Η λίμπιντο του Εγώ μπορεί να
επενδύσει το Εγώ με τρόπο κατακλυσμικό έτσι ώστε να
αποσυνδέσει το υποκείμενο από τον
εξωτερικό κόσμο (απόσυρση, κλείσιμο στον εαυτό
του). Πράγματι, ο ναρκισσισμός
αποτελεί έναν τύπο παλινδρόμησης της λίμπιντο (καθήλωση), με άλλα λόγια κάτω
από ορισμένες συνθήκες (δυσκολίες) κάποιος μπορεί να επιστρέφει ψυχικά από την
αντικειμενοτρόπο ζωή (δούναι και λαβείν με τον εξωτερικό
κόσμο) στο ναρκισσισμό (στροφή
επί εαυτού) της πρώτης παιδικής του ηλικίας.
Σημείωση: Οι έννοιες παλινδρόμηση-καθήλωση
της λίμπιντο σε προηγούμενα στάδια της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης παραπέμπουν
γενικότερα σε ψυχοπαθολογία.
Στην καθημερινότητα μας
αποσυρόμαστε φυσιολογικά από τα δρώμενα, οπότε χάνουμε
την επαφή μας με το εξωτερικό μας
περιβάλλον, όταν κοιμόμαστε και όταν πονάμε
σωματικά, επίσης όταν
ταλανιζόμαστε από υποχονδριακές ενασχολήσεις. Σε αυτές τις
περιπτώσεις αποεπενδύουμε από τον
εξωτερικό κόσμο και συγκεντρωνόμαστε στο Εγώ
μας, όλη η προσοχή μας στρέφεται
στο Εγώ μας ως εάν αυτό να ωφελείτο εκ νέου της
παντοδυναμίας που το χαρακτήριζε
άλλοτε, κατά το φυσιολογικό τότε στάδιο του πρωτογενούς ναρκισσισμού στα πρώτα
χρόνια της ζωής.
Ο Κ. Αbraham (γερμανός
ψυχαναλυτής και ιατρός. Βρέμη 1877, Βερολίνο 1925),
δουλεύοντας με ψυχικά αρρώστους
περιέγραψε το 1908 τη διαδικασία αποεπένδυσης του
αντικειμένου (εξωτερικός κόσμος)
και την αναδίπλωση στον εαυτό τους. Πρόκειται για
την ψύχωση. Εδώ ο ψυχικά ασθενής
αφιερώνει σ’αυτόν τον ίδιο σα να ήταν το μόνο
σεξουαλικό αντικείμενο όλη τη
λιβιδώ την οποία ο υγιής άνθρωπος στρέφει προς το
περιβάλλον.
Σημείωση: στην ψυχαναλυτική σκέψη ονομάζουμε
σεξουαλικό ή λιμπιντικό αντικείμενο εκείνο στο οποίο στοχεύουν /επενδύουν οι
σεξουαλικές μας ενορμήσεις (η λίμπιντο) ώστε να ευχαριστιόμαστε. Γίνεται λόγος για φυγανθρωπία, η οποία δεν
είναι ανθρωποφοβία, αλλά μισανθρωπία. Ο ίδιος ο Ευριπίδης π.χ. εμφανίζεται ως
σκυθρωπός, σύννους και μισόγελως. Λέγεται ακόμη πως διημέρευε σ’ένα σπήλαιο στη
Σαλαμίνα αποφεύγοντας τις συναναστροφές μολονότι γνώριζε το κόστος της
εσωστρέφειας και της μοναξιάς: «κουδείς αυτός, ευτυχεί ποτέ» ( Τρωάδες),
«κανείς άνθρωπος που είναι επικεντρωμένος στον εαυτόν του δε
γνωρίζει την ευτυχία». Ο
Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τα επίθετο «αυτίτης» (από το αυτός, ο επικεντρωμένος στον
εαυτόν του, ο καθ’αυτόν ών ) και «μονώτης» για τον εαυτόν του. Ονομάζει δε
φιλόμυθο αυτόν που αγαπά τους παλαιούς μύθους-που τέρπεται με το θαυμαστό κόσμο
των πλασματικών ιστοριών, που είναι βυθισμένος στην ανάγνωση των παραδοσιακών-
και όχι τον φλύαρο, τον αδολέσχη (πολυλογάς). Αυτή η
ενασχόληση αρμόζει στον φιλόσοφο
που αρέσκεται να αναλογίζεται τα αρχετυπικά θέματα. Επομένως ο Αριστοτέλης ήταν
αυτίτης και μονώτης γι’αυτό και φιλόμυθος και μελαγχολικός. Ωστόσο ο φιλόσοφος
και δάσκαλος είχε διεκτραγωδήσει τη χαλεπότητα του μονήρους βίου και δε δίσταζε
να παραδεχθεί πως ο άνθρωπος που είτε έχει δυσκολίες επικοινωνίας είτε είναι
αυτάρκης, θα πρέπει να θεωρηθεί πως είναι άγριο ζώο ή Θεός. Δήλωνε ότι ο
άνθρωπος είναι από τη φύση του ζώο πολιτικόν, δηλαδή είναι πλασμένος να ζει μέσα
σ’ένα οργανωμένο σύνολο, την πόλη, και να συναγελάζεται με τους πολλούς
(παρετυμολογικός
συσχετισμός των αρχαίων της λέξης
«πόλις» με τους «πολλούς»). Με όρους της σύγχρονης επιστήμης η τάση για
απομόνωση και η εσωστρέφεια του φιλοσόφου θα μπορούσαν να αποδοθούν σε ενδογενή
μονοπολική κατάθλιψη (κάτι που δε μπορεί ν’αποδειχθεί).
Το Εγώ μας είναι μια μεγάλη
αποθήκη λίμπιντο μέσα από την οποία αυτή κατανέμεται /επενδύει στα διάφορα
εξωτερικά αντικείμενα (περιρρέων κόσμος). Αν τα τελευταία δε
ευχαριστήσουν το υποκείμενο
(ματαιώσεις της πραγματικότητας, απογοητεύσεις), τότε η
λίμπιντο μπορεί ν’αποσυρθεί
απ’αυτά και να επιστρέψει στον τόπο προέλευσης της, στην
καταγωγή, από εκεί που ήρθε,
δηλαδή πάλι στο Εγώ (παλινδρόμηση της λίμπιντο).
Πρόκειται για την ψύχωση την
οποία ονομάζουμε και δευτερογενή ναρκισσισμό σε
αντιδιαστολή με τον με τον
πρωτογενή, της παιδικής ηλικίας, ο οποίος είναι ένα
φυσιολογικό και απαραίτητο δομικό
στάδιο της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης. Ο Freud θα
υιοθετήσει αυτόν τον ορισμό της
ψύχωσης και θα επεξηγήσει έτσι το παραλήρημα του
μεγαλείου στον ψυχωτικό. Πράγματι,
στην παράνοια η λίμπιντο αποεπενδύει από τα
αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου
και η σεξουαλική ενέργεια που απελευθερώνεται με
αυτόν τον τρόπο προσκολλάται στο
Εγώ το οποίο έτσι «φουσκώνει». Ιδού το
παραλήρημα του μεγαλείου. Ας
σημειωθεί ότι ο Freud ονομάζει τις ψυχώσεις και
ναρκισσιστικές νευρώσεις. H
παράνοια είναι η καθήλωση/ παλινδρόμηση της λίμπιντο
στο στάδιο του ναρκισσισμού.
Είναι η περίπτωση των σχιζοφρενών που το Εγώ τους
απειλείται από την κατακλυσμική
επέλαση της ψυχικής ενέργειας (λίμπιντο) επάνω του.
Προκύπτει έτσι κατά την εφηβική ή
ενήλικη ζωή του ασθενούς μια ψυχολογική
στρέβλωση-το παραλήρημα
μεγαλείου- μέσα από την οποία επαναλαμβάνεται μια
προγενέστερη ψυχολογική
κατάσταση, αυτή του πρωτογενούς ναρκισσισμού κατά την
οποία το Εγώ μας ως
υπερεπενδεδυμένο λιβιδινικά απολάμβανε τότε το απόλυτο αίσθημα
παντοδυναμίας.
Η Μelanie klein περιγράφει έξοχα
την παιδική παντοδυναμία και μεγαλομανία, τις οποίες
συναντάμε στους πρωτογόνους λαούς
(παντοδυναμία της σκέψης , μαγική σκέψη ) και στα
παιδιά (μαγεία των λέξεων ), τα
οποία φτάνει να προφέρουν ή να σκεφτούν μια λέξη οπότε
αυτή γίνεται πράγμα. Επί
παραδείγματι, αν πει το παιδί «καρέκλα» η λέξη γίνεται μαγικά
το πράγμα δηλαδή το αντικείμενο
καρέκλα ( το’πε και έγινε…. ). Λίγο αργότερα, καθώς το
παιδί θα εξελίσσεται η λέξη π.χ.
καρέκλα θα χάσει τη μαγεία της, θα γίνει απλά ένα λεκτικό σύμβολο το οποίο θα
παραπέμπει στο αντικείμενο καρέκλα. Η λέξη καρέκλα δεν
είναι το αντικείμενο καρέκλα αλλά
το συμβολίζει.
Συμπερασματικά, η ψύχωση συνδέεται με την
εκσεσημασμένη συγκέντρωση (αύξηση)
της λίμπιντο του Εγώ. Το
παραλήρημα μεγαλείου είναι η σύγχρονη, ενεστώσα εκδήλωση
μιας κατάστασης η οποία υπήρξε
στο παρελθόν (φυσιολογικό στάδιο). Πρόκειται για μια
δευτερογενή κατάσταση η οποία
βασίζεται πάνω στον πρωτογενή ναρκισσισμό. Η
διαδικασία απόσυρσης των
αντικειμενοτρόπων επενδύσεων και υπερεπένδυσης του Εγώ
προσδίδει στο υποκείμενο μια
σχετική αυτονομία. Πράγματι, ο ναρκισσευόμενος άνθρωπος
σπάνια ζητάει βοήθεια, η επιθυμία
για τον άλλο την ετερότητα, το αντικείμενο γίνεται
επιθυμία για τον ένα, τον εαυτό
μου. Ο πρωτογενής ναρκισσισμός αντιστοιχεί και
συμπίπτει με την απουσία της
ανάγκης για βοήθεια. Πρόκειται λοιπόν για
αντικειμενοκτόνο διαδικασία,
δηλαδή διαδικασία η οποία «σκοτώνει» το αντικείμενο : την
ονομάζουμε καταστροφικό
ναρκισσισμό (ενόρμηση του θανάτου). Την αντιδιαστέλλουμε
από τον θετικό, λειτουργικό
ναρκισσισμό, όπου η αγάπη εαυτού αντισταθμίζεται με
τρόπον τινά από ισόποση αγάπη για
τον άλλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου