ΑΝΑΜΟΝΗ.
Σφοδρό κύμα άγχους που προκαλείται από την αναμονή του αγαπημένου πλάσματος,
λόγω μικροκαθυστερήσεων (ραντεβού, τηλεφωνήματα, γράμματα, επιστροφές).
Προσμένω
μια άφιξη, μια επιστροφή, ένα σημάδι που μου υποσχέθηκαν. Μπορεί να είναι κάτι ασήμαντο
ή κάτι άκρως περιπαθές: στην αναμονή, μια γυναίκα περιμένει τον εραστή της,
νύχτα, στο δάσος. Εγώ περιμένω απλώς ένα τηλεφώνημα, αλλά το άγχος είναι ίδιο.
Τα πάντα ενέχουν επισημότητα: δεν έχω την αίσθηση των αναλογιών.
Υπάρχει
μια σκηνογραφία της αναμονής: την οργανώνω, την χειραγωγώ, κόβω ένα κομμάτι
χρόνου, στη διάρκεια του όποιου θα μιμηθώ την απώλεια του αγαπημένου αντικειμένου
και θα δημιουργήσω όλα τα εφέ ενός μικρού πένθους. Το πράγμα παίζεται λοιπόν σαν
θεατρικό έργο.
Το
σκηνικό παριστάνει το εσωτερικό ενός καφενείου. Έχουμε ραντεβού κι εγώ
περιμένω. Στον Πρόλογο, όπου μόνος ηθοποιός του έργου είμαι εγώ (εύλογα),
διαπιστώνω, καταγράφω την καθυστέρηση του άλλου. Η καθυστέρηση αυτή δεν συνιστά
προς το παρόν μαθηματική, μετρήσιμη οντότητα (κοιτάζω το ρολόι μου πολλές
φορές). Ο Πρόλογος τελειώνει με μια βιαστική απόφαση: αποφασίζω να «συγχυστώ»,
πυροδοτώ το άγχος της αναμονής. Τότε αρχίζει η Πρώτη Πράξη. Σ’ αυτήν κυριαρχούν
οι υποθέσεις: κι αν έγινε παρεξήγηση ως προς την ώρα ή τον τόπο; Επιχειρώ να
ξαναφέρω στη μνήμη μου τη στιγμή που κλείστηκε το ραντεβού, τις διευκρινίσεις
πού δόθηκαν. Τι να κάνω (άγχος για το πως θα φερθώ); Να πάω σέ άλλο καφενείο; Να
τηλεφωνήσω; Κι αν όσο λείπω έρθει ό άλλος; Μη βλέποντάς με μπορεί να φύγει,
κτλ.
Η
Δεύτερη Πράξη είναι η πράξη του θυμού. Μέμφομαι δριμύτατα τον απόντα: «Όπως και
να ’ναι, (αυτός, αυτή) θά μπορούσε κάλλιστα...», «Ξέρει καλά (αυτός, αυτή)...» Αχ!
ας γινόταν να ήταν εδώ (αυτός, αυτή) για να μπορούσα να (του, της) τα ψάλω που
δεν είναι εδώ!».
Στην
Τρίτη Πράξη φτάνω (κατακτώ;) το καθαρό άγχος: το άγχος της εγκατάλειψης. Μέσα
σ’ ένα δευτερόλεπτο περνώ από την απουσία στο θάνατο. Ο άλλος είναι σαν νεκρός:
έκρηξη πένθους: γίνομαι εσωτερικά πελιδνός. Αυτό είναι το έργο.
Ο
άλλος, με την άφιξή του, μπορεί να το συντομεύσει. Αν φτάσει κατά τη διάρκεια
τής Πρώτης Πράξης, η υποδοχή είναι ήρεμη. Αν έρθει όσο κρατάει η Δεύτερη, έχουμε
«σκηνή». Αν καταπλεύσει κατά τη διάρκεια της Τρίτης, έχουμε την αναγνώριση και
την Ευχαριστία: ανασαίνω βαθιά σαν τον Πελλέα όταν βγαίνει από της γης τα βάθη
και ξαναβρίσκει τη ζωή και την οσμή των ρόδων.
(Το
άγχος της αναμονής δεν είναι συνεχώς σφοδρό, έχει και τις θαμπές στιγμές του. Περιμένω,
κι όλος ο περίγυρος τής αναμονής μου προσλαμβάνει ξαφνικά μια εξωπραγματική
διάσταση: παρατηρώ, μέσα στο καφενείο, τους άλλους που μπαίνουν, σαχλαμαρίζουν,
αστειεύονται, διαβάζουν ήσυχα - ήσυχα: αυτοί δεν περιμένουν.)
Η
αναμονή είναι μια γητειά: έλαβα διαταγή να μην κινηθώ. Έτσι, η αναμονή ενός
τηλεφωνήματος υφαίνεται γύρω από απειροελάχιστες απαγορεύσεις που κλιμακώνονται
επ' άπειρον και φτάνουν σε σημεία ανομολόγητα: αποφεύγω να βγω από το δωμάτιο,
να πάω στην τουαλέτα, ακόμα και να τηλεφωνήσω (για να μην απασχολώ το
τηλέφωνο)* υποφέρω όταν μού τηλεφωνούν (για τον ίδιο ακριβώς λόγο)· τρελαίνομαι
στη σκέψη ότι σε λίγο θα πρέπει να βγω, διακινδυνεύοντας έτσι να χάσω την ευεργετική
κλήση, την επιστροφή στη Μητέρα. Όλοι αυτοί οι περισπασμοί που με προκαλούν
πρέπει να αποτελούν μάλλον στιγμές νεκρές για την αναμονή, πρέπει να συνιστούν
μη καθαρές στιγμές άγχους. Γιατί το άγχος τής αναμονής, στην αμιγή του μορφή, επιτάσσει
να μένω καθισμένος σε μια πολυθρόνα, δίπλα στο τηλέφωνο, μην κάνοντας τίποτε.
Το
πλάσμα που περιμένω δεν είναι πραγματικό. Όπως και ο μαστός τής μητέρας για το
βρέφος πού θηλάζει, «το πλάθω και το ξαναπλάθω ακατάπαυστα με βάση την
ικανότητά μου να αγαπώ, με βάση την ανάγκη που έχω γι’ αυτό»: ο άλλος έρχεται εκεί
όπου τον περιμένω, εκεί όπου τον έχω ήδη πλάσει. Κι αν δεν έρθει, παραισθάνομαι
πώς ήρθε: η αναμονή είναι ένα παραλήρημα.
Και
πάλι το τηλέφωνο. Σέ κάθε κουδούνισμα αρπάζω με βιάση το ακουστικό, πιστεύω ότι
το αγαπημένο πλάσμα είναι που με καλεί (αφού οφείλει να με καλέσει).
Μια
μικρή προσπάθεια, και «αναγνωρίζω» τη φωνή του, αρχίζω το διάλογο, με κίνδυνο
να ξεσπάσω αργότερα εναντίον τού οχληρού που με έβγαλε από το παραλήρημά μου.
Έτσι και στο καφενείο: κάθε νεοεισερχόμενος, που παρουσιάζει την ελάχιστη εξωτερική
ομοιότητα, αναγνωρίζεται, σε πρώτη φάση, κατά τον ίδιο τρόπο.
Για
πολύ καιρό μετά από τον κατευνασμό της ερωτικής σχέσης, διατηρώ τη συνήθεια να παραισθάνομαι
το πλάσμα που αγάπησα: μερικές φορές νιώθω και πάλι άγχος για ένα τηλεφώνημα
πού καθυστερεί και, σέ κάθε απρόσκλητο τηλεφωνικό συνομιλητή, νομίζω πως αναγνωρίζω
τη φωνή που αγαπούσα: είμαι ένας ακρωτηριασμένος που εξακολουθεί να τού πονά το
κομμένο του πόδι.
«Είμαι
ερωτευμένος; - Ναι, αφού περιμένω». Ο άλλος δεν περιμένει ποτέ. Μερικές φορές
θέλω να υποδυθώ αυτόν που δεν περιμένει* επιχειρώ να απασχοληθώ κάπου αλλού, να
φτάσω καθυστερημένος. Μα στο παιχνίδι αυτό βγαίνω μονίμως χαμένος. Ό,τι κι αν
κάνω, στο τέλος αποδείχνομαι και πάλι αναπασχόλητος, συνεπής στο ραντεβού - και
μάλιστα πριν από την καθορισμένη ώρα. Η μοιραία ταυτότητα του ερωτευμένου δεν
είναι άλλη απ’ αυτήν: είμαι αυτός πού περιμένει.
(Όπου
έχουμε σχέσεις μετάθεσης υπάρχει πάντα αναμονή - στο γιατρό, στον καθηγητή, στον
ψυχαναλυτή. Κάτι περισσότερο: όταν περιμένω στη θυρίδα μιας τράπεζας, ή την απογείωση
του αεροπλάνου, αποκαθιστώ πάραυτα έναν επιθετικό δεσμό με τον τραπεζοϋπάλληλο ή
την αεροσυνοδό, που η αδιαφορία τους ξεσκεπάζει και αντικατοπτρίζει την δική
μου υποταγή. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι, όπου υπάρχει αναμονή, υπάρχει και μετάθεση:
εξαρτώμαι από μια παρουσία που μοιράζεται και κάνει ώρα για να μου δοθεί - σαν
να ’θελε να κάνει τον πόθο μου να καταπέσει, και την ανάγκη μου να αμβλυνθεί.
Σε κάνω να περιμένεις: διαρκές προνόμιο κάθε εξουσίας, «χιλιετές πασατέμπο της
ανθρωπότητας».)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου