ΓΙΑΤΙ.
Τη στιγμή που αναρωτιέται μανιωδώς γιατί δεν το αγαπούν, το υποκείμενο
κατέχεται από την πεποίθηση ότι το αγαπημένο αντικείμενο το αγαπά, αλλά δεν του
το λέει.
Υπάρχει για μένα μια «αξία ανώτερη»: ο έρωτας. Ποτέ δε λέω μέσα μου: «Τι ωφελεί;» Δεν είμαι μηδενιστής[1].
Ποτέ δε θέτω στον εαυτό μου το ζήτημα των σκοπών. Δεν υπάρχουν ποτέ «γιατί» μέσα στο μονότονο λόγο μου, εκτός από ένα, πάντα το ίδιο: μα γιατί δε μ αγαπάς;
Πώς μπορεί κανείς να μην αγαπά αυτό το «εγώ» που ο έρωτας το τελειοποιεί (αυτό που τόσα προσφέρει, που χαρίζει την ευτυχία, κλπ.); Ερώτηση τόσο επίμονη, που επιζεί ακόμη και της ερωτικής περιπέτειας: «Γιατί δε μ’ αγάπησες;» ή ακόμη «Αχ, πες μου, έρωτα της καρδιάς μου, γιατί με παράτησες;»
Λίγο αργότερα (ή και την ίδια στιγμή) η ερώτηση δεν είναι πια: «γιατί δε μ’ αγαπάς;», αλλά: «γιατί μ’ αγαπάς μόνο τόσο λίγο;» Πως τα καταφέρνεις ν’ αγαπάς λίγο;
Τι
πάει να πει: αγαπώ «λίγο»; Εγώ ζω υπό το καθεστώς του υπερβολικού ή του όχι αρκετού.
Άπληστος για σύμπτωση, θεωρώ λίγο ό,τι δεν είναι ολικό. Αυτό που γυρεύω είναι
να καταλάβω ένα χώρο απ’ όπου οι ποσότητες να μη γίνονται πιά Αντιληπτές, κι
απ’ όπου να είναι αποκλεισμένος ο ισολογισμός. Ή ακόμη - επειδή είμαι
νομιναλιστής: γιατί δε μου λες πως μ’ αγαπάς;
Η αλήθεια είναι ότι - άμετρο παράδοξο - δεν παύω να πιστεύω πως μ’ αγαπούν. Παραισθάνομαι[2] αυτό που ποθώ.
Η όποια πληγή προέρχεται όχι τόσο από μια αμφιβολία όσο από μια προδοσία: διότι δεν μπορεί να προδώσει παρά μόνον αυτός που αγαπά, δεν μπορεί να ζηλεύει παρά μόνο αυτός που πιστεύει ότι αγαπιέται: ο άλλος, περιστασιακά, αθετεί το είναι του το οποίο συνίσταται στο να μ’ αγαπά: ιδού η ρίζα των συμφορών μου.
Το
παραλήρημα, ωστόσο, αποκτά υπόσταση μόνον όταν συνέρχεσαι απ’ αυτό (τα
παραληρήματα είναι πάντα αναδρομικά): μια μέρα καταλαβαίνω πια τι μου συνέβη:
πίστευα πως υπέφερα επειδή δε μ’ αγαπούσαν, κι όμως υπέφερα επειδή πίστευα πως
μ’ αγαπούν. Ζούσα το εξής μπέρδεμα: πίστευα πως είμαι ταυτόχρονα αντικείμενο αγάπης
και εγκατάλειψης. Όποιος άκουγε την ενδόμυχη γλώσσα μου δε θα μπορούσε να μην αναφωνήσει,
όπως στην περίπτωση ενός δύσκολου παιδιού: Μα τι Θέλει αυτός επιτέλους;
(Το
σ’ αγαπώ γίνεται μ αγαπάς. Μια μέρα ό X έλαβε ορχιδέες από κάποιον ανώνυμο.
Αμέσως φαντάστηκε παραισθητικά την προέλευση: δεν μπορεί να στέλνονται παρά από
αυτόν πού τον αγαπούσε. Κι αυτός που αγαπούσε τον X δεν μπορεί να είναι παρά
αυτός που αγαπούσε ό X. Μόνο αφού πέρασε ένα μεγάλο διάστημα ελέγχοντας τα πράγματα
μπόρεσε να διαχωρίσει τις δύο επαγωγές: αυτός που τον αγαπούσε δεν ήταν
αναγκαστικά αυτός που ο ίδιος αγαπούσε.)
[1] ΝΙΤΣΕ:
«Τί σημαίνει μηδενισμός; Σημαίνει πώς οι ανώτερες αξίες υποτιμώνται, οι σκοποί
εκλείπουν, το ερώτημα “τί ωφελεί;” Παραμένει αναπάντητο».
.
[2] ΦΡΟΫΝΤ:
«Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η παραισθητική ψύχωση της επιθυμίας [...]
επαναφέρει στη συνείδηση επιθυμίες κρυμμένες ή απωθημένες αλλά τις εμφανίζει,
με πλήρη καλοπιστία, ως πραγματοποιημένες»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου