Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

Θαυμάζω τις ατάκες και τα στερεότυπα!

Η έννοια του στερεοτύπου έχει απασχολήσει και απασχολεί επιστήμες όπως η κοινωνιολογία, η κοινωνική ψυχολογία, η ψυχιατρική και η ψυχανάλυση και ένας συνοπτικός ορισμός του θα μπορούσε να είναι ο ακόλουθος: πρόκειται για συμβατικό και απλουστευτικό χαρακτηρισμό που αποδίδεται στα μέλη μιας ομάδας ανθρώπων και βασίζεται σε γενικεύσεις. Συνηθέστερα αφορά πεποιθήσεις, προκαταλήψεις και δοξασίες που μοιράζονται μέλη μιας ομάδας ανθρώπων και αναφέρονται είτε σε υποτιθέμενα χαρακτηριστικά των μελών της ίδιας της ομάδας (ένα είδος συλλογικού ή εθνικού αυτοπροσδιορισμού), είτε σε υποτιθέμενα χαρακτηριστικά μελών μιας άλλης ομάδας ανθρώπων (όπου και στην περίπτωση αυτή επιτυγχάνεται ένα είδος συλλογικού αυτοπροσδιορισμού, εξ αντιδιαστολής εν προκειμένω).

Τα δύο βασικά χαρακτηριστικά των στερεοτύπων - απλουστευτική γενίκευση και κοινή, συλλογική αντίληψη - απαντούν σε δύο βασικές επιθυμίες: θέλουμε να καταλαβαίνουμε (ή να νομίζουμε ότι καταλαβαίνουμε) εύκολα χρησιμοποιώντας, ει δυνατόν, έτοιμα και προκατασκευασμένα ερμηνευτικά σχήματα και επιθυμούμε να μοιραζόμαστε αντιλήψεις και πεποιθήσεις με τους γύρω μας, σφυρηλατώντας κατά τον τρόπο αυτό την κοινή μας ομαδική, συλλογική συνείδηση. Θέλουμε να υπάγουμε την πραγματικότητα, όσο περίπλοκη και πολυεπίπεδη κι αν είναι, σε ξεκάθαρα σχήματα με κοινό πλαίσιο ανάλυσης (πρωταρχική φαντασίωση). Η κατά περίπτωση ανάλυση φαινομένων και γεγονότων, η αναζήτηση βαθύτερων αιτίων και συσχετίσεων, η διάκριση υποπεριπτώσεων και επιμέρους αποχρώσεων, η μελέτη των ποιοτικών χαρακτηριστικών είναι επίπονη και εργώδης. Απαιτεί πνευματική εγρήγορση και κοπιώδη μάχη με τις προκαταλήψεις και τις προκατασκευασμένες βεβαιότητες. Ο σχετικισμός είναι εξαιρετικά κουραστικός. Προτιμούμε έναν κόσμο με «Καουμπόηδες και Ινδιάνους», με προαιώνια καλούς και προαιώνια κακούς, έναν κόσμο ξεκάθαρο, ασπρόμαυρο. Με άλλα λόγια, έναν κόσμο παιδικό.

Δύο τέτοια στερεότυπα αποτελούν το «ακριβώς» και το «πως πάει;».

Σε ότι αφορά το πρώτο: όλοι απαντούν «ακριβώς» όταν επιθυμούν να δείξουν ότι συμφωνούν. Πρόκειται για μια συνήθεια που ενθαρρύνθηκε από τους ρεπόρτερ της τηλεόρασης όταν απαντούν σε μια ανταπόκριση την στιγμή που απευθύνεται σε αυτούς ο παρουσιαστής των ειδήσεων. Η ατάκα είναι «ακριβώς». Από την άλλη, δεν υπάρχει τίποτε ουσιαστικά ανακριβές στο να λέμε «ακριβώς», πέρα από το ότι όποιος το λέει δείχνει ότι έμαθε Ελληνικά μόνο από την τηλεόραση!

Για να βοηθήσω αυτούς που θέλουν να απαλλαγούν από το «ακριβώς», παραθέτω έναν κατάλογο ερωτήσεων ή εκφράσεων στις οποίες σήμερα απαντούμε με το «ακριβώς» και βάζω σε παρένθεση την εναλλακτική έκφραση συμφωνίας που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε. Ιδού λοιπόν:

Ο Ναπολέων πέθανε στις 5 Μαίου 1821; (Μπράβο!)

Συγνώμη, αυτή είναι η πλατεία συντάγματος; (Μάλιστα)

Ώστε σας οφείλω άλλα 50 ευρώ; (Ναι, 50 ευρώ)

Αστυνομία: Είστε ο κύριος Ζουμπουρδόγλου; (Μαρία, ετοίμασε την βαλίτσα μου!)

Μα δεν φοράς εσώρουχο; (Επιτέλους, το κατάλαβες!)

Αν κατάλαβα καλά, υπέγραψες μια ακάλυπτη επιταγή και έβαλες εμένα εγγυητή; (Θαυμάζω την ευφυία σου!)

Τι είπατε γιατρέ, AIDS; (Λυπάμαι πολύ.)

Υπαινίσσεστε ότι είμαι μαλάκας; (Μάγος είσαι;)

Σε ότι αφορά τώρα το δεύτερο στερεότυπο το «πως πάει». Το πιο στοιχειώδες επίπεδο της συμβολικής ανταλλαγής, μιας ανταλλαγής ανάμεσα στο μεγάλο μου Άλλο και σε μένα, είναι αυτό που ονομάζω «κενή χειρονομία». Όλες οι κοινωνικές σχέσεις, όλοι οι κοινωνικοί δεσμοί μας, εδραιώνονται μέσα από κενές χειρονομίες. Έτσι, άλλωστε λύνεται το λογικό παράδοξο της διαδικασίας στην οποία μπαίνει ο λύκος (να συνδιαλέγεται με το θύμα του στην βάση επιχειρημάτων) προκειμένου να ξεσκίσει το αρνί στον γνωστό μύθο που παραθέτει ο Πλάτωνας στον Φαίδρο. Με όλη του την επιχειρηματολογία ο κοινωνικοποιημένος λύκος επιζητεί μια δικαίωση για την πράξη που πρόκειται, ούτως ή άλλως,. Αυτήν τη δικαίωση τη ζητά από τον μεγάλο του Άλλο. Αυτός ο Άλλος (του λύκου) είναι παρών, είναι το Τρίτο πρόσωπο που υπάρχει εκτός από τον λύκο και το θύμα του. Με αυτόν συνδιαλέγεται, στην ουσία ο λύκος μας και όχι με το αρνί. Η χειρονομία βέβαια, είναι κενή ως προς εμάς, τους λογικούς, που ήμαστε και παραμένουμε παρατηρητές της κατάστασης. Για το λύκο όμως, ως δρών υποκείμενο που είναι, δεν είναι διόλου κενή.

Έτσι συμβαίνει και με το επίμαχο στερεότυπο. Για το  υποκείμενο που υποβάλλει την ερώτηση δεν αποτελεί διόλου κενή χειρονομία. Έτσι, ευθύς αμέσως, παραθέτω τις απαντήσεις που θα έδιναν διάφορα πρόσωπα στην στερεότυπη ερώτηση «πως πάει;». Ιδού:

Πως πάει;
Ίκαρος: «Στα τσακίδια»

Περσεφόνη: «Νιώθω down»

Προμηθέας: «Κάτι με τρώει…»

Οιδίππους: «Η μαμά είναι μια χαρά»

Όμηρος: «Δεν βλέπω φως!»

Ηράκλειτος: «Κυλάει, κυλάει …»

Ιπποκράτης: «Υγεία να υπάρχει και όλα τα άλλα …»

Εωσφόρος: «Δόξα σοι ο θεός»

Ζαν ντ’ Αρκ: «Έπιασαν οι ζέστες»

Γαλιλαίος: «Όλα γυρίζουν»

Ελ Γκρέκο: «Όλα στραβά».

Νεύτωνας: «Σύμφωνα με τον νόμο»

Σπινόζα: «Κατ’ ουσίαν καλά».

Μαρξ: «Υπάρχουν και καλύτερα»

Μαντάμ Κιουρί: «Ακτινοβολώ ολόκληρη»

Δράκουλας: «Έπεσα σε φλέβα»

Λένιν: «Τι θέλετε να κάνω;»

Χίτλερ: «Ίσως να βρήκα την λύση»

Άϊχμαν: «Νιώθω ανυψωμένος»

Καμί: «Σκέτη πανούκλα»

Αϊνστάιν: «Σχετικά με ποιον;»

Μωάμεθ: «Με κουράζουν οι ανηφόρες»

Νέρων: «Κοιτάξτε λάμψη!»

Φρόυντ: «Πείτε μου εσείς…»

Χάιζεμπεργκ: «Εξαρτάται…»

Πιραντέλο: «Για ποιον;»

Μαθουσάλας: «Άστα, μακριά πάει η βαλίτσα»

Γαριβάλδης: «Έχω χίλιους λόγους για να είμαι ικανοποιημένος»

Δαρβίνος: «Προσαρμοζόμαστε…»

Αυτά και μη χειρότερα…!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου