Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018

Ένα σωματικό συμβάν που αντιστοιχεί σε ένα ψυχοσωματικό φαινόμενο

Τόσο για τον γιατρό όσο και για τον αναλυτή τα ψυχοσωματικά φαινόμενα είναι φορείς αρκετής αν όχι μεγάλης αμηχανίας.

Στον χώρο της ιατρικής, η αιτιοπαθογένεια τους είναι αρκετά ασαφής και σπανιότατα υπάρχει κάποια ειδική θεραπεία. Από ιστολογική άποψη οι βλάβες είναι πολλαπλές. Από την οπτική γωνία της ανάλυσης η άποψη είναι η εξής: Κατά την διάρκεια της ζωής του υποκειμένου, ορισμένα σημαίνοντα κάνουν φανερή την λειτουργία ενός ή μιας σειράς γονιδίων τα οποία θα είναι υπεύθυνα για τις βλαβερές εκδηλώσεις που θα παρουσιασθούν κατά την διάρκεια του ψυχοσωματικού φαινομένου. Σε αυτήν την διάρκεια θα εμφανισθούν ένας ή πολλοί καινούργιοι φαινότυποι[1] στην ζωή του υποκειμένου.

Τα ψυχοσωματικά φαινόμενα βρίσκονται εκτός νεύρωσης και εκείνο που τα αφορά είναι το Πραγματικό του υποκειμένου. Έτσι, πρέπει να ξεχωρίσω τα ψυχοσωματικά φαινόμενα από την υστερική μετατροπή: το ψυχοσωματικό φαινόμενο εμπεριέχει κάποια οργανική βλάβη και στην περίπτωση που αυτή η βλάβη είναι δυνατόν να ανατραπεί αυτό δεν μπορεί να γίνει ποτέ αμέσως, ακαριαία. Αντίθετα, η υστερική μετατροπή μπορεί να διορθωθεί αμέσως μέσω της ερμηνείας της. Η ερμηνεία έχει την ικανότητα να καταστήσει άχρηστο ένα φαινόμενο υστερικής μετατροπής όχι όμως μια βλάβη ψυχοσωματικής προέλευσης.

Τι εννοώ, όμως όταν ισχυρίζομαι ότι το ψυχοσωματικό φαινόμενο «αφορά το Πραγματικό του υποκειμένου» ; Λέω ότι βρίσκεται πέραν του φραγμού της άμυνας. Προσοχή: γράφω «άμυνα» και όχι «απώθηση». Η απώθηση είναι μια έννοια που ανήκει στο συμβολικό του υποκειμένου. Δηλαδή χρήζει αποκρυπτογράφησης. Η ερμηνεία επιδιώκει ακριβώς αυτό: την αποκρυπτογράφηση του απωθημένου. Το απωθημένο εγγράφεται στο ασυνείδητο. Το απωθημένο βρίσκεται ακριβώς πέραν του φραγμού που διέπει το συμβολικό ο οποίος δεν είναι άλλος από τον νόμο του «δεν πρέπει» ή «δεν μπορείς να». Επίσης υπάρχει και ο φαντασιακός φραγμός που περιγράφεται με τον νόμο του «δεν είναι ωραίο αυτό». Και οι δύο αυτοί φραγμοί εξοβελίζουν την απόλαυση στον τόπο του πραγματικού. Η απώθηση λοιπόν, περιλαμβάνει ένα τμήμα της πρωταρχικής απόλαυσης του υποκειμένου που συμβολοποιήθηκε από το ίδιο και υπό την μορφή της απώθησης εξοβελίστηκε στο ασυνείδητο του υποκειμένου. Το τμήμα της πρωταρχικής απόλαυσης που πέτυχε το υποκείμενο να συμβολοποιήσει είναι η λεγόμενη υπεραπόλαυση του και απωθείται στο ασυνείδητο του. Το τμήμα της πρωταρχικής απόλαυσης, όμως, που δεν συμβολοποιήθηκε ποτέ και με κανέναν τρόπο, παραμένει εκτός του συμβολικού και, γενικά, εκτός του συστήματος. Συνιστά το Πραγματικό του υποκειμένου. Η «αντίσταση» αποτελεί τον φραγμό τον οποίο το Πραγματικό αντιτάσσει τόσο στο φαντασιακό όσο και στο συμβολικό. Πρόκειται για έναν αρχικό προσανατολισμό του όντος και υπάρχει πριν ακόμη διατυπωθούν οι όροι της απώθησης ως τέτοιας.

Το ψυχοσωματικό φαινόμενο αποτελεί την «εισβολή» αυτής της απόλαυσης μέσα στο συμβολικό και στο φαντασιακό του υποκειμένου. Πρόκειται για την απτή διαπίστωση ότι η επιθυμία και η φαντασίωση δεν εξαντλούν κατά κανέναν τρόπο το ζήτημα της απόλαυσης και το γεγονός αυτό οδηγεί την απόλαυση εκτός συστήματος. Την οδηγεί στο Πραγματικό. Αυτό βρίσκεται εκτός γλώσσας. Δεν έχουμε να πούμε τίποτε για αυτό. Δεν μπορούμε να πούμε τίποτε για αυτό. Είναι «τίποτε» δηλαδή no-thing. Αν η γλώσσα είναι ο Άλλος τότε αυτή η απόλαυση – που γίνεται εμφανής στο σώμα μέσω του ψυχοσωματικού φαινομένου – συνιστά τον Άλλο του Άλλου. Και γίνεται προσιτή μέσω μιας παράβασης. Η ανακάλυψη αυτής της παράβασης, κατά την γνώμη μου, συνιστά και την θεραπεία του ψυχοσωματικού φαινομένου στο υποκείμενο.

Τέλος, για να κατανοήσουμε το ψυχοσωματικό φαινόμενο είναι ορθό να φέρουμε στο νου μας το πείραμα του Παβλώφ, όπου ο σκύλος παρακινείται από μια ανάγκη (την διατροφή), βρισκόμενος κάτω από την πίεση των σημαινόντων που του επιβάλλει ο πειραματιστής. Το ζώο εδώ δεν έχει απολύτως καμιά ιδέα για ό,τι αφορά την επιθυμία του πειραματιστή. Απλώς απαντά σε αυτά τα ερεθίσματα με μια φυσική λειτουργία η οποία περιέχεται στην συγκεκριμένη ανάγκη. Κατά ανάλογο τρόπο θα μπορούσαμε να πούμε ότι για ορισμένα σημαίνοντα, τα οποία έχουν επιβάλλει το ψυχοσωματικό φαινόμενο, το υποκείμενο θα απαντήσει από την περιοχή μιας ανάγκης. Αυτό μας οδηγεί στην κατάσταση του μωρού το οποίο εξαρτάται από την μητέρα του χωρίς να έχει ιδέα για την επιθυμία της, και για το οποίο επιθυμία και ανάγκη μπορεί, άνετα, να συγχέονται.

Όλα αυτά αναφέρονται στο ψυχοσωματικό φαινόμενο και όχι στο σύμπτωμα. Το σύμπτωμα αποτελεί απλώς ένα σωματικό συμβάν η αιτία του οποίου είναι το ψυχοσωματικό φαινόμενο. Έτσι ας δούμε την περίπτωση μιας κυρίας στην οποία εμφανίσθηκε, στην ηλικία των 70 ετών, ένα από τα σωματικά συμβάντα το οποίο εντάσσεται σε εκείνα που συνηθίσαμε να αποκαλούμε διαταραχές της ομιλίας. Στην εν λόγω κυρία είχαμε το συμβάν της δυσαρθρίας  να συνοδεύεται από δυσκαταποσία τόσο υγρών (νερό) όσο και στερεάς τροφής. Παράλληλα αυτό συνοδεύτηκε από υπερβολική έκκριση σάλιου το οποίο κάποιες στιγμές «έκλεινε» την αναπνευστική οδό δημιουργώντας έτσι κρίσεις πνιγμού. Επίσης, είχαμε την βαθμιαία εκφύλισή των στοματικών μυών που έδιναν την αίσθηση στην ίδια ότι «η γλώσσα δεν χώραγε στο στόμα της». Συχνά, αναγκάζονταν να τρώει με αργό ρυθμό και όπως ισχυριζόταν κάποιο από το φαγητό της το κατάπινε αμάσητο δημιουργώντας έτσι στομαχικές διαταραχές στην ίδια. Η χροιά της φωνής της, κατά την διάρκεια της ομιλίας της, είχε πλέον αλλάξει και δεν αναγνωρίζονταν η ταυτότητα της από τους άλλους μέσω της τηλεφωνικής συνομιλίας. Η δυσαρθρία είχε ως αποτέλεσμα να μιλάει αρκετά ένρινα και μη δυνάμενη να προφέρει με ικανοποιητικό τρόπο τις λέξεις δυσκολευόταν πάρα πολύ στο να γίνει κατανοητή από τους άλλους. Θα έλεγε κανείς ότι η ομιλία της προσομοίαζε με εκείνη του μωρού που μόλις αρχίζει να μαθαίνει να μιλάει. Η ίδια θεωρούσε ότι το συγκεκριμένο συμβάν έκανε τις φίλες της να απομακρύνονται από εκείνη. Θεωρούσε επίσης ότι η εικόνα της είχε αλλάξει και αισθάνονταν ντροπή όταν «έπρεπε» να καθίσει να φάει με κάποιον άλλον ή όταν καλούνταν να συμμετέχει σε μια παρέα όπου ήθελε να μιλήσει και η δυσαρθρία της αποτελούσε πρόβλημα στην επικοινωνία της με τους άλλους. Θεωρούσε ότι κούραζε την ακρόαση των άλλων και ότι προκαλούσε την λύπηση και την απέχθεια των άλλων προς το πρόσωπο της.

Έχουμε λοιπόν, μπροστά μας ένα σωματικό συμβάν. Το σύμπτωμα έχει εγγραφεί στο σώμα, σε ένα όργανο του σώματος - στην περιοχή της στοματικής κοιλότητας. Είναι φανερό ότι αυτό αντιστοιχεί σε ένα ψυχοσωματικό φαινόμενο. Υπάρχει μια παράβαση της ψυχής. Ποια είναι αυτή; Γιατί εντοπίζεται στην συγκεκριμένη περιοχή; Γιατί στην συγκεκριμένη ηλικία εκδηλώνεται το συμβάν; Ποια η αιτία που οδήγησε την ψυχή σε αυτήν την παράβαση; Ποιο είναι το λάθος; Τι πράγμα συγχέει η ψυχή και οδηγείται σε αυτό το λάθος; Με άλλα λόγια, ποιο ψυχοσωματικό φαινόμενο οδήγησε στο σωματικό συμβάν;
   
 Ας δούμε από πιο κοντά το πρωταρχικό σημαίνον: «στόμα». Ας έλθουμε τώρα στο πρωταρχικό σημαινόμενο που αντιστοιχεί στο «στόμα» από την άποψη του Πραγματικού: «όργανο πρόσληψης τροφής». Τούτο υποδηλώνει: το στόμα έχει δομηθεί έτσι ώστε να προσλαμβάνει την τροφή που έχει Ανάγκη ο ανθρώπινος οργανισμός. Στο επίπεδο του Πραγματικού  «το στόμα» αντιστοιχεί στην ανάγκη που σημαίνει «τροφή». Η πρωταρχική έκκληση της Μητέρας απέναντι στο μωρό είναι: «άνοιξε το στόμα σου». Από την μεριά της Μητέρας αυτή η έκκληση απευθύνεται στην ανάγκη του μωρού για «τροφή». Από την μεριά του μωρού αυτή της η έκκληση εκλαμβάνεται, συγχέεται ως επιθυμία της Μητέρας (επιθυμία του Άλλου). Η πραγματοποίηση της από μέρους του μωρού αντιστοιχεί στο αίτημα του προς εκείνη για αγάπη: «είμαι καλό παιδί, αγάπα με». Η ηδονή που ακολουθεί μετασχηματίζει την επιθυμία του Άλλου σε επιθυμία του μωρού. «Το στόμα» λοιπόν, από την μεριά της Μητέρας είναι «όργανο ανάγκης» (ανήκει στο Πραγματικό) από μέρους όμως του μωρού είναι «όργανο της επιθυμίας» (ανήκει στο Φαντασιακό). Η ομιλία όμως, διεξάγεται και αυτή με το στόμα. Δεν αντιστοιχεί σε ανάγκη – υπάρχουν κωφάλαλοι που ζουν καλά. Η χρήση του στόματος για ομιλία αντιστοιχεί στην επιθυμία. Είναι μια φαντασιακή χρήση του στόματος. Η κάλυψη της επιθυμίας του υποκειμένου για ομιλία – η οποία όπως ανάφερα είναι πάντοτε επιθυμία του Άλλου – με όργανο το στόμα αντιστοιχεί στο πέρασμα του χρόνου σε μια ηδονή.

Έτσι, από την μια πλευρά πρόκειται για ένα φαινόμενο αλήθειας. Δηλαδή μια ζωτική λειτουργία, η διατροφή, αποσπάται από την υποτιθέμενη ολότητα του οργανισμού να δίνει ζωή σε αυτό το όργανο. Έχει την δυνατότητα όχι μόνο να αθροίζει τις ζωτικές λειτουργίες αλλά και να αφαιρεί ένα όργανο από τον οργανισμό. Αυτήν την ψυχή που έχει την δυνατότητα να αφαιρεί ένα όργανο από το σώμα, η ψυχανάλυση την ονομάζει Εγώ.
Από την άλλη πλευρά πρόκειται για ένα φαινόμενο απόλαυσης. Ένα όργανο προορισμένο να υπηρετεί την ζωή σεξουαλικοποιείται. Δηλαδή γίνεται αντικείμενο της επιθυμίας και της ηδονής που προκαλεί η κάλυψη της. Ερωτικοποιείται. Αυτό σημαίνει ότι το όργανο παύει να υπακούει τη γνώση του σώματος που είναι στην υπηρεσία της ζωής και γίνεται αντικείμενο ερωτικής χειραφέτησης. Αποτελεί πλέον ένα στήριγμα ενός «αυτοαπολαμβάνομαι». Όλα συμβαίνουν σαν το εν λόγω όργανο να ήταν ένοχο που «αυτοαπολαμβάνεται». Έτσι, η ηδονή της ομιλίας υπερβαίνει την ζωική τελεολογία (διατροφή) και μάλιστα την ακυρώνει, δηλαδή πραγματώνεται σαν δυσκαταποσία που οδηγεί σε κρίσεις πνιγμού. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο δικαιούμαι να ομιλώ για απόλαυση. Η ηδονή γίνεται απόλαυση την στιγμή που ξεπερνάει την γνώση του σώματος και παύει να το υπακούει. Η ηδονή που γίνεται απόλαυση αποτελεί ακριβώς εκείνο το οποίο η ψυχανάλυση ονομάζει σεξουαλική ηδονή.

Ο έρωτας της εν λόγω κυρίας για ομιλία πάνω στον οποίο είχε επενδύσει την εικόνα του εαυτού της με έννοιες όπως «φιλία», «αξιοπρέπεια», «αναγνώριση από τους άλλους», «εγγύτητα με τους άλλους», «αγάπη», «ζεστασιά», «ενδιαφέρον από τους άλλους και για τους άλλους», «κοινωνικότητα», «επικοινωνία», και άλλα σημαίνοντα συνιστά απόλαυση της ομιλίας. Ο συνδυασμός της πρώτης πλευράς του συμπτώματος, της αλήθειας, με την δεύτερη πλευρά του συμπτώματος, της απόλαυσης της ομιλίας, εργάζεται ενάντια στην γνώση του σώματος και ενάντια στα συμφέροντα της ζωής.

Εδώ λοιπόν, εντοπίζεται η παράβαση που οδηγεί την ψυχή στην σύγχυση και στο λάθος.
Εδώ εντοπίζεται η βαθμιαία ακύρωση της ζωικής λειτουργίας της διατροφής μέσω του οργάνου του στόματος.

Καταλαβαίνω, ότι υπάρχουν αρκετά ερωτήματα που μένουν να απαντηθούν για να γίνει σαφής η αιτία του εν λόγω ψυχοσωματικού φαινομένου. Πρόκειται όμως για απαντήσεις που το εν λόγω σημείωμα δεν προσφέρει τον χώρο για να διατυπωθούν.
Ίσως, με κάποια άλλη ευκαιρία γίνει εφικτή μια περισσότερο βαθύτερη προσέγγιση.   


[1] Φαινότυπος: Το σύνολο των εμφανών εξωτερικών χαρακτηριστικών τού ατόμου που καθορίζονται ή από τα γονίδια ή από το περιβάλλον ή από την αλληλεπίδρασή τους. Δηλαδή το μέρος του γονοτύπου του οργανισμού το οποίο μπορούμε (άμεσα ή έμμεσα) να παρατηρήσουμε. Γονότυπος (genotype): καλείται το σύνολο των γονιδίων ενός οργανισμού δηλαδή το σύνολο των αλληλόμορφων που απαρτίζουν το DNA του. Πρέπει εδώ να σημειώσω ότι αλληλόμορφα γονίδια είναι γονίδια που δρουν για το ίδιο γνώρισμα αλλά με διαφορετικό τρόπο. Για παράδειγμα αν υπάρχουν δύο διαφορετικά γονίδια που ελέγχουν το χρώμα του άνθους ενός φυτού, τότε μεταξύ τους είναι αλληλόμορφα. Τα αλληλόμορφα γονίδια βρίσκονται στην ίδια θέση των ομόλογων χρωμοσωμάτων. Το ζευγάρι των αλληλόμορφων συνιστά τον γονότυπο ενώ η έκφραση τους συνιστά τον φαινότυπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου