Τρίτη 31 Ιουλίου 2018

Το τραύμα: το πρόβλημα του ευνουχισμού

Η διατύπωση του προβλήματος: Το πρόβλημα, ο ευνουχισμός ως πρόβλημα, σημαίνει ότι το υποκείμενο δεν μπορεί, το ίδιο, να αποδεχθεί ότι η μητέρα δεν διαθέτει το αρσενικό όργανο. Έτσι, το υποκείμενο ταυτιζόμενο με την μητέρα, δεν μπορεί να δεχθεί τον ευνουχισμό για το ίδιο.

Η ανάπτυξη του προβλήματος: Πράγματι, γνωρίζουμε από την ψυχαναλυτική πρακτική ότι το παιδί παρατηρεί τους γονείς του, κυρίως, στα γεννητικά όργανα, το πως τα χρησιμοποιούν και, γενικότερα, όλα τα σημάδια μιας απόλαυσης που το ίδιο χάνει επειδή δεν ανήκει στο παντρεμένο ζευγάρι. Γεγονός που σημαίνει πως η παρατήρηση του παιδιού επικεντρώνεται στα σημαίνοντα της απόλαυσης και της επιθυμίας.

Που έγκειται όμως το τραύμα;

Το τραύμα συμβαίνει επειδή το υποκείμενο δεν καταφέρνει να μεταφράσει τις παρατηρήσεις του που αφορούν στην σεξουαλική σχέση των γονέων του με όρους του τι είναι άνδρας και τι είναι γυναίκα.

Το υποκείμενο προσπαθεί να εντοπίσει το αίτιο του προβλήματος. Δεν είναι η παρατήρηση. Η παρατήρηση της γονεϊκής συνουσίας είναι μάλλον μια προσπάθεια, εκ μέρους του υποκειμένου, να κατανοήσει τι είναι άνδρας και τι γυναίκα. Όλη του η προσπάθεια έγκειται, δηλαδή, στο να πάει από την σχέση «πατέρας – μητέρα» στην σχέση «άνδρας – γυναίκα». Προσπαθεί από τον πρώτο ζεύγος – τύπο να παράγει τον δεύτερο ζεύγος – τύπο. Θα μπορούσα να το αποδώσω ως εξής: από τον δεδομένο τύπο «σχέση γονιών» να παράγει και να τυποποιήσει την «σχέση των φύλων».

Σε αυτή ακριβώς την μετάβαση αποτυχαίνει. Εδώ έγκειται το τραύμα. Η αποτυχία συμβαίνει διότι δεν υπάρχει η σύνδεση την οποία επιδιώκει το υποκείμενο. Με πιο απλά λόγια, εκείνο μόνο που θέλουμε να παρατηρήσουμε στους γονείς μας, το μόνο για το οποίο ενδιαφερόμαστε, είναι να κατανοήσουμε, μέσα από την σχέση τους, τι σημαίνει άνδρας για μια γυναίκα και τι σημαίνει γυναίκα για έναν άνδρα.

Το μάθημα του φροϋδικού πεδίου είναι ακριβώς ότι αυτό δεν το μαθαίνουμε ποτέ! Το τραύμα της σεξουαλικότητας είναι η απουσία σύνδεσης των δύο σχέσεων - τύπων.

Η ανάλυση του προβλήματος: Το τραύμα της σεξουαλικότητας δεν είναι τυχαίο. Είναι δομικό, αν σκεφτούμε ότι, σε κάθε περίπτωση, μεταφράζεται ξεκάθαρα στην ψυχαναλυτική εμπειρία, παρά το οικογενειακό μυθιστόρημα στο οποίο αναφέρεται κάθε αναλυόμενος μέσα από εκτενείς συζητήσεις. Όλο αυτό το μυθιστόρημα αποδεικνύεται ανίκανο να του επιτρέψει την πρόσβαση σε έναν δεδομένο, επιβεβαιωμένο τύπο, για το ποια είναι η σχέση «άνδρα – γυναίκας». Αυτό η ψυχανάλυση το αποκαλεί πρόβλημα του ευνουχισμού.

Έτσι, για παράδειγμα σε μια περίπτωση ενός αναλυόμενου όταν εκείνος έβλεπε τυχαία μια γυναίκα, γενικά μια φτωχή γυναίκα, γονατιστή στα τέσσερα να εκτελεί μια ταπεινή εργασία, και την έβλεπε από πίσω, όταν λοιπόν πληρούνταν όλες αυτές οι πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τότε ερωτεύονταν! Ακριβώς σαν να πρόκειται για τύπο. Τώρα αντιλαμβάνεστε την αξία του όρου «πρόβλημα». Για τον συγκεκριμένο αναλυόμενο έχουμε έναν πολύ συγκεκριμένο τύπο για το «ερωτεύομαι». Το «ερωτεύομαι» προκύπτει ως εξαναγκασμός, όταν οι παραπάνω προϋποθέσεις πληρούνται.

Ως ανθρώπινα όντα, υπακούμε σε ακριβείς προϋποθέσεις προκειμένου άντρες και γυναίκες να έλθουμε σε σχέσεις μεταξύ μας. Όμως, στον άνθρωπο ως τέτοιον δεν λειτουργεί κάποιος τύπος όπως συμβαίνει στα ζώα. Στα ζώα, όπως ξέρουμε από την ηθολογία, υπάρχουν πολύ συγκεκριμένοι τύποι για να έλθουν σε σχέση τα δύο φύλλα, καθώς εμφανίζονται ορισμένα σημάδια σε κάποιο μέρος του σώματος, διακριτικό του είδους, που δηλώνουν ότι το ζώο,  θηλυκό ή αρσενικό, είναι έτοιμο για σεξ, διαθέσιμο. Αυτό είναι ένας τύπος, ένας δεδομένος τύπος που αφορά την σχέση των φύλλων και αληθεύει για τα ζώα του είδους.

Με τους ανθρώπους επίσης  έχουμε δεδομένους τύπους, που όμως λειτουργούν εξατομικευμένα. Αν είχαμε έναν δεδομένο τύπο που θα μας υποδείκνυε πως είναι ο άνδρας και πως είναι η γυναίκα, τότε δεν θα υπήρχε ψυχανάλυση. Κατά κάποιον τρόπο, ο μοναδικός τύπος που ένα υποκείμενο συναντά στην ζωή του και θα μπορούσε να αποτελεί για εκείνο δεδομένο τύπο της σχέσης μεταξύ φύλλων, είναι το γονεϊκό ζεύγος. Θα ήταν απλά τα πράγματα αν ο συγκεκριμένος αναλυόμενος μπορούσε, ήταν έγκυρο για εκείνον, να μεταφράσει κατευθείαν την, υποκειμενική του, δεδομένη σχέση «μητέρας – πατέρα» σε μια σχέση «γυναίκα – άνδρα», στην γενικότητα, για όλους τους ανθρώπους πάει να πει. Εδώ, όμως, έγκειται το πρόβλημα.

Πράγματι, η ψυχαναλυτική εμπειρία καταδεικνύει ότι το γονεϊκό ζεύγος, όχι μόνο δεν μπορεί να στηρίξει την σχέση ανάμεσα στον άνδρα και στην γυναίκα, αλλά αντίθετα η μητέρα εμποδίζει την πρόσβαση στις γυναίκες. Αυτό διότι για το μικρό αγόρι το «μητέρα» οδηγεί στο «γυναίκα» και, όπως γνωρίζει το ίδιο, η συνουσία με την μητέρα είναι απαγορευμένη από τον πατέρα. Επόμενα, η συνουσία με την «γυναίκα» (μητέρα = γυναίκα) είναι απαγορευμένη! Από την άλλη, και ο πατέρας επίσης, για μια γυναίκα τουλάχιστον, ο πατέρας της υστερικής κόρης, εμποδίζει την πρόσβαση στους άντρες.  Με άλλα λόγια, το παντρεμένο ζευγάρι μάλλον εμποδίζει την σχέση των δύο φύλλων παρά την διευκολύνει.

Η κλασσική ψυχανάλυση αναζήτησε μια κωδικοποίηση της σχέσης μεταξύ των φύλλων. Ο Φρόυντ χρησιμοποίησε τους όρους «ενεργητικότητα» και «παθητικότητα». Μια σκοπιά από την οποία μπορούμε να αποσαφηνίσουμε αυτές τις σχέσεις είναι να προσφύγουμε σε όρους εξουσίας. Πρέπει να θυμόμαστε ότι η κοινωνική σφαίρα, ο τόπος της κοινωνίας όπου υπάρχει και η οικογένεια ως θεσμός, δομείται από τον Κύριο, από την ιδέα της εξουσίας. Έτσι λοιπόν, ένας τρόπος να συμβολίσουμε αυτήν την σχέση «άντρα – γυναίκας», και που ο ίδιος ο Φρόυντ την χρησιμοποιεί, είναι να την αντιμετωπίσουμε με το σημαίνον ζεύγος του «κυρίου – δούλου». Ενεργητικότητα – παθητικότητα μεταφράζεται έτσι με όρους εξουσίας. Πράγματι, με τα δικά μας πολιτιστικά δεδομένα, είναι συχνό ο πατέρας να είναι η κεφαλή, θα έλεγα, της οικογένειας. Όλα αυτά είναι ένα θέμα αρκετά γνωστό όχι μόνο από την ψυχανάλυση αλλά και από τον φεμινισμό. Πιστεύω ότι δεν χρειάζεται να επεκταθώ, σε αυτό το σημείο, σε τούτη την κωδικοποίηση με όρους εξουσίας.

Αυτό το ζεύγος του Κυρίου και του δούλου μας προσφέρει ένα κάποιο ισοδύναμο της σχέσης μεταξύ των φύλλων, του τύπου σχέσης μεταξύ των φύλλων, και αποτελεί έναν τρόπο να εξηγήσουμε την έκπτωση της εικόνας του πατέρα που συμβαίνει σήμερα. Διότι η έκπληξη είναι ότι ένας πραγματικός πατέρας, ένας πατέρας ισοδύναμος με το κύριο σημαίνον, θα ήταν ένας πατέρας που δεν δουλεύει! Την δουλειά θα την έκανε ο δούλος. Πρέπει να πω ότι αντίθετα με την ιδέα που επικρατεί για την ενεργητικότητα και την παθητικότητα, συνήθως οι γυναίκες δουλεύουν πολύ σκληρότερα από τους άντρες. Ταυτόχρονα, όμως, στην κοινωνία μας όπου επικρατεί η ηθική της εργασίας, ο πατέρας εργάζεται. Και, κατά κάποιον τρόπο, αυτό συνδέεται με την έκπτωση της εικόνας του πατέρα, του αληθινού πατέρα. Ονομάζουμε αληθινό πατέρα τον νεκρό πατέρα, για να καταστήσουμε εμφανές ότι δεν εργάζεται. Ο πραγματικός πατέρας είναι, θα έλεγα, ο ζιγκολό. Ίσως όμως, να μην επεκταθώ πάνω σε αυτό.

Τέλος, αποτελεί όντως, εύκολη κοινωνιολογία, αλλά μπορείτε να αντιληφθείτε με ποια έννοια ο αναλυτής δεν δουλεύει. Ο αναλυτής καταλαμβάνει την θέση του Κυρίου, που κάνει τον άλλο, δηλαδή τον αναλυόμενο, να δουλεύει. Ωστόσο γνωρίζουμε ότι για τον ψυχαναγκαστικό αναλυόμενο, ο αναλυτής δουλεύει από την αρχή, και συνεχίζει να δουλεύει για πολύ καιρό, σε αυτή την σχέση. Το υστερικό υποκείμενο έχει στόχο να αναγκάσει τον αναλυτή να δουλέψει, να του παρουσιάσει ορισμένες δυσκολίες, ορισμένες επείγουσες καταστάσεις, ώστε να τον βάλει να δουλέψει. Τούτο ισοδυναμεί με την στόχευση του ελλείμματος του Άλλου, με την επίτευξη του ευνουχισμού του.

«Εσάς η δύναμη σας ακολουθεί, Κύριε, σας ακολουθεί από πίσω. Ενώ εγώ τρέχω στο κατόπι της!» ομολόγησε μια αναλυόμενη μου υστερικής δομής. Εννοούσε: «όσο και αν προσπαθώ δεν έχω τόση δύναμη να σας βάλω να εργασθείτε για μένα. Δεν μπορώ να σας ευνουχίσω. Η δύναμη σας είναι τόση ώστε νικάτε την ενόρμησή σας».

Ο αναλυτής δεν δουλεύει πάει να πει ότι δεν δουλεύει στη θέση του ασυνειδήτου, δεν δουλεύει, ακριβώς για να αφήσει το ασυνείδητο να δουλέψει. Λέμε ότι ο αναλυτής δεν δουλεύει ακριβώς για να υπογραμμίσουμε την αντινομία ανάμεσα στην δουλειά του αναλυτή και την δουλειά του ασυνειδήτου. Μιλάμε για την πράξη του αναλυτή που εξουσιοδοτεί την διαδικασία, που εγγυάται για την διαδικασία, και μιλάμε για την δουλειά του αναλυόμενου υποκειμένου.    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου