Στις περιπτώσεις αυτές όλη η λίμπιντο
του Εγώ μετατίθεται στο αντικείμενο. Εδώ οι
ενορμήσεις της αυτοσυντήρησης του
Εγώ δεν καταφέρνουν να ελέγξουν το άδειασμα της
λιμπιντο του Εγώ (ναρκισσιστικό
άδειασμα ) προς το αντικείμενο. Πρόκειται για τις
περιπτώσεις του ερωτικού πάθους
όπου προεξάρχει η ενόρμηση του θανάτου στο μέτρο
κατά το οποίο η λιμπιντο του Εγώ
( ναρκισσιστική λιμπιντο ) αιμορραγεί προς όφελος της
λιμπιντο του αντικειμένου,
γεγονός το οποίο αποδυναμώνει το Εγώ (ευθραυστότης του
Εγώ ) καθώς αυτό φτωχαίνει
ναρκισσιστικά. Κατά τον Μιχάλη Καραγάτση το πάθος
συνταυτίζει τον έρωτα με τον
θάνατο. Στο ερωτικό πάθος το αγαπώμενο πρόσωπο
υπερεπενδύεται και έτσι γίνεται
παντοδύναμο έναντι ενός υποκειμένου ταπεινού και
υποταγμένου, παραδομένου σε
αυτόν/αυτήν τον οποίον/οποία νομίζει και θεωρεί ότι
είναι η ενσάρκωση του ιδεώδους
του. Ο Freud συγκρίνει τον παθιασμένο έρωτα με την
ύπνωση με την έννοια κατά την
οποία ο παθιασμένος ερωτικά όπως και ο υπνωτισμένος
αποχωρίζεται απ’όλον τον
απαραίτητο, προστατευτικό ναρκισσισμό του προς όφελος του
αγαπώμενου. Προκύπτουν έτσι
αντικειμενοτρόπες σχέσεις κολλώδεις, το υποκείμενο
«κολλάει» πάνω στο αντικείμενο.
Γίνεται τότε κατανοητή η ευθραυστότης του ερωτικά
παθιασμένου καθώς έχει
εγκαταλείψει το Εγώ του προς όφελος του άλλου. Εδώ ο
ερωτευμένος ενδοβαλει τον
αγαπώμενο, ταυτίζεται μαζί του, γίνεται ένα με τον
αγαπώμενο, απογυμνώνεται από την
αυτοεκτίμηση του, τη χάνει προς όφελος της
εξιδανίκευσης του άλλου.
Εν κατακλείδι, το ερωτικό πάθος είναι μια
κατάσταση ύπνωσης του υποκειμένου, είναι
ένα θανατηφόρο άδειασμά του, το
οποίο το παραδίδει ολόκληρο στην καλή θέληση του
άλλου. Συνεπώς, η λιμπιντο του
αντικειμένου στο υπερβολικό της ανάπτυγμα οδηγεί το
υποκείμενο σε ναρκισσιστική
έκπτωση (ανεπάρκεια). Ο Freud ταξινομεί το ερωτικό πάθος
στο πρότυπο των ψυχώσεων.
Συνοψίζουμε: ο ναρκισσισμός έχει δυο όψεις,
μια λιμπιντική η οποία έχει να κάνει με
ισόρροπη επένδυση του Εγώ και των
αντικειμένων και είναι στην υπηρεσία της
ενόρμησης της ζωής και μια
καταστροφική, η οποία αφορά στην υπερβολική επένδυση του
Εγώ (ψύχωση, παράνοια), ή στην
υπερβολική επένδυση του αντικειμένου (άδειασμα του
Εγώ, ερωτικό πάθος), και τίθεται
στην υπηρεσία της ενόρμησης του θανάτου.
Ο ναρκισσισμός ως υπερεπένδυση των λέξεων.
Οι λέξεις π.χ. «τάρτα φράουλας»
δεν είναι αυτό που λένε . Το να πει κάποιος «τάρτα
φράουλας» δεν ισοδυναμεί με μια
πραγματική τάρτα φράουλας μπροστά μου . Έτσι η
φράση τάρτα φράουλας αντιστέκεται
στην άμεση και πλήρη ικανοποίηση, αφού το να το
λέω δε σημαίνει ότι τη βλέπω και
τη γεύομαι. Με άλλα λόγια, καμιά άμεση ικανοποίηση δεν
μας δίδεται από την απλή εκφορά
των λέξεων. Η εκφορά του λόγου λοιπόν αντιτίθεται
στην αρχή της ευχαρίστησης π.χ.
αν πω «λαχταρώ ένα μπάνιο στη θάλασσα» σημαίνει ότι
το κάνω; Μόνο στο παραλήρημα το
υποκείμενο, ο ψυχωτικός, ευχαριστιέται άμεσα,
ολοκληρωτικά, διότι ο λόγος του
ως προέκταση του Εγώ του, υπερεπενδύεται
λιμπιντικά. Είναι μια λιμπιντική
υπερεπένδυση του λόγου του ο οποίος λειτουργεί στη
θέση του Εγώ . Όταν ο σχιζοφρενής
λέει π.χ. «είναι η γιορτή του πράσινου» δεν
εκφράζεται, δε χρησιμοποιεί τις
λέξεις ως εργαλείο για να περάσει κάποιο μήνυμα. Οι
λέξεις του αυτές δεν εκφράζουν
για παράδειγμα τη χαρά του για τη γιορτή της άνοιξης.
Τα λόγια εκφέρονται εδώ ως
απόλυτη βεβαιότητα «μιλιόνται» για τη απόλαυση του
υποκειμένου και μόνο. Το
υποκείμενο ηδονίζεται απλά και μόνο καθώς τα λέει καθώς
είναι το σύνολο της ψυχικής
ενέργειας συνδέεται με αυτές τις λέξεις. Μέσα απ’αυτήν την ολοκληρωτική
επένδυση του Εγώ –λόγου του προκύπτει η απόλυτη βεβαιότητα και η
ακλόνητη πεποίθηση,
χαρακτηριστικά τα οποία προσιδιάζουν στον παραληρητικό λόγο του
σχιζοφρενούς.
Συμπερασματικά, ο ψυχωτικός είναι, γίνεται η
φράση την οποία εκφέρει. Όταν ο
παραληρητικός ασθενής λέει «Είμαι
ο Μέγας Ναπολέων» ηδονίζεται αφάνταστα επειδή το
«λέει και γίνεται». Δεν το λέει
απλά για να μας το επικοινωνήσει αλλά ταυτόχρονα με την
εκφορά της φράσης γίνεται ο Μέγας
Ναπολέων (η μαγική δύναμη των λέξεων). Πρόκειται
εδώ για το ναρκισσισμό ως
υπερεπένδυση της λέξης, του λόγου .
Το ιδεώδες Eγώ ως
απότοκο του ναρκισσισμού.
Το εξελικτικό πέρασμα από το
στάδιο του ναρκισσισμού προς τις αντικειμενοτρόπες
επενδύσεις δεν είναι εύκολο. Πράγματι,
το βρέφος δυσκολεύεται πολύ να εγκαταλείψει το
ναρκισσιστικό του σύμπαν. Τι θα
το κινητοποιήσει επομένως να βγει από τα σύνορα του
ναρκισσισμού του και να κινηθεί
εξελικτικά από το Εγώ προς τον κόσμο των
αντικειμένων;
Όπως προαναφέρθηκε, η λίμπιντο
δένεται με τα αντικείμενα διότι με αυτόν τον τρόπο, το
Εγώ καταφέρνει ν’αποφύγει τη
νοσηρότητα (ψυχωτικές καταστάσεις), η οποία σχετίζεται
με την υπερεπένδυση του. Κατά τον
Lakan το βρέφος βγαίνει από το ναρκισσισμό του έτσι
ώστε να μπορέσει ν’αποτυπώσει την
εικόνα του στον εξωτερικό κόσμο της
πραγματικότητας. Είναι παράφορο
πάθος του ανθρώπου στο να αποτυπώσει την εικόνα
του στην πραγματικότητα. Καθώς
όμως το υποκείμενο κινείται προς τον εξωτερικό,
πραγματικό κόσμο των αντικειμένων
τι γίνεται με τις ναρκισσιστικές του ικανοποιήσεις ;
Θα μπορούσε ποτέ ν’αφήσει τον
παντοδύναμο κόσμο της ναρκισσιστικής του ευδαιμονίας
και να επενδύσει όλη τη
ναρκισσιστική του λιβιδώ στην ετερότητα, στα ανοίκεια-
διαφορετικά πέρα και έξω
απ’αυτόν- αντικείμενα; Γνωρίζουμε άλλωστε ότι, ακόμα και αν
μπορούσε στο όνομα των
αντικειμένων να θυσιάσει τις λιμπιντικές επενδύσεις του Εγώ
αυτό θα το οδηγούσε σε μια νοσηρή
κατάσταση ναρκισσιστικής απίσχνασης πρότυπο της
οποίας συνιστά το ερωτικό πάθος.
Συνεπώς, προκύπτει το εξής αδιέξοδο κατά την
ψυχοσεξουαλική εξέλιξη: τόσο ο
παρατεταμένος ναρκισσισμός όσο και το υπερβολικό
ναρκισσιστικό άδειασμα βάζουν το
Εγώ σε μπελάδες (ψύχωση και ναρκισσιστική
απίσχναση αντίστοιχα). Εξελικτικά
η λύση στο παραπάνω αδιέξοδο δίδεται μέσα από το
σχηματισμό του Ιδεώδους Εγώ.
Πρόκειται για τον ιδανικό- κατά την αντίληψη του υποκειμένου- εαυτό, το πώς
δηλαδή επιθυμεί κάποιος να είναι, η ιδανική εικόνα εαυτού
την οποία επιθυμεί να έχει και να
δείχνει. Αφορά σε ιδιότητες, ποιότητες, αρετές,
χαρακτηριστικά συμπεριφοράς
κοινωνική θέση κ.λ.π. τα οποία κάποιος επιθυμεί να έχει
και να είναι ώστε να αισθάνεται
καλά με τον εαυτό του. Διαφορετικά, όταν νιώθει ότι δεν
φτάνει αυτές τις εξιδανικευμένες
σταθερές, μπορεί να καταθλίβεται μέχρι κατάρρευσης
(προεξαρχόντως στη μελαγχολία).
Κατά τον Freud το ιδεώδες Εγώ
αποτελεί την προβολή του χαμένου ιδανικού και
παντοδύναμου ναρκισσισμού της
παιδικής ηλικίας. Είναι το υποκατάστατο του παιδικού
ναρκισσισμού, μιας εποχής όπου το
βρέφος αποτελούσε αυτό το ίδιο το δικό του ιδεώδες.
Η απομάκρυνση από τον πρωτογενή
ναρκισσισμό πραγματοποιείται μέσα από τη μετάθεση
της λίμπιντο στο ιδεώδες Εγώ το
οποίο απαρτίζεται από τα ιδεώδη του Εγώ δηλαδή από
γονεϊκές και κοινωνικές αξίες τις
οποίες «κληρονομούμε» και με τις οποίες ταυτιζόμαστε
(διαδικασία ομοίωσης). Όταν το
ιδεώδες Εγώ έχει σχηματιστεί, επενδύεται λιμπιντικά
(ερωτικοποιείται,
σεξουαλικοποιείται) και το υποκείμενο ικανοποιείται τόσο περισσότερο,
όσο κοντύτερα φτάνει στις
προδιαγραφές της ιδεωδους εικόνας του εαυτού του.
Κλινικό παράδειγμα: Νεαρή 36 ετών περίπου σήμερα, σε
θεραπεία εδώ και δέκα χρόνια με συχνότητα αρχικά μιας συνεδρίας εβδομαδιαίως η
οποία στη συνέχεια αυξήθηκε σε δύο και εν τέλει σε τρείς. Ζήτησε θεραπεία
ευρισκόμενη σε κατάσταση ψυχικής κατάρρευσης, επειδή είχε κάνει έρωτα με το
αγόρι της καλύτερης φίλης της . Η -συν το χρόνω- ψυχοθεραπευτική επεξεργασία
των δεδομένων της ζωής της και των εν γένει προβλημάτων της (υγεία, αγάπη,
σχέσεις, δουλειά ) έφεραν στην επιφάνεια ένα απαιτητικό ιδεώδες Εγώ από το
οποίο όσο περισσότερο απέκλινε τόσο βυθιζόταν καταρρέοντας. Η σεξουαλική της
παρόρμηση-
ως γνήσια έκφραση του σεξουαλικού
της ενστίκτου-συνδεδεμένη με τις ενορμητικές της πηγές προφανώς απείχε από το
τέλειο, ιδανικό και αλάνθαστο περίγραμμα ενός εν τέλει κίβδηλου ψευδεπίγραφου
και «άσπιλου» εαυτού το οποίο μάταια προσπαθούσε να φτάσει (θεματική της
εικόνας εαυτού).
Το Ιδεώδες Εγώ σαφώς διαφέρει από
το Υπερεγώ, καθώς συνδέεται με ναρκισσιστικές απαιτήσεις. Το λειτουργικό
Υπερεγώ γενικά λέει : «μην κάνεις». Όμως, στην πλεοψηφία των ναρκισσιστικών
περιπτώσεων όταν οι ασθενείς μιλάνε για «ενοχές» εννοούν ντροπή για πράγματα
που έκαναν. Πρόκειται για πράξεις οι οποίες δεν υπερβαίνουν τόσο ένα
εσωτερικευμένο Υπερεγώ (οι αξίες μου), αλλά περισσότερο ιδεώδη
κοινωνικά τα οποία έχουν
εξωτερική διάσταση και εμφορούνται από αξίες άλλων.
Εδώ ο προεξάρχων αμυντικός
μηχανισμός του Εγώ είναι η καταστολή. Αφορά σε μηχανισμό κατά την πρώιμη σχέση
του παιδιού με τη μητέρα του: το παιδί συμπιέζει τις αγωνίες του και τις
συγκινήσεις του γιατί αυτές θα αποτελούσαν μια απειλή για τη ζωή της μαμάς του.
Επί παραδείγματι, όταν αυτή είναι σε κατάθλιψη επιβάλλει μια σιωπή στην
εκφραστικότητα των συγκινήσεων του παιδιού. Επίσης, για παιδαγωγικούς σκοπούς,
σε ορισμένες οικογένειες τα παιδιά δεν έχουν δικαίωμα να παραπονιούνται. Σιγά- σιγά
το παιδί εσωτερικεύει αυτή τη σιωπή, την καταστολή των συγκινήσεων του
(αρνητικοποίηση των συγκινήσεων) υπό το καθεστώς των απαιτήσεων ενός Ιδεώδους
Εγώ. Αποκόπτεται από τις δικές του ενορμητικές πηγές, δηλαδή χάνει τη δική του
λιμπιντική τροφοδοσία, με άλλα λόγια χάνει την ατομική του,
μοναδική ιδιαιτερότητα και
συμμορφώνεται στο όνομα μιας υπερπροσαρμογής του στο ομαδικό, στην κοινωνική
πραγματικότητα, στις κοινωνικές νόρμες και αξίες. Εύκολα θα αισθάνεται ντροπή
κάθε φορά που θα «παρακάμπτει» τις έξωθεν αξίες προς όφελος των ατομικών του
επιθυμιών. Το Εγώ του υποκειμένου εδώ καταστέλλει (αμυντικά) τις συγκινήσεις
του, τις αρνητικοποιεί στο όνομα του ιδεώδους (ναρκισσιστική θεματική). Λόγω
του αμυντικού μηχανισμού της καταστολής στη θεμελιακή κατάθλιψη έχουμε μια
πτώση του τόνου των ενστίκτων της ζωής τα οποία «πνίγονται» για χάριν αυτής της
συστοιχίας με το έξωθεν. Σε
ορισμένες περιπτώσεις η καταστολή
μπορεί να φτάσει τα πράγματα μέχρι τη συρρίκνωση και τον μαρασμό της σκέψης: η
καταστολή εγκυστώνει την ενόρμηση, σβήνει την επιθυμία και, τελικά, την ίδια τη
σκέψη.
Τα πράγματα είναι παγοποιημένα,
το υποκείμενο δε νοιώθει, οπότε δεν επενδύει λιμπιντικά στο αντικείμενο, η ετερότης
διαγράφεται. Το συναίσθημα δεν τροφοδοτεί τη σκέψη ώστε να δουλέψει η φαντασία.
Είναι ένα «τσιμεντάρισμα», το πράγμα δεν «ανασαίνει», δεν επιστρέφει στο
συνειδητό τίποτα από την επιθυμία, πρόκειται για μια κατάσταση απάθειας. Είναι
μια προσπάθεια συνειδητή να εγκυστώσω το συναίσθημα μου, δηλ. να μη νοιώσω:
σβήνουν οι συναισθηματικές εκφράσεις και οι φαντασιώσεις. Έτσι η καταστολή
μπορεί
να γίνει στοιχείο του χαρακτήρα
(χαρακτηρολογικό): η καταστολή ως νεύρωση χαρακτήρα. Είναι ένα μπλοκάρισμα της
δυνατότητας για επένδυση, ώστε να μην αναδύεται η ενόρμηση.
Συνεπώς, το ιδεώδες Εγώ έχει μια ισχυρή
και συνεχή λειτουργία αξιολόγησης και
λογοκρισίας εαυτού ούτως ώστε
αυτός ολοένα και περισσότερο να προσεγγίζει τον
(άπιαστο) υψηλό εαυτόν. Δομείται
μέσα από κοινωνικά ιδεώδη τα οποία έχουν εξωτερική
διάσταση (μας έρχονται από άλλους
) και εμφορούνται από αξίες άλλων. Εδώ το
υποκείμενο συμμορφώνεται στο
όνομα μιας υπερπροσαρμογής του στο ομαδικό, στις
κοινωνικές νόρμες ώστε να φτάσει
στο ιδανικό τις προδιαγραφές και το περιεχόμενο του
οποίου άλλοι αποφασίζουν για εμάς.
Στον παράφορο έρωτα ο άλλος, το αντικείμενο,
μπαίνει στη θέση ενός ιδεώδους
του Εγώ του υποκειμένου. Το ίδιο βλέπουμε και στον
εκσεσημασμένο και συγκινητικό
θαυμασμό των γονέων για τα μωρά τους, θαυμασμός
τελικά τόσο παιδικός: ο
πρωτογενής ναρκισσισμός των γονέων εγκαταλείπεται και στη
θέση του δομείται το ιδεώδες του
Εγώ τους το οποίο ταυτίζεται με το παιδί τους.
Τελικά πρόκειται για έκφραση του
ναρκισσισμού τους ο οποίος επανεμφανίζεται παρά τη
μεταμόρφωση του σε
αντικειμενοτρόπο αγάπη (αγάπη για το μωρό) .
Τελικά ποιόν
αγαπάμε; Όταν
ερωτευόμαστε, όταν αγαπάμε, το Εγώ μας προοδευτικά
φτωχαίνει προς όφελος του
αγαπώμενου αντικειμένου. Αυτό το αντικείμενο υποκαθιστά
το Εγώ, με άλλα λόγια το
αντικείμενο υποκαθιστά αυτό το οποίο μέχρι τώρα επιτελούσε τις
ναρκισσιστικές λειτουργίες . Έτσι
η αγάπη, ο έρωτας, είναι μια κατάσταση μέσα από την
οποία ο ναρκισσισμός μας βρίσκει
συνέχεια, μετατίθεται από μέσα προς τα έξω (ο άλλος
ως υποκατάστατο του Εγώ).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου