Ας
ξεκινήσουμε από την λέξη ταυτότητα και το δεδομένο της καθημερινής ζωής ότι
όλοι μας έχουμε δελτίο αστυνομικής ταυτότητας. Διαβάζοντας τα όσα γράφω ο
καθένας μας σκέφτεται, ασφαλώς, την ταυτότητα του και σιγουρεύεται ότι ξέρει
που βρίσκεται.
Αποτελεί
κλινικό γεγονός ότι η αστυνομική ταυτότητα είναι ένα από τα αντικείμενα που προσφέρουν
έδαφος για συμπτωματικές πράξεις. Θα μπορούσα να αναφερθώ, στο σημείο αυτό, σε
ένα υποκείμενο το οποίο, κάθε φορά που η ανάλυση του εντόπιζε μια από τις βασικές
ταυτίσεις που το στήριζαν, κάθε φορά που αποχωριζόταν μια ταύτιση, έχανε την
αστυνομική του ταυτότητα! Εξάλλου πριν από την είσοδο του στην ανάλυση, είχαν
προηγηθεί τρεις αλλεπάλληλες απώλειες της αστυνομικής του ταυτότητας, ώσπου κατέληξε
στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να αποσαφηνίσει τι ήθελε για το μέλλον του.
Το
να χάνει κανείς την αστυνομική του ταυτότητα έχει πάντοτε σημασία, επιδέχεται
πάντοτε ερμηνείας, προκαλεί πάντοτε ιδιαίτερη ανησυχία, και μάλιστα άγχος, αφού
διερωτώμαστε αν ο Άλλος θα θελήσει να μας αναγνωρίσει εκ νέου.
Γιατί,
λοιπόν, έχουμε αστυνομική ταυτότητα; Πρώτα – πρώτα, διότι ο Άλλος, ο κοινωνικός
Άλλος, το απαιτεί, ο Άλλος του κοινωνικού σώματος, το απαιτεί από μας. Εξάλλου,
αποτελεί μια λεπτή πολιτική υπόθεση το να ξέρουμε ποιος έχει το δικαίωμα να μας
ζητήσει την ταυτότητα μας, ποιος έχει το δικαίωμα να μας την χορηγήσει και να μας
την αφαιρέσει.
Σχετικά
με αυτό, είναι αξιοθαύμαστο ότι οι Άγγλοι δεν υποχρεώνονται από τον νόμο να
έχουν αστυνομική ταυτότητα, ούτε να την δείχνουν σε έλεγχο της αστυνομίας. Αυτή
η αγγλική εξαίρεση μπορεί να μην διαρκέσει στο βαθμό που οι Άγγλοι καλούνται να
υπάρξουν ως Ευρωπαίοι πολίτες.
Κι
όμως, ένας Άγγλος, ο Μπένθαμ είχε πρώτος την ιδέα να δώσει στον καθένα ένα
αμετάβλητο νούμερο, που θα κωδικοποιούσε τα βασικά δεδομένα της ύπαρξης του και
θα επιτρέπει στις αρχές να εξακριβώνουν αμέσως την ταυτότητα του. Δεν απέχουμε
καθόλου από αυτή την χρησιμοθηρική ουτοπία, με τον αριθμό του ΑΦΜ.
Όμως,
η μπενθάμεια ουτοπία της αριθμητικής ταυτοποίησης λέει την αλήθεια. Ποια
αλήθεια; Μα αυτού που ήλθε στην επιφάνεια και βασανίζει την ανθρωπότητα: το
υποκείμενο υπόκειται στην απαίτηση να μην αλλάξει, να παραμείνει απαράλλακτο.
Σε αυτήν την απαίτηση συνίσταται η ουσία του λόγου του Κυρίου στην σύγχρονη
εποχή, για την ακρίβεια, στην απαίτηση το υποκείμενο να υποδεικνύεται πάντοτε
από το ίδιο σημαίνον. Τούτη η απαίτηση στον πολιτισμό μας δηλώνεται βασικά από
το κύριο όνομα.
Το
κύριο όνομα είναι ένα σημαίνον ήδη παρόν πριν από την γέννηση του ατόμου και
παραμένει μετά τον θάνατο του. Έτσι, η ψυχανάλυση ισχυρίζεται ότι το υποκείμενο
ως υποκείμενο του σημαίνοντος είναι ήδη νεκρό. Ότι μέσα στον τόπο του
σημαίνοντος, μέσα στον Άλλο ως τόπο του σημαίνοντος (μέσα στην γλώσσα, πάει να
πει), το υποκείμενο, είναι εγγεγραμμένο ως ήδη νεκρό ή, ακόμη, ότι ο Άλλος του
σημαίνοντος δεν ξέρει ότι είμαι ζωντανός. Αλλά ας μην επεκταθούμε άλλο σε αυτό.
Δεν είναι της παρούσης.
Από
όσα ανάφερα, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο αντισυστηματική είναι η ψυχανάλυση.
Πόσο «κοντράρει» τον νόμο του Κυρίου. Το υποκείμενο που ζητά ανάλυση είναι
πάντοτε, στην ουσία, το υποκείμενο που έχει ήδη χάσει την ταυτότητα του, το
υποκείμενο που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αισθάνεται άλλο από την ταυτότητα
του και τουλάχιστον διαισθάνεται ότι η ταυτότητα του δεν είναι παρά μια ταύτιση.
Πρόκειται, κατεξοχήν, για την περίπτωση του νευρωτικού ο οποίος είναι πάντοτε
κάποιος χωρίς όνομα. Πρόκειται για εκείνο το υποκείμενο που δεν θέλει να
παραμείνει … απαράλλαχτο, ίδιο, «θέλει να αλλάξει».
Τελικά,
η ψυχανάλυση είναι αδιανόητη πριν από τις αστυνομικές ταυτότητες, είναι εντελώς
αδιανόητη στις χώρες όπου δεν υπάρχουν αστυνομικές ταυτότητες – και μπορούμε να
αναρωτηθούμε αν είναι εφικτή στην Αγγλία, ζήτημα προς συζήτηση. Με άλλα λόγια,
η ψυχανάλυση είναι αδιανόητη προτού η ιστορική κίνηση, η οποία απορρέει από την
στιγμή που σηματοδοτείται από το cogito
(ύπαρξη), οδηγήσει στην μπενθάμεια μέτρηση της απόλαυσης. Πράγματι, τούτη η
μέτρηση εκφράζει την επιθυμία να μειώσουμε την απόλαυση με το σημαίνον, την
επιθυμία μια οικουμενικής σημασιοδότησης της απόλαυσης. Αυτή είναι η εποχή μας.
Επακολούθησε
η υστερική εξέγερση ενάντια στην αυτοκρατορία του Κύριου σημαίνοντος που
απλώνεται στα χωράφια της απόλαυσης. Εκεί γεννήθηκε η ψυχανάλυση. Πράγματι η
υστερική αντιδρά στο “ergo sum cogito» («σκέφτομαι άρα υπάρχω»), καθιστώντας προφανές
ότι σκέφτομαι εκεί όπου δεν υπάρχω (δεν είμαι) και επιπλέον, απολαμβάνω εκεί
όπου δεν έχω. Δηλαδή, το ασυνείδητο (Αυτό) απολαμβάνει, κάτι απολαμβάνει μέσα
στο υποκείμενο.
Σίγουρα ο παρανοϊκός
καταθέτει εδώ την συμβολή του, καταλογίζοντας στον Άλλο αυτή την ακέφαλη απόλαυση.
Ο διεστραμμένος καταθέτει επίσης την δική του με το να εγκαθιστά τον παρτενέρ
στην θέση του Άλλου, να αφοσιώνεται δηλαδή στον να κάνει τον Άλλο να απολαμβάνει.
Και ο ιδεοψυχαναγκαστικός με την σειρά του, δείχνοντας ότι σκέφτομαι όταν δεν
θέλω να σκεφτώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου