Μανδαρίνοι ονομάζονταν από τους
Ευρωπαίους, κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας, οι ανώτεροι πολιτικοί και
στρατιωτικοί λειτουργοί της αυτοκρατορικής Κίνας, οι οποίοι στην κινεζική
γλώσσα ονομάζονταν κου-ουέν. Σήμερα, ο όρος χρησιμοποιείται για κάθε δημόσιο
υπάλληλο ή αξιωματούχο που υπηρετεί τυφλά τους ανώτερούς του, με μοναδικό σκοπό
την άνοδό του στην ιεραρχία.
Από την άλλη, οι εταίρες
αποτελούσαν τις μόνες αληθινά ελεύθερες γυναίκες στην αθηναϊκή επικράτεια και
έχοντας ξεφύγει από την κατηγορία των φθηνών πορνών δεν είχαν ανάγκη τους
λίγους οβολούς, που κέρδιζαν από το επάγγελμά τους οι τελευταίες. Ήταν συνήθως
ξένες, που έρχονταν στην Αθήνα εφοδιασμένες, πέρα από το αδιαμφισβήτητο κάλλος
τους, και με αξιοσημείωτη μόρφωση. Αρκετές από αυτές αποφάσιζαν να
εγκατασταθούν μόνιμα στην πόλη και γίνονταν μέτοικοι. Η συντήρησή τους ήταν
πολυδάπανη και γι΄αυτό το λόγο οι πλούσιοι Αθηναίοι δαπανούσαν για χάρη τους
ολόκληρες περιουσίες, ιδιαίτερα αν ήθελαν να μονοπωλήσουν τη συντροφιά τους.
Έτσι η ζωή τους ήταν μέσα στη
χλιδή και την πολυτέλεια. Κυκλοφορούσαν παντού με άνεση και έπαιρναν μέρος στα
συμπόσια, όπου μπορούσαν ελεύθερα να διατυπώσουν τις απόψεις τους, ακόμα και
για τα πιο περίπλοκα θέματα. Οι άντρες τις άκουγαν με προσοχή σεβόμενοι τις
απόψεις τους και με αυτόν τον τρόπο απέκτησαν γρήγορα κύρος και κοινωνική
αποδοχή. Μερικές μάλιστα από αυτές κατάφεραν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο
στα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα τής εποχής, με χαρακτηριστικό παράδειγμα
την περίφημη Ασπασία, που είχε καταφέρει να καταστήσει υποχείριούς της τους πιο
ισχυρούς πολιτικούς και να κάνει σημαντικούς φιλόσοφους να ασχολούνται σοβαρά
μαζί της. Δεν ήταν πλάσματα χωρίς υπόληψη, αλλά κόρες των καλύτερων
οικογενειών, οι οποίες ευχαριστούσαν καθημερινά την Αφροδίτη, επειδή τους είχε
χαρίσει την ομορφιά. Είχαν παρατσούκλια γραμμένα πάνω σε αγγεία ή κύπελλα, τα
οποία όριζαν μιά από τις φυσικές τους ιδιαιτερότητες, όπως για παράδειγμα
«Γλυκιέρα» = «Η Γλυκιά», «Φρύνη» = «Ο Γυρίνος» κ.λπ. Όταν γερνούσαν έβρισκαν
ένα νεαρό, τον οποίο και συντηρούσαν, ενώ εκείνος εκτιμούσε με τη σειρά του τις
λαμπρές τους ειδικότητες.
Οι εταίρες δεν είχαν δικαίωμα να
ερωτεύονται, παρά μόνο κάποιο ζάμπλουτο γέροντα, που ήταν σε θέση να συντηρεί
τις ίδιες και την οικογένειά τους. Τις συναναστρέφονταν οι καλλιτέχνες, οι
συγγραφείς, οι πολιτικοί, που γίνονταν κατά κάποιο τρόπο προστάτες τους. Σαν
αντάλλαγμα έπαιρναν στα χέρια τους ένα συμβόλαιο ενοικίασης και ένα διόλου
ευκαταφρόνητο χρηματικό ποσό. Το συμβόλαιο ίσχυε για ένα χρονικό διάστημα, κατά
το οποίο ο προστάτης χάριζε στην εταίρα κοσμήματα και ρούχα.
Κλασσικό παράδειγμα εταίρας
αποτελεί η Λάμια. Ήταν περιώνυμη εταίρα (γεννήθηκε το 340 π.Χ. και πέθανε το
303 π.Χ.) θυγατέρα του Αθηναίου Κλεάνωρος και ερωμένη του Δημητρίου του
πολιορκητού. Αν και δεν ήταν πολύ νέα γοήτευσε τον νεαρό ηγεμόνα που μόλις έχει
νικήσει τους Κυπρίους στη Σαλαμίνα (306 π.Χ.), με την εξαιρετική της μόρφωση,
καλλιέργεια και ομορφιά της. Με τον Δημήτριο πήγε στην Αθήνα όπου γνώρισε
μεγάλες τιμές. Οι Αθηναίοι της ίδρυσαν και ναό όπου τιμώνταν σαν Αφροδίτη. Το
ίδιο έπραξαν και οι Θηβαίοι. Η Λάμια ήταν φιλότεχνη και πνευματώδης και ίδρυσε
στη Σικυώνα την Ποικίλη Στοά όπου εκτίθονταν έργα σύγχρονων ζωγράφων. Από τον
Δημήτριο απόκτησε μια κόρη, τη Φίλα, προς τιμήν της οποίας ο Αδείμαντρος (ένας
από τους κόλακες του Δημητρίου) ίδρυσε ναό στη Λάμψακο.
Μετά από όλα αυτά τα «ενημερωτικά»
ας έλθουμε στο θέμα μας λοιπόν: Ένας μανδαρίνος ερωτεύτηκε την Λάμια. «Θα γίνω δική σου» του είπε εκείνη, «αφού πρώτα θα ’χεις περάσει εκατό βραδιές
περιμένοντάς με, στον κήπο μου, καθισμένος σ’ ένα σκαμνάκι, κάτω από το παράθυρό
μου». Την ενενηκοστή ένατη βραδιά ο μανδαρίνος σηκώθηκε. Πήρε το σκαμνί του
υπό μάλης και απήλθε!
Η Λάμια αποτελεί τον Άλλο του
μανδαρίνου. Ο Άλλος διατυπώνει ένα αίτημα προς τον μανδαρίνο. Το αίτημα
αποτελεί για τον μανδαρίνο το αντικείμενο του Άλλου – το μικρό αντικείμενο α
του Άλλου. Η διατύπωση του αντικειμένου είναι: «… αφού πρώτα θα ’χεις περάσει εκατό βραδιές περιμένοντάς με, στον κήπο
μου, καθισμένος σ’ ένα σκαμνάκι, κάτω από το παράθυρό μου». Προσοχή, το «Θα γίνω δική σου» αποτελεί την απόλαυση
του Άλλου. Την στιγμή ακριβώς που η
Λάμια ζητάει από τον μανδαρίνο το αντικείμενο, ο μανδαρίνος αποκτά από την
Λάμια το αντικείμενο αίτημα. Το παίρνει ως ένα πραγματικό αντικείμενο. Το πράγμα
– (το) – ποιεί. Τώρα, εξουσιάζοντας πλέον το αντικείμενο – αίτημα του Άλλου,
τον κάνει να περιμένει. Τον βάζει στην διαδικασία της υπομονής της απόλαυσης.
Ο
ιδεοψυχαναγκαστικός μανδαρίνος αναβάλλει τον χρόνο, κωλυσιεργεί. Αναλαμβάνει
δηλαδή την αναστολή της απόλαυσης. Βλέπετε, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με το
υστερικό υποκείμενο, στο ιδεοψυχαναγκαστικό δεν υπάρχει το αρνητικό της απόλαυσης.
Υπάρχει, θα έλεγα, μια ειδική απόλαυση: εκείνη της αναστολής της απόλαυσης! Η αρχή που διέπει την εμπειρία αυτή είναι στην
ουσία ένας χειρισμός του χρόνου. Στην προκειμένη περίπτωση, το «προκαλώντας την
ανάδυση της αναμονής» παράγει τα αποτελέσματα του: ο μανδαρίνος με την «ανάδυση
της αναμονής» της Λάμιας κάνει την τελευταία να τον ερωτευθεί! Άλλωστε μήπως η μοιραία
ταυτότητα του ερωτευμένου δεν είναι άλλη απ’ αυτήν: είμαι αυτός πού περιμένει!
Όπου έχουμε σχέσεις μετάθεσης υπάρχει
πάντα αναμονή - στο γιατρό, στον καθηγητή, στον ψυχαναλυτή. Κάτι περισσότερο:
όταν περιμένω στη θυρίδα μιας τράπεζας, ή την απογείωση του αεροπλάνου, αποκαθιστώ
πάραυτα έναν επιθετικό δεσμό με τον τραπεζοϋπάλληλο ή την αεροσυνοδό, που η αδιαφορία
τους ξεσκεπάζει και αναρριπίζει τη δική μου υποταγή. Έτσι μπορούμε να πούμε
ότι, όπου υπάρχει αναμονή, υπάρχει και μετάθεση: εξαρτώμαι από μια παρουσία που
μοιράζεται και κάνει ώρα για να μου δοθεί - σαν να ’θελε να κάνει τον πόθο μου
να καταπέσει, και την ανάγκη μου να αμβλυνθεί. Σέ κάνω να περιμένεις: διαρκές
προνόμιο κάθε εξουσίας, «χιλιετές πασατέμπο της ανθρωπότητας».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου