Τρίτη 31 Ιουλίου 2018

Το τραύμα: το πρόβλημα του ευνουχισμού

Η διατύπωση του προβλήματος: Το πρόβλημα, ο ευνουχισμός ως πρόβλημα, σημαίνει ότι το υποκείμενο δεν μπορεί, το ίδιο, να αποδεχθεί ότι η μητέρα δεν διαθέτει το αρσενικό όργανο. Έτσι, το υποκείμενο ταυτιζόμενο με την μητέρα, δεν μπορεί να δεχθεί τον ευνουχισμό για το ίδιο.

Η ανάπτυξη του προβλήματος: Πράγματι, γνωρίζουμε από την ψυχαναλυτική πρακτική ότι το παιδί παρατηρεί τους γονείς του, κυρίως, στα γεννητικά όργανα, το πως τα χρησιμοποιούν και, γενικότερα, όλα τα σημάδια μιας απόλαυσης που το ίδιο χάνει επειδή δεν ανήκει στο παντρεμένο ζευγάρι. Γεγονός που σημαίνει πως η παρατήρηση του παιδιού επικεντρώνεται στα σημαίνοντα της απόλαυσης και της επιθυμίας.

Που έγκειται όμως το τραύμα;

Το τραύμα συμβαίνει επειδή το υποκείμενο δεν καταφέρνει να μεταφράσει τις παρατηρήσεις του που αφορούν στην σεξουαλική σχέση των γονέων του με όρους του τι είναι άνδρας και τι είναι γυναίκα.

Το υποκείμενο προσπαθεί να εντοπίσει το αίτιο του προβλήματος. Δεν είναι η παρατήρηση. Η παρατήρηση της γονεϊκής συνουσίας είναι μάλλον μια προσπάθεια, εκ μέρους του υποκειμένου, να κατανοήσει τι είναι άνδρας και τι γυναίκα. Όλη του η προσπάθεια έγκειται, δηλαδή, στο να πάει από την σχέση «πατέρας – μητέρα» στην σχέση «άνδρας – γυναίκα». Προσπαθεί από τον πρώτο ζεύγος – τύπο να παράγει τον δεύτερο ζεύγος – τύπο. Θα μπορούσα να το αποδώσω ως εξής: από τον δεδομένο τύπο «σχέση γονιών» να παράγει και να τυποποιήσει την «σχέση των φύλων».

Σε αυτή ακριβώς την μετάβαση αποτυχαίνει. Εδώ έγκειται το τραύμα. Η αποτυχία συμβαίνει διότι δεν υπάρχει η σύνδεση την οποία επιδιώκει το υποκείμενο. Με πιο απλά λόγια, εκείνο μόνο που θέλουμε να παρατηρήσουμε στους γονείς μας, το μόνο για το οποίο ενδιαφερόμαστε, είναι να κατανοήσουμε, μέσα από την σχέση τους, τι σημαίνει άνδρας για μια γυναίκα και τι σημαίνει γυναίκα για έναν άνδρα.

Το μάθημα του φροϋδικού πεδίου είναι ακριβώς ότι αυτό δεν το μαθαίνουμε ποτέ! Το τραύμα της σεξουαλικότητας είναι η απουσία σύνδεσης των δύο σχέσεων - τύπων.

Η ανάλυση του προβλήματος: Το τραύμα της σεξουαλικότητας δεν είναι τυχαίο. Είναι δομικό, αν σκεφτούμε ότι, σε κάθε περίπτωση, μεταφράζεται ξεκάθαρα στην ψυχαναλυτική εμπειρία, παρά το οικογενειακό μυθιστόρημα στο οποίο αναφέρεται κάθε αναλυόμενος μέσα από εκτενείς συζητήσεις. Όλο αυτό το μυθιστόρημα αποδεικνύεται ανίκανο να του επιτρέψει την πρόσβαση σε έναν δεδομένο, επιβεβαιωμένο τύπο, για το ποια είναι η σχέση «άνδρα – γυναίκας». Αυτό η ψυχανάλυση το αποκαλεί πρόβλημα του ευνουχισμού.

Έτσι, για παράδειγμα σε μια περίπτωση ενός αναλυόμενου όταν εκείνος έβλεπε τυχαία μια γυναίκα, γενικά μια φτωχή γυναίκα, γονατιστή στα τέσσερα να εκτελεί μια ταπεινή εργασία, και την έβλεπε από πίσω, όταν λοιπόν πληρούνταν όλες αυτές οι πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τότε ερωτεύονταν! Ακριβώς σαν να πρόκειται για τύπο. Τώρα αντιλαμβάνεστε την αξία του όρου «πρόβλημα». Για τον συγκεκριμένο αναλυόμενο έχουμε έναν πολύ συγκεκριμένο τύπο για το «ερωτεύομαι». Το «ερωτεύομαι» προκύπτει ως εξαναγκασμός, όταν οι παραπάνω προϋποθέσεις πληρούνται.

Ως ανθρώπινα όντα, υπακούμε σε ακριβείς προϋποθέσεις προκειμένου άντρες και γυναίκες να έλθουμε σε σχέσεις μεταξύ μας. Όμως, στον άνθρωπο ως τέτοιον δεν λειτουργεί κάποιος τύπος όπως συμβαίνει στα ζώα. Στα ζώα, όπως ξέρουμε από την ηθολογία, υπάρχουν πολύ συγκεκριμένοι τύποι για να έλθουν σε σχέση τα δύο φύλλα, καθώς εμφανίζονται ορισμένα σημάδια σε κάποιο μέρος του σώματος, διακριτικό του είδους, που δηλώνουν ότι το ζώο,  θηλυκό ή αρσενικό, είναι έτοιμο για σεξ, διαθέσιμο. Αυτό είναι ένας τύπος, ένας δεδομένος τύπος που αφορά την σχέση των φύλλων και αληθεύει για τα ζώα του είδους.

Με τους ανθρώπους επίσης  έχουμε δεδομένους τύπους, που όμως λειτουργούν εξατομικευμένα. Αν είχαμε έναν δεδομένο τύπο που θα μας υποδείκνυε πως είναι ο άνδρας και πως είναι η γυναίκα, τότε δεν θα υπήρχε ψυχανάλυση. Κατά κάποιον τρόπο, ο μοναδικός τύπος που ένα υποκείμενο συναντά στην ζωή του και θα μπορούσε να αποτελεί για εκείνο δεδομένο τύπο της σχέσης μεταξύ φύλλων, είναι το γονεϊκό ζεύγος. Θα ήταν απλά τα πράγματα αν ο συγκεκριμένος αναλυόμενος μπορούσε, ήταν έγκυρο για εκείνον, να μεταφράσει κατευθείαν την, υποκειμενική του, δεδομένη σχέση «μητέρας – πατέρα» σε μια σχέση «γυναίκα – άνδρα», στην γενικότητα, για όλους τους ανθρώπους πάει να πει. Εδώ, όμως, έγκειται το πρόβλημα.

Πράγματι, η ψυχαναλυτική εμπειρία καταδεικνύει ότι το γονεϊκό ζεύγος, όχι μόνο δεν μπορεί να στηρίξει την σχέση ανάμεσα στον άνδρα και στην γυναίκα, αλλά αντίθετα η μητέρα εμποδίζει την πρόσβαση στις γυναίκες. Αυτό διότι για το μικρό αγόρι το «μητέρα» οδηγεί στο «γυναίκα» και, όπως γνωρίζει το ίδιο, η συνουσία με την μητέρα είναι απαγορευμένη από τον πατέρα. Επόμενα, η συνουσία με την «γυναίκα» (μητέρα = γυναίκα) είναι απαγορευμένη! Από την άλλη, και ο πατέρας επίσης, για μια γυναίκα τουλάχιστον, ο πατέρας της υστερικής κόρης, εμποδίζει την πρόσβαση στους άντρες.  Με άλλα λόγια, το παντρεμένο ζευγάρι μάλλον εμποδίζει την σχέση των δύο φύλλων παρά την διευκολύνει.

Η κλασσική ψυχανάλυση αναζήτησε μια κωδικοποίηση της σχέσης μεταξύ των φύλλων. Ο Φρόυντ χρησιμοποίησε τους όρους «ενεργητικότητα» και «παθητικότητα». Μια σκοπιά από την οποία μπορούμε να αποσαφηνίσουμε αυτές τις σχέσεις είναι να προσφύγουμε σε όρους εξουσίας. Πρέπει να θυμόμαστε ότι η κοινωνική σφαίρα, ο τόπος της κοινωνίας όπου υπάρχει και η οικογένεια ως θεσμός, δομείται από τον Κύριο, από την ιδέα της εξουσίας. Έτσι λοιπόν, ένας τρόπος να συμβολίσουμε αυτήν την σχέση «άντρα – γυναίκας», και που ο ίδιος ο Φρόυντ την χρησιμοποιεί, είναι να την αντιμετωπίσουμε με το σημαίνον ζεύγος του «κυρίου – δούλου». Ενεργητικότητα – παθητικότητα μεταφράζεται έτσι με όρους εξουσίας. Πράγματι, με τα δικά μας πολιτιστικά δεδομένα, είναι συχνό ο πατέρας να είναι η κεφαλή, θα έλεγα, της οικογένειας. Όλα αυτά είναι ένα θέμα αρκετά γνωστό όχι μόνο από την ψυχανάλυση αλλά και από τον φεμινισμό. Πιστεύω ότι δεν χρειάζεται να επεκταθώ, σε αυτό το σημείο, σε τούτη την κωδικοποίηση με όρους εξουσίας.

Αυτό το ζεύγος του Κυρίου και του δούλου μας προσφέρει ένα κάποιο ισοδύναμο της σχέσης μεταξύ των φύλλων, του τύπου σχέσης μεταξύ των φύλλων, και αποτελεί έναν τρόπο να εξηγήσουμε την έκπτωση της εικόνας του πατέρα που συμβαίνει σήμερα. Διότι η έκπληξη είναι ότι ένας πραγματικός πατέρας, ένας πατέρας ισοδύναμος με το κύριο σημαίνον, θα ήταν ένας πατέρας που δεν δουλεύει! Την δουλειά θα την έκανε ο δούλος. Πρέπει να πω ότι αντίθετα με την ιδέα που επικρατεί για την ενεργητικότητα και την παθητικότητα, συνήθως οι γυναίκες δουλεύουν πολύ σκληρότερα από τους άντρες. Ταυτόχρονα, όμως, στην κοινωνία μας όπου επικρατεί η ηθική της εργασίας, ο πατέρας εργάζεται. Και, κατά κάποιον τρόπο, αυτό συνδέεται με την έκπτωση της εικόνας του πατέρα, του αληθινού πατέρα. Ονομάζουμε αληθινό πατέρα τον νεκρό πατέρα, για να καταστήσουμε εμφανές ότι δεν εργάζεται. Ο πραγματικός πατέρας είναι, θα έλεγα, ο ζιγκολό. Ίσως όμως, να μην επεκταθώ πάνω σε αυτό.

Τέλος, αποτελεί όντως, εύκολη κοινωνιολογία, αλλά μπορείτε να αντιληφθείτε με ποια έννοια ο αναλυτής δεν δουλεύει. Ο αναλυτής καταλαμβάνει την θέση του Κυρίου, που κάνει τον άλλο, δηλαδή τον αναλυόμενο, να δουλεύει. Ωστόσο γνωρίζουμε ότι για τον ψυχαναγκαστικό αναλυόμενο, ο αναλυτής δουλεύει από την αρχή, και συνεχίζει να δουλεύει για πολύ καιρό, σε αυτή την σχέση. Το υστερικό υποκείμενο έχει στόχο να αναγκάσει τον αναλυτή να δουλέψει, να του παρουσιάσει ορισμένες δυσκολίες, ορισμένες επείγουσες καταστάσεις, ώστε να τον βάλει να δουλέψει. Τούτο ισοδυναμεί με την στόχευση του ελλείμματος του Άλλου, με την επίτευξη του ευνουχισμού του.

«Εσάς η δύναμη σας ακολουθεί, Κύριε, σας ακολουθεί από πίσω. Ενώ εγώ τρέχω στο κατόπι της!» ομολόγησε μια αναλυόμενη μου υστερικής δομής. Εννοούσε: «όσο και αν προσπαθώ δεν έχω τόση δύναμη να σας βάλω να εργασθείτε για μένα. Δεν μπορώ να σας ευνουχίσω. Η δύναμη σας είναι τόση ώστε νικάτε την ενόρμησή σας».

Ο αναλυτής δεν δουλεύει πάει να πει ότι δεν δουλεύει στη θέση του ασυνειδήτου, δεν δουλεύει, ακριβώς για να αφήσει το ασυνείδητο να δουλέψει. Λέμε ότι ο αναλυτής δεν δουλεύει ακριβώς για να υπογραμμίσουμε την αντινομία ανάμεσα στην δουλειά του αναλυτή και την δουλειά του ασυνειδήτου. Μιλάμε για την πράξη του αναλυτή που εξουσιοδοτεί την διαδικασία, που εγγυάται για την διαδικασία, και μιλάμε για την δουλειά του αναλυόμενου υποκειμένου.    

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2018

Η αναλυτική κλινική των ψυχοσωματικών φαινομένων


Πρώτα από όλα ας ξεκινήσουμε από τον ορισμό, έτσι θα ξέρουμε για ποιο πράγμα ακριβώς μιλάμε: Ως ψυχοσωματικό φαινόμενο εννοούμε κάθε σωματική βλάβη η οποία μπορεί να αποδοθεί σε μια διαταραχή της ψυχής. Ευθύς εξαρχής παραμερίζουμε τα υστερικά φαινόμενα στα οποία, εξ ορισμού, δεν επισημαίνουμε καμιά βλάβη με την ανατομικοπαθητική έννοια του όρου και που, αντίθετα από την ψυχοσωματική διαταραχή, μπορούν μέσα σε ορισμένες συνθήκες να είναι ακαριαία αναστρέψιμα.

Ας έλθουμε τώρα να δούμε την δυναμική των ψυχοσωματικών φαινομένων από την άποψη του χρόνου εμφάνισης τους:
·         Σε έναν πρώτο χρόνο έχει λάβει χώρα ένας βίαιος αποχωρισμός με ένα αγαπημένο πρόσωπο κατά την παιδική ηλικία.
·         Σε έναν δεύτερο χρόνο ο αποχωρισμός αυτός επαναλαμβάνεται μέσα στην πραγματικότητα ή συμβαίνει ένα παιχνίδι ειδικών σημαινόντων να υπενθυμίζουν αυτόν τον αποχωρισμό στο υποκείμενο.
·         Σε έναν τρίτο χρόνο, ο οποίος συχνά τοποθετείται σε λιγότερο από ένα έτος μετά το δεύτερο αποχωρισμό, να εμφανίζεται η βλάβη στο σώμα.

Στο πλαίσιο αυτό, το χαρακτηριστικό γεγονός είναι ότι ο πρώτος αποχωρισμός δεν είχε γίνει αποδεκτός και ως εκ τούτου δεν ξεπεράστηκε ποτέ από το υποκείμενο. Παρέμεινε έτσι ως τραυματισμός στην ψυχή. Αυτός είναι και ο λόγος που ο συνδυασμός ορισμένων ειδικών σημαινόντων – τα οποία δρουν κατά την διάρκεια ενός δεύτερου χρόνου – βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για να επαναλάβουν το τραύμα. Για παράδειγμα αναφέρω ότι αρκετές περιπτώσεις λευχαιμίας παιδιών όπου παρατηρούμε ότι η εμφάνιση της λευχαιμικής διαδικασίας συντελείται – και ασφαλώς όχι τυχαία – την στιγμή γέννησης ενός άλλου παιδιού μέσα στην ίδια οικογένεια. Η γέννηση αυτή σηματοδοτεί την απουσία συμβολικού αγκυροβολήματος του υποκειμένου μέσα στην γενιά του. Ξαναζωντανεύουν μέσα του έναν πόνο, ο οποίος μεταφράζεται σε μια ανανεωμένη ανάγκη ταΐσματος. Έτσι συλλαμβάνουμε ότι ο αποχωρισμός του πρώτου χρόνου συντελέστηκε στην παιδική μεν ηλικία αλλά ακριβώς την στιγμή του ταΐσματος όπου, στο αίτημα του Άλλου (στον χρόνο αυτό πρόκειται για την Μητέρα), το υποκείμενο απαντά με μια ανάγκη (από τον τόπο του Πραγματικού, πάει να πει) και όχι με μια επιθυμία (δηλαδή από τον τόπο του Φαντασιακού). Εκείνη είναι ακριβώς η στιγμή που δημιουργείται ένα «πάγωμα» των πρωταρχικών σημαινόντων τα οποία έχει δεχτεί το παιδί από τους γονείς του. Όταν αυτά τα σημαίνοντα συναντήσουν αργότερα μέσα στο Πραγματικό του παιδιού ένα γεγονός (την γέννηση ενός δεύτερου παιδιού) τότε επανέρχονται στην επικαιρότητα και σε γοργό σχετικά χρονικό διάστημα αρχίζουν την «κατασκευή» της βλάβης στο σώμα.
Ποια είναι όμως, αυτά τα ειδικά σημαίνοντα, που «ευθύνονται» για την εμφάνιση ενός ψυχοσωματικού φαινομένου;

Ανήκουν σε 4 κατηγορίες:
  
 Κατηγορία 1η : Σημαίνοντα αριθμών.

Πρόκειται για σημαίνοντα ημερομηνιών. Στα υποκείμενα σε ψυχοσωματικά φαινόμενα άτομα παρατηρείται μια πολύ ειδική υπογράμμιση ως προς την αρίθμηση των γεγονότων της ζωής τους. Πρόκειται για ένα σημείο προσκόλλησης του Πραγματικού, με αριθμούς, πάνω στο σώμα του υποκειμένου.

Κλινικά παραδείγματα:

Στις περιπτώσεις λευχαιμίας παιδιών η κακοήθης επεξεργασία ξεκινούσε την στιγμή που κάποιο άλλο παιδί της οικογένειας έφτανε στην ίδια ηλικία που είχε ο πατέρας όταν του είχε συμβεί ένα πολύ ειδικό επεισόδιο μέσα στην ιστορία του
Σε μια περίπτωση καρκίνου του στήθους, όταν ο μεγαλύτερος αδελφός είχε την ίδια ηλικία με τον παππού από την μεριά του πατέρα κατά την γέννηση του πατέρα.
Σε μια περίπτωση ορθοκωλίτιδας ελκοαιμοραγικής ενηλίκων το ξέσπασμα του ψυχοσωματικού έγινε όταν το πρωτότοκο παιδί κάποιου ατόμου έφτανε στην ηλικία που είχε ο πάσχων αυτός όταν είχε υποστεί το πρώτο του αποχωρισμό.
Θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί ότι αποκαλύπτοντας τα σημαίνοντα των ημερομηνιών δεν προσκομίζουμε κανένα ειδοποιητικό στοιχείο μια που είναι δυνατόν να βρει κανείς πάντα στα κομμάτια της διήγησης που αφορούν στα οικογενειακά γεγονότα μια ειδική μέτρηση. Εδώ πρέπει να πω, ως απάντηση, ότι για την εκκόλαψη του φαινομένου απαιτούμε οι αριθμοί αυτοί να είναι ενσωματωμένοι σε ένα στερέωμα από άλλα σημαίνοντα που είναι εξίσου μπλεγμένα. Η παγιωμένη προσκόλληση των σημαινόντων αυτών θα κάνει ώστε το υποκείμενο να υποφέρει σε μια δεδομένη στιγμή της ιστορίας του. Υπάρχει μια εσωτερική συνοχή που διατηρούν μεταξύ τους όλα αυτά τα διαφορετικά σημαίνοντα. Αυτή η συνοχή είναι υπεύθυνη για την εμφάνιση του ψυχοσωματικού. Αυτήν την εσωτερική συνοχή και αλληλοδιαπλοκή των διαφορετικών σημαινόντων αποκαλούμε «δομικό γεγονός» και το καθιστούμε «υπεύθυνο» για την εμφάνιση του ψυχοσωματικού φαινομένου.

Κατηγορία 2η : Το σημαίνον «κύριο όνομα»

Στα ψυχοσωματικά φαινόμενα υπάρχει κάποια φθορά, μια αφαίρεση της ιερότητας, ένας εξευτελισμός, μια υποβάθμιση του ονόματος στο επίπεδο της πρόχειρης ανάγνωσης, η οποία αφαιρεί το προσωπείο του από το υποκείμενο. Ας αναλογιστούμε το οδυνηρό συναίσθημα που αναδύεται στον καθένα μας όταν κακοπροφέρει κάποιος παραφθείροντας το όνομα μας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το υποκείμενο του ψυχοσωματικού φαινομένου φαίνεται ως έκπτωτο του κύριου ονόματος του και ότι συμβιβάζεται φορώντας μια νέα σωματική ταυτότητα.

Κατηγορία 3η : Το σημαίνον «φύλλο».

Στα άτομα που υποφέρουν από ψυχοσωματικά έχει, κατά κανόνα, υπάρξει «η υποχρέωση» να είναι του αντίθετου φύλου από το βιολογικό τους φύλλο. Η προσταγή – «να είσαι άνδρας» ή «να είσαι γυναίκα» - θα δώσει στα σημαίνοντα «άνδρας» και «γυναίκα» μια θέση προνομιούχα. Να διευκρινίσω εδώ ότι δεν θα πρέπει να γίνει σύγχυση με το υστερικό πρόβλημα που διατυπώνεται με το «είμαι άνδρας ή γυναίκα;»
Στο αίτημα αυτό, να παράγει ένα νέο βιολογικό φύλλο, το υποκείμενο θα απαντήσει με την απόλαυση ενός οργάνου (αυτοερωτισμός: βλέπε στην προηγούμενη ανάρτηση «Ένα σωματικό συμβάν που αντιστοιχεί σε ένα ψυχοσωματικό φαινόμενο»).  Την απόλαυση αυτή θα πρέπει να την ακούμε ως πόνο, τον οποίο το υποκείμενο εν αγνοία του θέτει στην υπηρεσία του Άλλου. Εκείνο δηλαδή, που συμβαίνει είναι ότι το υποκείμενο εν αγνοία του επιδιώκει να αλλάξει, φαντασιακά, το φύλλο του με την βοήθεια ενός κομματιού του σώματος του, το οποίο στην φαντασίωση του αντιστοιχεί σε μια αναγκαστική αλλαγή του φύλλου του.

Κατηγορία 4η : το σημαίνον «σώμα του Άλλου»
   
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι στις περιπτώσεις των υποκειμένων με ψυχοσωματικά φαινόμενα παράγονται σημαντικότατα φαινόμενα «μιμητισμού». Οι ανατομικές βλάβες που εντοπίζονται παραπέμπουν στο σώμα ενός μέλους της οικογένειας ή στο σώμα της/του συζύγου, μέσα από κάποια συνειρμική μιμητική διαδικασία που παραμένει ακόμη άλυτη.

Η σωματική ζώνη την οποία μεταχειρίζεται και ξαναπλάθει η βλάβη, επικαλείται ένα άλλο σώμα, που παρουσιάζει ένα σημάδι στο ίδιο σημείο. Το σημάδι μπορεί να ναι αόρατο όμως μαθαίνουμε από τον ίδιο τον πάσχοντα ότι το μέρος αυτό του σώματος του άλλου είχε υποστεί την δοκιμασία μιας αναπηρίας ή μας αφαίρεσης οργάνου. Το όργανο που προσβάλλεται από την βλάβη λειτουργεί σαν ένα κλεμμένο όργανο από τον άλλο και επιχειρεί να βρει την απόλαυση σαν να άνηκε σε αυτόν τον άλλο. Φαντασιακή μεταμόσχευση, που η εξαναγκαστική της εμφύτευση δημιουργεί τις βλάβες που εκφράζουν την αδυνατότητα να διεισδύσει στην απόλαυση του σώματος του άλλου. Βλέποντας με το μάτι, αναπνέοντας με το αναπνευστικό σύστημα, χωνεύοντας με το πεπτικό σύστημα του γονιού του, προξενεί μια παθολογία των εν λόγω οργάνων.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι το αντικείμενο του μίμου είναι συχνά ένα πρόσωπο από το οποίο το υποκείμενο είχε αποχωριστεί κατά την παιδική του ηλικία. Συχνά το πρόσωπο αυτό είναι είτε ο παππούς είτε η γιαγιά είτε κάποιος θείος είτε κάποια θεία. Το υποκείμενο εξαναγκάζεται να συγγενέψει και ο φαινότυπος, που η ψυχοσωματική βλάβη θα φέρει, θα τον ταυτίζει με το πρόσωπο αυτό.

Εν κατακλείδι

Στις ελλείψεις, στα ρήγματα, στις αμαρτίες του λόγου σε ορισμένα σημεία της ομιλίας, το σώμα απαντά με έναν ορισμένο τρόπο: η φύση και ο εντοπισμός αυτών των φαινομένων θα αποκαλύψουν τις αληθινές στοιχειώδεις δομές της συγγένειας του υποκειμένου στον κόρφο της οικογένειας.
Τα φαινόμενα αυτά ρίχνουν ασφαλώς ένα νέο φως πάνω στον τρόπο με τον οποίο ο λόγος συγκατοικεί με το σώμα, εφόσον για τα ψυχοσωματικά φαινόμενα λειτουργούν λανθάνοντα γονίδια, τα οποία δραστηριοποιούνται με τα προσωπικά και ιδιαίτερα σημαίνοντα του υποκειμένου.