Μου είπε τότε «με κατατρέχει πάντα εκείνο που νιώθω … «μια
γαμημένη κόρη» … αυτό με κατατρέχει …»
«Εκείνο το «γαμημένη», μήπως θες να πεις κάτι περισσότερο για αυτό;»
ρώτησα ήρεμος ενώ το χτυποκάρδι εντός μου
γινόταν όλο και πιο έντονο στην αναμονή της απάντησης. «Άκου, δεν πιστεύω ότι οι γονείς μου με
αγάπησαν … δεν με έφεραν στο κόσμο επειδή με ήθελαν … ξέρεις τι εννοώ, εμένα …
μόνο εμένα. Ίσως ήθελαν να κάνουν οικογένεια και οικογένεια χωρίς παιδί … πως
να το κάνουμε …, ίσως, πάλι, ήθελαν να πουν στις οικογένειες τους ότι έκαναν
παιδί, ίσως έκαναν πάλι το καθήκον τους, ίσως…πολλά, τι να πω, ένα είναι
σίγουρο: ο έρωτας είχε ήδη περάσει - αν είχε υπάρξει ποτέ!»
Το απωθημένο είχε
μιλήσει. Είχε αρθρωθεί στον λόγο. Η θλίψη
παρέα με την αγανάκτηση είχαν κυριεύσει την φωνή. «Την φωνή», αυτό το
αντικείμενο που δεν ακούμε. Αυτό το χαμένο αντικείμενο. Η αιτία των συμπτωμάτων
ήταν παρούσα έχοντας επιστρέψει από την απώθηση. Εκεί από τα βάθη του
ασυνειδήτου που για χρόνια είχε κλειστεί.
Και συνέχισα τότε: Ἡ
δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλεις – έφυγε ἡ
ζωή, οι φίλοι είχαν χαθεί, κι οι εχθροί ήταν μικρόψυχοι για να μπορείς να
τρέφεσαι απ᾿ το μίσος σου,
σκέφτηκα. Αλλά ποιο μίσος την τρέφει; Ποιο μίσος τρέφει την ψυχή; Αναρωτήθηκα[1].
Εκείνο το «μίσος που τρέφει» με
είχε προβληματίσει τότε. Το μίσος τρέφει! Το μίσος «ταΐζει» την ψυχή! Το μίσος
που γεννά συναισθήματα όπως θλίψη, αγανάκτηση, απόρριψη του υποκειμένου, τον αποκλεισμό
του. Πως μπορεί να συμβαίνει αυτό; Πως μπορούμε να μιλάμε για «τροφή» σε μια τέτοια
περίπτωση; Αυτός ήταν ο προβληματισμός που γεννήθηκε τότε.
Τελικά αυτό το «γαμημένη κόρη»
είναι μια φράση όλο κι όλο, σκέφτηκα. Τίποτε παραπάνω. Όμως, είναι έτσι;
Λοιπόν, όχι, δεν είναι μόνο μια φράση χωρίς νόημα. Έχει για την ομιλούσα ένα
νόημα. Είναι, δηλαδή, ένα σημαίνον. Σημαίνει κάτι. Το νόημα είναι «δεν με
αγαπούν, δεν με θέλουν». Αυτό το νόημα αποτελεί το αποτέλεσμα του σημαίνοντος.
Το σημαίνον «παράγει» αυτό το νόημα. Η λίμπιντο της εν λόγω υστερικής επενδύει
αυτό το νόημα. Αυτό το «επενδύει» είναι το πρόβλημα. Πως μπορεί ένα υποκείμενο
να «επενδύει» συναισθηματικά σε ένα τέτοιο νόημα;
Κι όμως το υποκείμενο χωρίς
γλώσσα είναι κενό! Μόνο όταν στοιχίζεται κάτω από το σημαίνον αποκτά υπόσταση.
Αυτό το πρωταρχικό σημαίνον δίνει υπόσταση στο συγκεκριμένο υποκείμενο.
Το «γαμημένη κόρη» είναι το σημαίνον που
στηρίζει την ύπαρξη του, κατά τα άλλα «κενού», υποκειμένου. Το νόημα του
επενδύεται συναισθηματικά με λίμπιντο (με ζωϊκή ενέργεια, πάει να πει). Παράγει,
αυτή η επενδυμένη λίμπιντο, τα συναισθήματα της θλίψης, της αγανάκτησης, της απόρριψης,
του αποκλεισμού του εαυτού. Την απόλαυση
του νοήματος, άρα και του υποκειμένου, αφού επαναφέρει διαρκώς στο
προσκήνιο την κενότητα του τελευταίου. Πάνω σε αυτήν την απόλαυση οικοδομείται
η σκηνή δράσης (η φαντασίωση) του υποκειμένου μέσα στην οποία πρωταγωνιστεί το
τελευταίο. Δηλαδή, σε αυτήν την σκηνή το υποκείμενο δεν βρίσκεται ποτέ στην
θέση του: όταν πλησιάζει το αντικείμενο της επιθυμίας του τότε νιώθει ότι εκείνο
«απομακρύνεται» από αυτό. Αυτό που νιώθει το υστερικό υποκείμενο είναι είτε ότι
το αντικείμενο «δεν έχει κατακτηθεί» από το τελευταίο εξ ολοκλήρου, επομένως
διατρέχει τον κίνδυνο να «εγκαταλειφθεί» από το αντικείμενο, ενώ από την άλλη,
όταν το υποκείμενο συνουσιάζεται με το αντικείμενο τότε η τάση απομάκρυνσης μετατίθεται
από το αντικείμενο στο ίδιο το υποκείμενο με αποτέλεσμα την «απομάκρυνση» του
υποκειμένου από τον τόπο της συνουσίας! Τόσο στο ένα τμήμα της φαντασίωσης όσο και
στο άλλο η οδύνη είναι παρούσα. Πρόκειται για την απόλαυση του υποκειμένου,
λοιπόν. Και στις δύο όψεις της φαντασίωσης της υστερικής υπάρχει η απόλαυση.
Ποια είναι αυτή; Μα το να μην είναι εντοπίσιμη η υστερική! Η υστερική – στην φαντασίωση
της – δεν έχει «τόπο δικό της». Ακόμα και αν της τον έχουν δώσει τότε δεν της έχει
δοθεί «με τον σωστό τρόπο»! Το υστερικό υποκείμενο, στο συμβολικό, πασχίζει να
επαληθεύσει με όλους τους δυνατούς τρόπους ότι το έχουν απορρίψει, ότι το
χωρίζουν από τον τόπο του. Αυτός ο αποκλεισμός, αυτή η απόρριψη ενσαρκώνεται
στο σώμα εν είδει ιλίγγου ή απώλειας των αισθήσεων.
Η απόρριψη, ο αποκλεισμός
επενδύεται όμως και στο ιδεοψυχαναγκαστικό υποκείμενο! Εδώ παίρνει την μορφή της
εκούσιας απόσυρσης του υποκειμένου. Το υποκείμενο, τώρα, αποσύρεται από όλους τους
άλλους. Αυτοαπομονώνεται σε ένα μέρος που αποτελεί το «φρούριο του». Ένα
φρούριο που αποτελεί την «προστασία του» από την εισβολή του άλλου με τίμημα να
φυλακίζει τον ίδιο τον εαυτό του στο «κλουβί». Σε αυτό απολαμβάνει την μοναξιά
του υπό μορφή ικανή να συμπεριλαμβάνει την αυνανιστική απόλαυση. «Έχω ποθήσει, και έχω πολύ επιθυμήσει, με
αφορμή το μεταπτυχιακό μου, να χαθώ μέσα στα συγγράμματα, μέσα στα βιβλία μου.
Να νιώσω αυτό το ανέμελο που μου δίνει η ενασχόληση με το διάβασμα!», μου
έλεγε πρόσφατα ένας ιδεοψυχαναγκαστικός.
Εδώ λοιπόν, παρουσιάζω την
υστερία και τον ιδεοψυχαναγκασμό ως δύο τρόπους επένδυσης της κενότητας του
υποκειμένου, είτε υπό την μορφή της λιποθυμίας είτε υπό την μορφή οντικής
πυκνότητας αντίστοιχα. Από την μια πλευρά η έμφαση δίνεται στην έλλειψη και από
την άλλη στο συμπλήρωμα του Είναι. Έτσι, μπορούμε να συνάγουμε δύο τρόπους
συμπεριφοράς: Στην υστερία η πανταχού παρούσα ίντριγκα και στον
ιδεοψυχαναγκασμό το κακόβουλο πείσμα!
[1]Βλ. στην
ανάρτηση «Μια γαμημένη κόρη» https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2019/08/blog-post.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου