μικρού παιδιού. Πρόσφατα ωστόσο, μια επιτροπή ειδημόνων του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας στην Γαλλία απεφάνθη, προκαλώντας σκάνδαλο, ότι εντόπισε μια νέα ασθένεια και μια νέα φιγούρα ασθενούς: το θυμωμένο, απείθαρχο παιδί. Κατασκευάζοντας εκ του μηδενός μια νεφελώδη νοσολογική κατηγορία απροσδιορίστων ορίων «διαταραχή των συμπεριφορών στο παιδί και στον έφηβο», επικαλέσθηκε μεταξύ άλλων ως κριτήριο για την διάγνωση τις πράξεις κλοπής, της άρνησης προς την μελέτη σχολικών μαθημάτων προς όφελος της προτίμησης προς το παιχνίδι, καθώς επίσης και της ανυπακοής στις επιταγές του γονέα!

Η ιατρικοποίηση κάθε ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι πλέον μια ανοιχτή δυνατότητα, αν όχι ένα υφέρπον αίτημα, του συστήματος της βιο-εξουσίας. Αρκεί πλέον ένα παιδί να αντιπαρατεθεί στους γονείς του για να χαρακτηρισθεί ως πάσχον από την διαταραχή «TOP», και απαιτεί ψυχότροπη καταστολή με Ritaline, το λεγόμενο «χάπι της υπακοής».

Πρόκειται για ένα άκρως αποκαλυπτικό παράδειγμα το οποίο εκθέτει στο προσκήνιο τους στενούς δεσμούς συνέργειας που εξυφαίνονται ανάμεσα σε δύο ιστορικές διαδικασίες: την προϊούσα διάλυση της κλινικής και την ιατρικοποίηση της ύπαρξης, καθώς συμβάλλονται απρόσκοπτα στην ελεύθερη ζώνη συναλλαγών που διαμορφώνεται με το σβήσιμο των ορίων μεταξύ φυσιολογικού και παθολογικού.