ΑΛΗΘΕΙΑ. Κάθε γλωσσικό επεισόδιο που συνδέεται με την
«αίσθηση Αλήθειας» που νιώθει το υποκείμενο όταν σκέφτεται τον έρωτά του, είτε στην περίπτωση που πιστεύει ότι είναι το
μόνο που βλέπει το αγαπημένο αντικείμενο «μέσα στην αλήθεια του», είτε στην περίπτωση που ορίζει τον ειδοποιό χαρακτήρα της δικής του αξίωσης σαν μια αλήθεια ως προς
την οποία δεν μπορεί να υποχωρήσει.
Ο
άλλος είναι το αγαθό μου και η γνώση μου: μόνο εγώ τον γνωρίζω, τον κάνω να
υπάρχει μέσα στην αλήθεια του. Όποιος δεν είναι «εγώ» τον παραγνωρίζει:
«Έρχονται στιγμές που δεν μπορώ να καταλάβω πως ένας άλλος μπορεί, έχει το
δικαίωμα να την αγαπά την ώρα που ο έρωτάς μου γι’ αυτήν είναι τόσο αποκλειστικός,
βαθύς και πλήρης, την ώρα που δε γνωρίζω, δεν ξέρω, δεν έχω τίποτ’ άλλο εκτός απ’
αυτήν». Αντιστρόφως: ο άλλος θεμελιώνει την αλήθεια μου. Μόνο με τον άλλο νιώθω
«ο εαυτός μου». Ξέρω πολύ περισσότερα για μένα, απ’ όλους αυτούς που αγνοούν απλώς
και μόνο αυτό το στοιχείο που με αφορά: πως είμαι ερωτευμένος.
(Ο
έρωτας τυφλώνει: η παροιμία ψεύδεται. Ο έρωτας σου ανοίγει διάπλατα τα μάτια, σε
καθιστά οξυδερκή: «Διαθέτω την απόλυτη γνώση για σένα, πάνω σ’ εσένα». Σχέση του
λόγιου με τον αφέντη: κατέχεις κάθε εξουσία επάνω μου, αλλά κατέχω όλη τη γνώση
για σένα.)
[ΦΡΟΫΝΤ:
«Ένας άνθρωπος που αμφιβάλλει για τον έρωτά του μπορεί ή μάλλον πρέπει να αμφιβάλλει
και για όλα τα άλλα, τα λιγότερο σημαντικά πράγματα»]
Μονίμως
η ίδια αντιστροφή: ό,τι θεωρεί ο κόσμος «αντικειμενικό», εγώ το βλέπω σαν
πλαστό, ό,τι θεωρεί τρέλα, ψευδαίσθηση, πλάνη, εγώ το βλέπω σαν αλήθεια. Η
αίσθηση της αλήθειας φωλιάζει, παραδόξως, στο βάθος της φενάκης. Η φενάκη
ξεντύνεται το σκηνικό της, γίνεται καθαρή σαν πρωτόγονο μέταλλο, τίποτε δεν
μπορεί πιά να την αλλοιώσει, και εμφανίζεται μπροστά μας άφθαρτη.
Μετατόπιση:
αληθινή δεν είναι η αλήθεια, αληθινή αποβαίνει ή σχέση με τη φενάκη. Για να
βρεθώ στο χώρο της αλήθειας, αρκεί να πεισμώσω: μια «φενάκη» που υποστηρίζεται επ’ άπειρον, εναντίον των πάντων,
γίνεται αλήθεια. (Αυτό σημαίνει πώς, σε τελευταία ανάλυση, μέσα στον
έρωτα-πάθος υπάρχει ένα κομμάτι αληθινής... αλήθειας.)
Αλήθεια
είναι αυτό που, όταν λείψει, αφήνει πίσω του ακάλυπτο τον θάνατο (όπως λένε: ή
ζωή δεν αξίζει πια τον κόπο να τη ζεις). Ή ακόμα: αλήθεια είναι το κομμάτι αυτό
του φαντασιώματος του οποίου πρέπει να καθυστερήσουμε την έλευσή, δίχως όμως να
το αρνηθούμε, να το θίξουμε, να το προδώσουμε: είναι το απαραμείωτο μέρος του,
αυτό που δεν παύω να επιθυμώ να γνωρίσω για μια έστω φορά πριν πεθάνω (άλλη
διατύπωση: «Θα πεθάνω λοιπόν χωρίς να έχω γνωρίσει, κτλ.»).
(Ο
ερωτευμένος αποτυγχάνει στον ευνουχισμό του; Έ, λοιπόν, πεισμώνει και επιχειρεί
να μετατρέψει την αποτυχία αυτή σε αξία.)
Αλήθεια:
αυτό που κείται παράπλευρα. Κάποιος μοναχός ρώτησε τον Τσάο Τσέ: «Ποια είναι η
μοναδική και τελευταία λέξη της αλήθειας;» (...) Και ο δάσκαλος αποκρίθηκε: «Ναι».
Μέσα στην απάντηση αυτή δεν ανιχνεύω την κοινότοπη ιδέα, σύμφωνα με την όποια το
φιλοσοφικό μυστικό της αλήθειας ταυτίζεται με μια αόριστη, γενική συγκατάθεση.
Όχι. Μέσα στην απάντηση αυτή ακούω το δάσκαλο να αντιπαραθέτει, όλως περιέργως,
ένα επίρρημα σε μια αντωνυμία, το «ναι» στο «ποια», τον ακούω να απαντά
παράπλευρα, σαν να ήταν κουφός.
Παρόμοια
απάντηση είχε δώσει ό δάσκαλος σ’ έναν άλλο μοναχό που τον είχε ρωτήσει:
«Λέγεται πως όλα τα πράγματα μπορούν να αναχθούν στο Ένα. Το Ένα, όμως, σε τι
μπορεί να αναχθεί;» Τσάο Τσέ: «Όταν έμενα στην περιφέρεια Τσίνγκ, παρήγγειλα να
μου φτιάξουν ένα μανδύα βάρους επτά κίν».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου