Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

Θέλω να μαι αξιολύπητος και ταυτόχρονα αξιοθαύμαστος: και παιδί και ενήλικος!

ΚΡΥΒΩ. Σχήμα εσκεμμένης απόφασης: το υποκείμενο διερωτάται, όχι αν πρέπει να δηλώσει στο αγαπημένο πλάσμα ότι το αγαπά (δεν πρόκειται για σχήμα εξομολόγησης αλλά τμήμα της), αλλά ως ποιο βαθμό πρέπει να του κρύψει τίς «διαταραχές» (τους κλυδωνισμούς) του πάθους του: τους πόθους του, τίς καταπτώσεις του, κοντολογίς, τις ακρότητές του (σέ γλώσσα ρακινική: την παραφορά του).

Ο Κ, έφυγε για διακοπές χωρίς εμένα, και έκτοτε δεν μου έδωσε κανένα σημείο ζωής: ατύχημα; απεργία των ταχυδρομείων; αδιαφορία; αποστασιοποιητική τακτική; άσκηση μιας παροδικής επιθυμίας να το ρίξει έξω («ή, η νιότη του τον ξεκουφαίνει, δεν ακούει»); ή σκέτη αθωότητα; Αγωνιώ όλο και περισσότερο. Περνώ απ’ όλες τίς πράξεις- φάσεις του σεναρίου τής αναμονής.

Μα όταν ο Κ εμφανιστεί ξανά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, γιατί δεν μπορεί να παραλείψει να το κάνει (σκέψη που θα ’πρεπε να εξουδετερώσει αμέσως κάθε άγχος), τι θα του πω; Θα πρέπει να του κρύψω την ταραχή μου - πού έχει πια περάσει («πώς είσαι;»); Μήπως να την εκδηλώσω επιθετικά («δεν είσαι εντάξει, θα μπορούσες να...»); ή παθιασμένα («πόσο μ’ έκανες να ανησυχήσω»); Ή αντίθετα, ν’ αφήσω αυτή την ταραχή ν’ ακουστεί με τρόπο λεπτό, ανάλαφρο, ώστε γνωστοποιώντας την, να μην εξουθενώσω τον άλλον («ανησύχησα κάπως...»); Με κυριεύει ένα δεύτερο άγχος, πού άφορά στο ότι πρέπει να αποφασίσω το βαθμό δημοσιότητας που θα προσδώσω στο πρωτογενές μου άγχος.

Είμαι αιχμάλωτος ενός διττού λόγου, από τον όποιο δεν μπορώ να ξεφύγω. Από τη μια λέω μέσα μου: κι αν ο άλλος, λόγω μιας κάποιας διάταξης των στοιχείων της δομής του, έχει ανάγκη την δική μου ζήτηση; Στην περίπτωση αυτή, δεν θα ήμουν δικαιολογημένος να υποκύψω στην κυριολεκτική έκφραση, στην λυρική διατύπωση του «πάθους μου»; Μήπως η ακρότητα και η τρέλα δεν αποτελούν την αλήθεια, την δύναμή μου; Κι αν αυτή η αλήθεια, αυτή η δύναμη, κατέληγε να εντυπωσιάσει;

Από την άλλη πάλι, λέω μέσα μου: τα σημεία αυτού του πάθους υπάρχει κίνδυνος να καταπνίξουν τον άλλον. Στην περίπτωση αυτή δεν θα πρέπει, ακριβώς επειδή τον αγαπώ, να του κρύψω πόσο τον αγαπώ; Αντικρίζω τον άλλον με βλέμμα διπλό: άλλοτε τον βλέπω ως αντικείμενο κι άλλοτε ως υποκείμενο* αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στην τυραννία και στην προσφορά.

Πιάνομαι έτσι κι εγώ ο ίδιος στο δόκανο ενός εκβιασμού: αν αγαπώ τον άλλον, είμαι υποχρεωμένος να θέλω το καλό του. Έτσι όμως, αναγκαστικά, κάνω κακό στον εαυτό μου: παγίδα: είμαι καταδικασμένος να είμαι ή άγιος ή τέρας. Άγιος, δεν μπορώ, τέρας, δεν το επιθυμώ. Κι έτσι, υπεκφεύγω: δείχνω κάπως το πάθος μου.

(Μια πρώτη παρένθεση: Η ερωτική εξομολόγηση εμπεριέχει πολλά πράγματα, θα σχολιάσω μόνο ένα. Το να ομολογεί κανείς την έλλειψη του δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Και το να ομολογεί κανείς τον έρωτα του αντιστοιχεί ακριβώς στο να ομολογεί την έλλειψη του. Στο επίπεδο  αυτό γνωρίζουμε ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη αδυνατότητα σε ορισμένα υποκείμενα, τα οποία είναι συνήθως άνδρες. Είναι γεγονός. Οι άνδρες μπορεί να αγαπήσουν, βέβαια, μερικές φορές μπορεί να επιδείξουν πραγματική αφοσίωση με κάθε τρόπο, ορισμένοι όμως δεν θα μπορέσουν ποτέ να κάνουν μια ερωτική εξομολόγηση. Τέλος παρένθεσης.)

Να επιβάλλω στο πάθος μου το προσωπείο τής διακριτικότητας (της απάθειας): να μια καθαρά ηρωική άξια: «Είναι ανάξιο για τις μεγάλες ψυχές να μεταδίδουν τριγύρω τους την ταραχή πού νιώθουν». (Συσσωρεύουν εντός τους την μια ταραχή μετά την άλλη ως αποτέλεσμα μιας ηρωικής μεγαλοψυχίας και κάποια στιγμή με βία «αδειάζουν» όλο αυτό το συσσωρευμένο φορτίο από ταραχές. Αυτό συμβαίνει για «ασήμαντον αφορμήν».)  Ο λοχαγός Πάζ, ήρωας του Μπαλζάκ, επινοεί μια ψευτοερωμένη, για να μπορεί να είναι βέβαιος ότι κρύβει ερμητικά από την γυναίκα του καλύτερού του φίλου το γεγονός πως την αγαπά μέχρι θανάτου.

Ωστόσο, ολοκληρωμένη απόκρυψη ενός πάθους (ή έστω, απλούστερα, της υπερβολής του) είναι κάτι το αδιανόητο: όχι γιατί το ανθρώπινο υποκείμενο είναι πολύ αδύναμο, αλλά γιατί το ίδιο το πάθος, εξ ορισμού, είναι φτιαγμένο για να φαίνεται: η απόκρυψη πρέπει να φαίνεται: «έχε υπόψη σου ότι κάτι πάω να σου κρύψω», αυτό είναι το μεγάλο παράδοξο που πρέπει να επιλύσω: το πράγμα πρέπει ταυτόχρονα να γίνεται και να μην γίνεται γνωστό: να γίνεται γνωστό πως δεν θέλω να το δείξω: ιδού το μήνυμα που απευθύνω στον άλλον.

Προχωρώ δείχνοντας με το δάχτυλο την μάσκα μου: φορώ μια μάσκα στο πάθος μου, αλλά με μια διακριτική (και πονηρή) κίνηση επισημαίνω την ύπαρξη της μάσκας αυτής. Τελικά, κάθε πάθος έχει το θεατή του: ο λοχαγός Πάζ, την ώρα πού πεθαίνει, δεν μπορεί να αποφύγει τον πειρασμό να γράψει στην γυναίκα που αγάπησε σιωπηλά: δεν υπάρχει ερωτική προσφορά χωρίς τελικό θέατρο: νικητής, πάντα, είναι το σημείο.

(Δεύτερη παρένθεση: ποιο σημείο; Μα το «σημείο διαρραφής». Αυτό παράγεται όταν εμφανίζεται ένας όρος ο οποίος διατάσσει τις σημασίες. Επίσης, το είδος εκείνο του θεάτρου όπου οι ήρωες εξομολογούνται τον έρωτα τους είναι επίσης ένα θέατρο που αποτελεί «σημείο διαρραφής» όπου όλα τα στοιχεία αγκιστρώνονται μεταξύ τους με τις δύο συνυφασμένες σημασίες, του έρωτα και της πολιτικής. Αν αναζητήσουμε λοιπόν, τον όρο που αγκιστρώνει αυτού του είδους το θέατρο, θα διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για την δόξα ως όρο. Τέλος δεύτερης παρένθεσης.)   

Ας πούμε πως έκλαψα για κάτι, που ο άλλος ούτε καν το αντιλήφθηκε (το κλάμα αποτελεί μέρος της φυσιολογικής δραστηριότητας του ερωτευμένου σώματος), και πως, «για να μη φανεί πως έκλαψα», φόρεσα τα μαύρα μου γυαλιά, σκεπάζοντας έτσι τα θολά μου μάτια (ωραίο παράδειγμα αυταπάρνησης: περιορίζω την όρασή μου για να μην φαίνομαι – όπως η τριάντα μηνών Μαρίνα που παίζοντας κρυφτό με τα άλλα παιδάκια έκρυβε με τα χεράκια της τα ματάκια της, περιορίζοντας έτσι την όραση της, νομίζοντας πως τα άλλα παιδιά δεν την βλέπουν!). Ο σκοπός της χειρονομίας αυτής είναι υπολογισμένος: θέλω να διαφυλάξω το ηθικό όφελος της στωικότητας, της «αξιοπρέπειας», και συγχρόνως - εδώ έγκειται η αντίφαση - να προκαλέσω την τρυφερή ερώτηση («μα τι έχεις;»). Θέλω να είμαι αξιολύπητος και ταυτόχρονα αξιοθαύμαστος, παιδί και συνάμα ενήλικος. Ενεργώντας έτσι, το παίζω, το διακινδυνεύω: γιατί είναι πιθανό ο άλλος να μην απορήσει καθόλου γι’ αυτά τα ασυνήθιστα γυαλιά, και να μην διακρίνει κανένα σημείο στο γεγονός ότι τα φορώ.

Για να ανακοινώσω με τρόπο ανάλαφρο ότι υποφέρω, για να αποκρύψω χωρίς να ψευσθώ, θα μετέλθω μια πονηρή παρασιώπηση: θα διαιρέσω την οικονομία των σημείων μου.

Να πως θα το κάνω (πολιτικό σχέδιο): Τα λεκτικά σημεία θα αναλάβουν να διεκπεραιώσουν την αποσιώπηση, την συγκάλυψη, την εξαπάτηση: ποτέ δεν θα δηλώσω, φραστικά, τις ακρότητες του συναισθήματος μου. Μην έχοντας πει τίποτε για το σαράκι αυτού του άγχους, θα μπορώ πάντοτε, σαν θα ’χει πιά καταλαγιάσει το άγχος αυτό, να καθησυχάσω τον εαυτό μου με την σκέψη πως κανείς δεν έμαθε το παραμικρό. Ισχύς της γλώσσας: με την γλώσσα μου μπορώ να κάνω τα πάντα: ακόμα - και κυρίως - να μην λέω τίποτε.

Μπορώ να κάνω τα πάντα με την γλώσσα μου, όχι όμως και με το σώμα μου. Αυτό πού κρύβω με την γλώσσα μου, το λέει το σώμα μου. Μπορώ να διαμορφώσω κατά το δοκούν το μήνυμά μου, όχι όμως και την φωνή μου. Στην φωνή μου, ότι κι αν λέει, ο άλλος θα διακρίνει σαφώς πως «έχω κάτι». Είμαι ψεύτης (λόγω παρασιώπησης), δεν είμαι θεατρίνος. Το σώμα μου είναι ένα ξεροκέφαλο παιδί, η γλώσσα μου ένας άκρως πολιτισμένος ενήλικος...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου