Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

Πως να φτιάξετε τον τέλειο φασίστα…

Το να είμαι φασίστας σημαίνει ότι πληρώ κάποιες υποκειμενικές ιδιότητες οι οποίες δεν μπορούν να ενσωματωθούν σε ένα σύστημα καθώς κάποιες από αυτές είναι αλληλοαποκλειόμενες και χαρακτηρίζουν άλλες μορφές δεσποτισμού ή φανατισμού. Αρκεί όμως, μια από αυτές να υπάρχει, για να προκαλέσει στην στιγμή ένα φασιστικό νεφέλωμα. Για παράδειγμα, αφαιρέστε από τον φασισμό τον ιμπεριαλισμό και θα έχετε τον Φράνκο και τον Σαλαζάρ. Βγάλτε τον αποικιοκρατισμό και θα έχετε τον φασισμό των Βαλκανίων. Προσθέστε στον ιταλικό φασισμό έναν ριζοσπαστικό αντικαπιταλισμό (που ποτέ δεν γοήτευσε τον Μουσσολίνι) και θα έχετε τον Έζρα Πάουντ[1]. Προσθέστε την λατρεία της Κέλτικης μυθολογίας και θα έχετε έναν από τους πιο σεβάσμιους φασίστες γκουρού, τον Julius Evola.   

Στην συνέχεια αυτού του σημειώματος θα δοκιμάσω να δώσω κάποιες σαφείς οδηγίες που αφορούν στο ενδεχόμενο που, κάποιοι από μας, θα ήθελαν να «κατασκευάσουν» τον «τέλειο φασίστα». Εκείνον δηλαδή, που δεν θα του λείπει τίποτα για να είναι τέτοιος!

1.  Είμαι φασίστας σημαίνει λατρεύω την παράδοση.

Ο τραντισιοναλισμός είναι γηραιότερος του φασισμού. Πρόκειται για μια κουλτούρα συγκρητική. «Συγκρητισμός» δεν είναι μόνο ο συνδυασμός διαφορετικών μορφών πίστης ή πρακτικής. Ένας παρόμοιος συνδυασμός πρέπει να ανέχεται τις αντιφάσεις. Για τον τραντισιοναλιστή η αλήθεια εξαγγέλθηκε μια και καλή και εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ερμηνεύουμε το σκοτεινό μήνυμα της. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρχει προώθηση της γνώσης. Αρκεί να κοιτάξουμε το ευρετήριο κάθε φασιστικού κινήματος για να βρούμε τους τραντισιοναλιστές στοχαστές.  Η ναζιστική γνώση τρέφονταν από τραντισιοναλιστικά, σκοτεινά στοιχεία.

2.  Είμαι φασίστας σημαίνει είμαι ρατσιστής και αντισημίτης

Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες «πλημμυρίζουν» την Ευρωπαϊκή Ένωση για να επωφεληθούν από το κράτος πρόνοιας της Ένωσης. Την ίδια στιγμή, είναι αυτοί που κλέβουν τις δουλειές μας και αφήνουν όλους εμάς χωρίς δουλειά.      Ως «πλήρης φασίστας» οφείλω να παραβλέπω και να ανέχομαι την αντίφαση: εάν οι μετανάστες ζουν μια πολυτελή ζωή βασισμένη στην κρατική μας πρόνοια τότε δεν έχουν καμιά ανάγκη να εργασθούν. Από την άλλη, αν εργάζονται σκληρά και παίρνουν τις δουλειές μας τότε ξεκάθαρα δεν ζουν από το κράτος, αλλά συμβάλλουν σε αυτό. Ομοίως οφείλω να παραβλέπω και μια δεύτερη αντίφαση εξίσου σημαντική: οι Εβραίοι είναι κατώτεροι από τους ανθρώπους – ως έντομα ή τρωκτικά – έτσι οφείλουμε να τους εξοντώσουμε ώστε να μην μολυνθεί η ράτσα μας από τις αρρώστιες που κουβαλάνε. Είναι ασήμαντοι, έτσι και αλλιώς. Από την άλλη, είναι πλούσιοι και κατέχουν θέσεις εξουσίας σε πολλά κράτη μας. Έτσι, στερούν από μας την θέση που μας ανήκει στην κοινωνία μας. Από την μια, δηλαδή, είναι τόσο ασήμαντοι ώστε η εξόντωση τους είναι κάτι πολύ απλό, από την άλλη, η εξόντωση τους είναι επιβαλλόμενη λόγω της σημαντικότητας τους - αφού είναι πλούσιοι και κατέχουν θέση εξουσίας στα κράτη μας. Με άλλα λόγια, είναι σημαντικοί ασήμαντοι!

Βλέπετε όλες αυτές οι αντιφάσεις είναι ανοησίες. Ένα είναι γεγονός αναμφισβήτητο: όλοι αυτοί – οι Εβραίοι, οι μετανάστες, οι πρόσφυγες, οι μαύροι, οι κίτρινοι κ.λπ. – απολαμβάνουν κάτι που εμείς δεν κατέχουμε. Έχουν πρόσβαση σε απολαύσεις τις οποίες εμείς στερούμαστε. Όλοι αυτοί είναι ταυτισμένοι με μια μορφή παραβίασης του Νόμου, με μια μορφή αναστολής του Νόμου, δηλαδή με μια μορφή απόλαυσης η οποία είναι ανέφικτη για μας και στην οποία ως εκ τούτου εμείς δεν έχουμε πρόσβαση. Γι αυτό, ανεξαρτήτως επιχειρημάτων (δηλαδή, ανεξάρτητα από όσα λέμε), εμείς θα τους μισούμε!

3. Είμαι φασίστας σημαίνει περιφρονώ τις γυναίκες.

Οι γυναίκες είναι «καλές» μόνο ως σεξουαλικό παιχνίδι. Μας αποσπούν και μας κάνουν να δαπανάμε ενέργεια μακριά από την πραγματική ζωή. Η πραγματική ζωή είναι ένας διαρκής πόλεμος και εμείς πρέπει να είμαστε οι ήρωες της. Για μας δεν υπάρχει αγώνας για την ζωή. Εκείνο που υπάρχει είναι «ζωή για τον αγώνα»! Επομένως, το να με εγκαλείς στην ειρήνη – πράγμα που κάνει η γυναίκα – εκείνο που κάνεις είναι μια συμπαιγνία με τον εχθρό. Ο ειρηνισμός σου είναι κάκιστος επειδή η ζωή είναι ένας διαρκής πόλεμος. Αυτό, βέβαια, επιφέρει ένα σύμπλεγμα αρμαγεδονικό[2]: από την στιγμή που οι εχθροί πρέπει και μπορούν να ηττηθούν, θα πρέπει να υπάρξει μια τελική μάχη, στο τέλος της οποίας το κίνημα μας θα έχει τον έλεγχο του κόσμου. Μια παρόμοια «τελική λύση» περιέχει μια επακόλουθη εποχή ειρήνης, έναν «Χρυσό Αιώνα» που αντιφάσκει με την αρχή του διαρκούς πολέμου. Πρόκειται για μια ακόμη αντίφαση την οποία, όμως, οφείλω να παραβλέπω και να ανέχομαι.

Υπό αυτή την προοπτική ο καθένας από εμάς εκπαιδεύεται να γίνει ήρωας. Για τους άλλους (εννοώ τους φυσιολογικούς ανθρώπους) ο θάνατος είναι μεν δυσάρεστος πρέπει όμως – τάχα μου, τάχα μου – να τον αντιμετωπίσουν με «αξιοπρέπεια». Για μας όμως είναι ένας οδυνηρός τρόπος να προσεγγίσουμε μια υπέρ – φυσική ευτυχία. Για μας αποτελεί  την καλύτερη ανταμοιβή μας για μια ηρωική ζωή. Δεν βλέπουμε την ώρα να πεθάνουμε. Έχουμε τέτοια ανυπομονησία για αυτό ώστε συχνά προκαλούμε τον θάνατο στους άλλους!

Από αυτόν τον διαρκή πόλεμο και από αυτό το οδυνηρό καθήκον μας αποσπούν οι γυναίκες. Μας αποσπούν γιατί αποβλέπουν σε μια απόλαυση δική τους – extra, μη φαλλική, στην οποία δεν μπορούμε να έχουμε πρόσβαση ως άντρες. Για αυτό και τις περιφρονούμε. Ναι, ήμαστε ήρωες και ως εκ τούτου μισογύνηδες!

4. Είμαι φασίστας σημαίνει είμαι οπαδός της ύπαρξης μιας συνωμοσίας εναντίον μας.

Για όλους εμάς που ήμαστε στερημένοι μιας κοινωνικής ταυτότητας το μοναδικό μας προνόμιο, εκείνο που μας ξεχωρίζει, είναι ότι έχουμε γεννηθεί στην ίδια χώρα. Αυτό αποτελεί και την ρίζα του έθνους μας. Άλλωστε οι μόνοι που μπορούν να δώσουν ταυτότητα στο έθνος μας είναι οι εχθροί μας. Από αυτούς έχει φτιαχτεί μια παγκόσμια συνωμοσία εναντίον μας. Ήμαστε πολιορκημένοι από τους ξένους, από τους άλλους, από τους διαφορετικούς πάει να πει. Βλέπεις πόσο διαφορετικοί είναι από εμάς; Διαφωνούν μαζί μας. Η διαφωνία είναι απόδειξη της αποξένωσης τους από εμάς. Αν ήταν «δικοί μας» θα είχαν συγκατατεθεί με εμάς. Να φοβάσαι τους διαφορετικούς και καλά κάνεις. Είναι παρείσακτοι αφού σου προκαλούν φόβο. Μόνο η ομοιότητα είναι αποδεκτή.

5. Είμαι φασίστας σημαίνει λατρεύω την πράξη καθεαυτήν. Την πράξη για την πράξη.

Η πράξη είναι ωραία από μόνη της, ως τέτοια. Επομένως οφείλει να πραγματοποιείται χωρίς την παρέμβαση οποιασδήποτε πρότερης σκέψης. Η σκέψη είναι ευνουχισμός που σου στερεί την απόλαυση του πράττειν. Κοίτα το συναίσθημα σου και πράξε. Άστο αυτό να καθοδηγήσει την πράξη σου. Δεν χρειάζεται να σκέφτεσαι και να αποφασίζεις. Μόνο τότε είσαι ειλικρινής: όταν δρας με γνώμονα το συναίσθημα σου. Μόνο τότε είσαι ειλικρινής και κανονικός. Ειδάλλως, όταν σκέφτεσαι είσαι κάλπικος και μη κανονικός. Δεν γίνεται να αποφασίζεις. Είναι απάτη να προσπαθείς να επιτύχεις κάτι τέτοιο.
Η παιδεία; Είναι ύποπτη, μην της δίνεις σημασίας. Ποτέ μην εκτιμάς κάποιον για την παιδεία του. Ο Γκαίμπελς έλεγε: «Όταν ακούω να μιλάνε για παιδεία βγάζω πιστόλι». Οι διανοούμενοι είναι γουρούνια, γυαλάκηδες, σνομπ ριζοσπάστες. Η σκέψη τους κάνει διακρίσεις και εμείς ήμαστε αδιάκριτοι. Θεωρούν την διαφωνία εργαλείο προαγωγής γνώσεων. Σικ. Όχι φίλε μου, για μας η διαφωνία είναι προδοσία.

6. Είμαι φασίστας σημαίνει ότι περιφρονώ τους αδύναμους

Ανήκω στον καλύτερο λαό του κόσμου. Τα μέλη του κόμματος είναι οι καλύτεροι πολίτες. Δεν γίνεται όμως να υπάρχουν πατρίκιοι χωρίς να υπάρχουν και πληβείοι. Ο Ηγέτης που ξέρει πολύ καλά ότι η εξουσία του δεν αποκτήθηκε με εκλογή, αλλά κατακτήθηκε με την βία, ξέρει επίσης, ότι η δύναμη του βασίζεται στην αδυναμία των μαζών, οι οποίες είναι τόσο ανίσχυρες ώστε να αξίζουν και να χρειάζονται έναν «δυνάστη». Από την στιγμή που η ομάδα έχει στρατιωτική δομή κάθε προϊστάμενος ηγέτης οφείλει να περιφρονεί τους υφισταμένους του και καθένας από αυτούς περιφρονεί τους δικούς του υποτακτικούς. Όλα αυτά ενδυναμώνουν την έννοια του ελιτισμού της μάζας.
 
Αυτά, συγκεντρωτικά, είναι τα χαρακτηριστικά του «τέλειου φασίστα» και τα οποία ζητούνται για την «κατασκευή του». Ίσως, να μην «βρίσκονται» εύκολα μαζεμένα σε ένα μόρφωμα ή σε ένα υποκείμενο. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι ο «τέλειος» φασίστας είναι σπάνιος. Ο ατελής όμως …!


[1] Pound Ezra (1885 – 1972), Αμερικάνος ποιητής, κορυφαίος και πολυγραφότατος. Άσκησε σημαντικότατη επίδραση σε όλη την αγγλόφωνη λογοτεχνία. Λόγω των φιλοφασιστικών εκπομπών του στο ιταλικό ραδιόφωνο κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συνελήφθη και παρέμεινε έγκλειστος ως το 1958.
[2] Αρμαγεδονικός: Ο αναφερόμενος στον Αρμαγεδόνα. Ο τόπος όπου σύμφωνα με την Αποκάλυψη του Ιωάννη οι βασιλείς της οικουμένης, διακατεχόμενοι από δαιμονικές δυνάμεις, θα κηρύξουν τον πόλεμο εναντίον των δυνάμεων του θεού, προς το τέλος της παγκόσμιας ιστορίας. Υπονοεί την ύστατη μάχη μεταξύ του καλού και του κακού και τον τελικό θρίαμβο της βασιλείας του Θεού.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

Θαυμάζω τις ατάκες και τα στερεότυπα!

Η έννοια του στερεοτύπου έχει απασχολήσει και απασχολεί επιστήμες όπως η κοινωνιολογία, η κοινωνική ψυχολογία, η ψυχιατρική και η ψυχανάλυση και ένας συνοπτικός ορισμός του θα μπορούσε να είναι ο ακόλουθος: πρόκειται για συμβατικό και απλουστευτικό χαρακτηρισμό που αποδίδεται στα μέλη μιας ομάδας ανθρώπων και βασίζεται σε γενικεύσεις. Συνηθέστερα αφορά πεποιθήσεις, προκαταλήψεις και δοξασίες που μοιράζονται μέλη μιας ομάδας ανθρώπων και αναφέρονται είτε σε υποτιθέμενα χαρακτηριστικά των μελών της ίδιας της ομάδας (ένα είδος συλλογικού ή εθνικού αυτοπροσδιορισμού), είτε σε υποτιθέμενα χαρακτηριστικά μελών μιας άλλης ομάδας ανθρώπων (όπου και στην περίπτωση αυτή επιτυγχάνεται ένα είδος συλλογικού αυτοπροσδιορισμού, εξ αντιδιαστολής εν προκειμένω).

Τα δύο βασικά χαρακτηριστικά των στερεοτύπων - απλουστευτική γενίκευση και κοινή, συλλογική αντίληψη - απαντούν σε δύο βασικές επιθυμίες: θέλουμε να καταλαβαίνουμε (ή να νομίζουμε ότι καταλαβαίνουμε) εύκολα χρησιμοποιώντας, ει δυνατόν, έτοιμα και προκατασκευασμένα ερμηνευτικά σχήματα και επιθυμούμε να μοιραζόμαστε αντιλήψεις και πεποιθήσεις με τους γύρω μας, σφυρηλατώντας κατά τον τρόπο αυτό την κοινή μας ομαδική, συλλογική συνείδηση. Θέλουμε να υπάγουμε την πραγματικότητα, όσο περίπλοκη και πολυεπίπεδη κι αν είναι, σε ξεκάθαρα σχήματα με κοινό πλαίσιο ανάλυσης (πρωταρχική φαντασίωση). Η κατά περίπτωση ανάλυση φαινομένων και γεγονότων, η αναζήτηση βαθύτερων αιτίων και συσχετίσεων, η διάκριση υποπεριπτώσεων και επιμέρους αποχρώσεων, η μελέτη των ποιοτικών χαρακτηριστικών είναι επίπονη και εργώδης. Απαιτεί πνευματική εγρήγορση και κοπιώδη μάχη με τις προκαταλήψεις και τις προκατασκευασμένες βεβαιότητες. Ο σχετικισμός είναι εξαιρετικά κουραστικός. Προτιμούμε έναν κόσμο με «Καουμπόηδες και Ινδιάνους», με προαιώνια καλούς και προαιώνια κακούς, έναν κόσμο ξεκάθαρο, ασπρόμαυρο. Με άλλα λόγια, έναν κόσμο παιδικό.

Δύο τέτοια στερεότυπα αποτελούν το «ακριβώς» και το «πως πάει;».

Σε ότι αφορά το πρώτο: όλοι απαντούν «ακριβώς» όταν επιθυμούν να δείξουν ότι συμφωνούν. Πρόκειται για μια συνήθεια που ενθαρρύνθηκε από τους ρεπόρτερ της τηλεόρασης όταν απαντούν σε μια ανταπόκριση την στιγμή που απευθύνεται σε αυτούς ο παρουσιαστής των ειδήσεων. Η ατάκα είναι «ακριβώς». Από την άλλη, δεν υπάρχει τίποτε ουσιαστικά ανακριβές στο να λέμε «ακριβώς», πέρα από το ότι όποιος το λέει δείχνει ότι έμαθε Ελληνικά μόνο από την τηλεόραση!

Για να βοηθήσω αυτούς που θέλουν να απαλλαγούν από το «ακριβώς», παραθέτω έναν κατάλογο ερωτήσεων ή εκφράσεων στις οποίες σήμερα απαντούμε με το «ακριβώς» και βάζω σε παρένθεση την εναλλακτική έκφραση συμφωνίας που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε. Ιδού λοιπόν:

Ο Ναπολέων πέθανε στις 5 Μαίου 1821; (Μπράβο!)

Συγνώμη, αυτή είναι η πλατεία συντάγματος; (Μάλιστα)

Ώστε σας οφείλω άλλα 50 ευρώ; (Ναι, 50 ευρώ)

Αστυνομία: Είστε ο κύριος Ζουμπουρδόγλου; (Μαρία, ετοίμασε την βαλίτσα μου!)

Μα δεν φοράς εσώρουχο; (Επιτέλους, το κατάλαβες!)

Αν κατάλαβα καλά, υπέγραψες μια ακάλυπτη επιταγή και έβαλες εμένα εγγυητή; (Θαυμάζω την ευφυία σου!)

Τι είπατε γιατρέ, AIDS; (Λυπάμαι πολύ.)

Υπαινίσσεστε ότι είμαι μαλάκας; (Μάγος είσαι;)

Σε ότι αφορά τώρα το δεύτερο στερεότυπο το «πως πάει». Το πιο στοιχειώδες επίπεδο της συμβολικής ανταλλαγής, μιας ανταλλαγής ανάμεσα στο μεγάλο μου Άλλο και σε μένα, είναι αυτό που ονομάζω «κενή χειρονομία». Όλες οι κοινωνικές σχέσεις, όλοι οι κοινωνικοί δεσμοί μας, εδραιώνονται μέσα από κενές χειρονομίες. Έτσι, άλλωστε λύνεται το λογικό παράδοξο της διαδικασίας στην οποία μπαίνει ο λύκος (να συνδιαλέγεται με το θύμα του στην βάση επιχειρημάτων) προκειμένου να ξεσκίσει το αρνί στον γνωστό μύθο που παραθέτει ο Πλάτωνας στον Φαίδρο. Με όλη του την επιχειρηματολογία ο κοινωνικοποιημένος λύκος επιζητεί μια δικαίωση για την πράξη που πρόκειται, ούτως ή άλλως,. Αυτήν τη δικαίωση τη ζητά από τον μεγάλο του Άλλο. Αυτός ο Άλλος (του λύκου) είναι παρών, είναι το Τρίτο πρόσωπο που υπάρχει εκτός από τον λύκο και το θύμα του. Με αυτόν συνδιαλέγεται, στην ουσία ο λύκος μας και όχι με το αρνί. Η χειρονομία βέβαια, είναι κενή ως προς εμάς, τους λογικούς, που ήμαστε και παραμένουμε παρατηρητές της κατάστασης. Για το λύκο όμως, ως δρών υποκείμενο που είναι, δεν είναι διόλου κενή.

Έτσι συμβαίνει και με το επίμαχο στερεότυπο. Για το  υποκείμενο που υποβάλλει την ερώτηση δεν αποτελεί διόλου κενή χειρονομία. Έτσι, ευθύς αμέσως, παραθέτω τις απαντήσεις που θα έδιναν διάφορα πρόσωπα στην στερεότυπη ερώτηση «πως πάει;». Ιδού:

Πως πάει;
Ίκαρος: «Στα τσακίδια»

Περσεφόνη: «Νιώθω down»

Προμηθέας: «Κάτι με τρώει…»

Οιδίππους: «Η μαμά είναι μια χαρά»

Όμηρος: «Δεν βλέπω φως!»

Ηράκλειτος: «Κυλάει, κυλάει …»

Ιπποκράτης: «Υγεία να υπάρχει και όλα τα άλλα …»

Εωσφόρος: «Δόξα σοι ο θεός»

Ζαν ντ’ Αρκ: «Έπιασαν οι ζέστες»

Γαλιλαίος: «Όλα γυρίζουν»

Ελ Γκρέκο: «Όλα στραβά».

Νεύτωνας: «Σύμφωνα με τον νόμο»

Σπινόζα: «Κατ’ ουσίαν καλά».

Μαρξ: «Υπάρχουν και καλύτερα»

Μαντάμ Κιουρί: «Ακτινοβολώ ολόκληρη»

Δράκουλας: «Έπεσα σε φλέβα»

Λένιν: «Τι θέλετε να κάνω;»

Χίτλερ: «Ίσως να βρήκα την λύση»

Άϊχμαν: «Νιώθω ανυψωμένος»

Καμί: «Σκέτη πανούκλα»

Αϊνστάιν: «Σχετικά με ποιον;»

Μωάμεθ: «Με κουράζουν οι ανηφόρες»

Νέρων: «Κοιτάξτε λάμψη!»

Φρόυντ: «Πείτε μου εσείς…»

Χάιζεμπεργκ: «Εξαρτάται…»

Πιραντέλο: «Για ποιον;»

Μαθουσάλας: «Άστα, μακριά πάει η βαλίτσα»

Γαριβάλδης: «Έχω χίλιους λόγους για να είμαι ικανοποιημένος»

Δαρβίνος: «Προσαρμοζόμαστε…»

Αυτά και μη χειρότερα…!