Ως φερεγγυότητα ορίζεται η
δυνατότητα ενός οφειλέτη να αποπληρώνει τις υποχρεώσεις του όταν αυτές λήγουν. Φερέγγυος στην Ελληνική γλώσσα είναι
αυτός που φέρει εγγύηση, δηλαδή ένα άτομο που εμπνέει εμπιστοσύνη στους άλλους.
Η φερεγγυότητα σχετίζεται με την Αξιοπιστία: η ιδιότητα του αξιόπιστου· το να
μπορείς να εμπιστευτείς τα λόγια κάποιου.
Ως βασικό συνώνυμο έχει το: αξιόχρεος : εκείνος που πληρώνει τα χρέη του και μπορείς να τον
εμπιστευτείς.
Από όλα τα παραπάνω τίθεται το
ερώτημα: Στην περίπτωση ενός ψυχαναλυτή έχει νόημα η έννοια «φερεγγυότητα»; Τίθεται
θέμα, πράγματι, για το αν ένας αναλυτής μπορεί να είναι είτε «φερέγγυος» είτε
«α – φερέγγυος»;
Για να δοθεί μια απάντηση στο
παραπάνω ερώτημα πρέπει – ως απαραίτητη προϋπόθεση – να εξετάσουμε από πιο
κοντά τι συνιστά την ανάλυση και ποιος ο ρόλος του αναλυτή στην διαδικασία της
ανάλυσης.
Ας πάρουμε όμως, τα πράγματα από
την αρχή.
Ένα υποκείμενο ακολουθεί στην ζωή
του έναν δρόμο. Βαδίζει στον δρόμο του ώσπου συναντά μια πέτρα. Ένα εμπόδιο,
πάει να πει. Αν η πέτρα είναι ένα χαλίκι τότε αρκεί μια απλή κίνηση για να το
παραμερίσει από το διάβα του. Αν όμως, πρόκειται για έναν ογκόλιθο, για έναν
βράχο, τότε το πράγμα δεν είναι τόσο απλό. Το υποκείμενο στέκεται μπροστά στο
εμπόδιο και προσπαθεί να το μετακινήσει με όλες του τις δυνάμεις. Κατά την
διάρκεια της προσπάθειας του αναπτύσσονται εντός του συναισθήματα αγανάκτησης.
Συχνά συλλαμβάνει τον εαυτό του να καταριέται την ώρα και την στιγμή που η
πέτρα βρέθηκε στον δρόμο του. Καταριέται την πέτρα την οποία θεωρεί «υπεύθυνη» για
την ταλαιπωρία του, «υπεύθυνη» για το στοπ που του βάζει στο περπάτημα του.
Στην προσπάθεια του να την μετακινήσει δαπάνα όλη την ενέργεια του. Ώσπου,
κάποια στιγμή, αποκαμωμένος πια, στέκει παράμερα κοιτώντας την γεμάτος με το
συναίσθημα του μίσους για εκείνη. Τότε, έρχεται η στιγμή που σκέπτεται την
βοήθεια. Είναι εκείνη η στιγμή που αρχίζει να πιστεύει ότι με την βοήθεια κάποιου ίσως καταφέρει να υπερβεί την
πέτρα – εμπόδιο και να συνεχίσει τον δρόμο του.
Πρόκειται για εκείνη την στιγμή
που κτυπά την πόρτα του αναλυτή. Μπαίνει στον χώρο της ανάλυσης και αρχίζει να
διηγείται τα «της πέτρας». Καθόλη την διάρκεια της ανάλυσης, το υποκείμενο,
αρχίζει να μαθαίνει. Με την βοήθεια του αναλυτή αρχίζει να συνειδητοποιεί.
Καταρχήν, συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει καμιά «ευθύνη» της πέτρας για αυτό το
στοπ στο διάβα της ζωής που του συνέβη. «Ανακαλύπτει» ότι η πέτρα ήταν στην
θέση της ανέκαθεν. Ήταν εκεί πολύ πριν την συναντήσει εκείνος. Ήταν τότε που η
πέτρα δεν αποτελούσε εμπόδιο για κανέναν. Η τελευταία έγινε το εμπόδιο του από
την στιγμή που ο δρόμος του – ο δρόμος ο δικός του – την συνάντησε. «Ανακαλύπτει»
δηλαδή ότι ο δικός του δρόμος «ευθύνεται» που η πέτρα «εξελίχθηκε» σε εμπόδιο.
Αυτό αποτελεί την πρώτη γνώση που παράγεται από το ίδιο το υποκείμενο – με την
βοήθεια του αναλυτή – κατά την διάρκεια της ανάλυσης. Αυτό που ονομάζουμε «συνειδητοποίηση»
δεν είναι τίποτε άλλο από μια γνώση
που λαμβάνει σάρκα και οστά κατά την διάρκεια της αναλυτικής διαδικασίας.
Κατά δεύτερον, στην συνέχεια της ανάλυσης
γίνεται γνωστός, στο υποκείμενο, ο τρόπος που «φτιάχτηκε» αυτός ο δρόμος που
ακολουθεί. Ανακαλύπτει που οφείλονται εκείνα τα «δεν μπορώ» που αντιλήφθηκε
στην προσπάθεια του να μετακινήσει την πέτρα από το διάβα του[1]. Του
γίνεται πλέον γνωστό ότι «ο δρόμος του» χαράχθηκε από σημαίνοντα της γλώσσας
που δόμησαν «τον δρόμο» της ζωής που αποκαλεί πεπρωμένο του. Συνειδητοποιεί,
δηλαδή, ότι τα σημαίνοντα αυτά παράγουν μια συνεκτικότητα που καθιστά αδύνατη
την υπέρβαση της πέτρας – εμποδίου από το ίδιο το υποκείμενο.
Τότε έρχεται η στιγμή που
παράγεται και μια τρίτη – στην σειρά – συνειδητοποίηση. Το υποκείμενο
ανακαλύπτει ότι η ίδια η γλώσσα του παραχωρεί την ικανότητα να αλλάξει την κωδικοποίηση των μέχρι τώρα
εγκατεστημένων εντός του σημαινόντων και να παράγει μια διαφορετική
κωδικοποίηση. Μια κωδικοποίηση η οποία θα έχει μια άλλη συνεκτικότητα, διαφορετική
από την προηγούμενη, η χρήση της οποίας θα τον οδηγήσει στην υπέρβαση της πέτρας
– εμποδίου.
Τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη
γνώση είναι παραγόμενες, με την βοήθεια του αναλυτή, κατά την διάρκεια της αναλυτικής
διαδικασίας, από το ίδιο το υποκείμενο αφού το τελευταίο αποτελεί, ούτως ή
άλλως, υποκείμενο της γλώσσας. Γίνεται έτσι εμφανές ότι οποιαδήποτε συμβουλή
του αναλυτή προς το υποκείμενο που έχει ως στόχο να υιοθετηθεί από το τελευταίο
προκειμένου να υπερβεί το εμπόδιο, πέφτει στο κενό για δύο αλληλοδιαπλεκόμενους
λόγους: πρώτον διότι το υποκείμενο έχει τον δικά του σημαίνοντα που ακολουθεί
και επομένως τον δικό του συνεκτικό δρόμο. Επομένως ο δρόμος που προτείνει ο
αναλυτής είναι αδύνατος από μέρους του υποκειμένου. Είναι μη εφικτός. Για αυτό
συναντά πάντα μπροστά του το «δεν μπορώ» του υποκειμένου. Δεύτερον, εκείνο που
κάνει τον αναλυτή να προτείνει την «συμβουλή» του και να την θεωρεί «εφικτή»
οφείλεται στο ότι προέρχεται από τον δικό του – του αναλυτή – τον δρόμο και όχι
από εκείνον του υποκειμένου. Έτσι, πολύ απλά, αυτό που στον δρόμο του αναλυτή
είναι εφικτό και αναγκαίο στον δρόμο του υποκειμένου είναι αδύνατον και
ανέφικτο.
Από τα παραπάνω παράγεται ότι
μόνο η αλλαγή κωδικοποιήσεων των σημαινόντων από μέρους του ίδιου του
υποκειμένου μπορούν να καταστήσουν την υπέρβαση του εμποδίου εφικτή. Αυτό
μπορεί να γίνει γνωστό στο υποκείμενο, μπορεί να παραχθεί ως γνώση για εκείνο,
μπορεί να συνειδητοποιηθεί από το τελευταίο μόνο κατά την διάρκεια της αναλυτικής
διαδικασίας όπου η παρουσία του αναλυτή βοηθά στην παραγωγή τόσο της γνώσης όσο
και της ικανότητας που είναι κρυμμένη εντός της γλώσσας του υποκειμένου.
Η ανάλυση τερματίζεται όταν η
συνειδητοποίηση – η γνώση – παραχθεί. Σε αυτό έγκειται και η βοήθεια του
αναλυτή. Γίνεται σαφές, λοιπόν, ότι καθόλου δεν είναι αληθές αυτό που το
υποκείμενο πιστεύει για τον αναλυτή: ότι αποτελεί έναν τύπο που γνωρίζει όσα αφορούν
εκείνο από πριν και ως εκ τούτου η
αρμοδιότητα του τελευταίου είναι απλώς να τα μεταφέρει – ως γνώση – στο υποκείμενο
προκειμένου να υπερβεί τις «πέτρες» της ζωής του. Άλλωστε, από εδώ παράγεται
και η «ταυτότητα» του αναλυτή ως «το καθ΄ υπόθεση υποκείμενο της γνώσης». Αυτό το «καθ΄ υπόθεση» δεν επισημαίνει τίποτε
άλλο παρά την αυταπάτη του υποκειμένου που προσέρχεται στην ανάλυση.
Συνοψίζοντας: Εν αρχή είναι η πίστη του αναλυόμενου. Στην συνέχεια
είναι η συνειδητοποίηση από μέρους του. Η συνειδητοποίηση που έχει δύο τμήματα.
Την παραγωγή της γνώσης και την
ανακάλυψη της ικανότητας που
οφείλονται, αμφότερα, στην ίδια την γλώσσα του υποκειμένου. Και τα δύο
παράγονται κατά την διάρκεια της αναλυτικής διαδικασίας. Τελευταία άφησα την επιθυμία του αναλυόμενου. Επειδή ο
αναλυόμενος έμαθε, συνειδητοποίησε, καθόλου αυτό δεν σημαίνει ότι επιθυμεί και
να κάνει χρήση όλων αυτών. Ας μην μας διαφεύγει ότι υπάρχει και η απόλαυση του
αναλυόμενου. Η απόλαυση συχνά αποδεικνύεται πολύ ισχυρότερη της επιθυμίας.
Ένα
είναι δεδομένο: η προσφορά του αναλυτή συντελείται στο να παραχθεί αυτή η γνώση
κατά την διάρκεια της αναλυτικής διαδικασίας. Καμιά πρόσβαση δεν έχει ο λόγος
του αναλυτή ούτε στην διαμόρφωση της επιθυμίας αλλά ούτε βεβαίως στην άσκηση της
απόλαυσης του αναλυόμενου. Είναι λοιπόν σαφές ότι δεν έχει νόημα να ομιλούμε
για «φερεγγυότητα» ή μη, για «αξιοπιστία» ή μη του αναλυτή. Ίσως το μόνο που μπορούμε
να του προσάψουμε είναι «ανικανότητα» ή μη στο να βοηθήσει το συγκεκριμένο
υποκείμενο στον στόχο που επιχειρεί το τελευταίο κατά την διάρκεια της ανάλυσης:
να παράγει την γνώση (μέσω της συνειδητοποίησης) του πεπρωμένου του. Στην
διάρκεια αυτής της επιχείρησης, ο αναλυτής δεν χρώστα, δεν οφείλει, δεν τελεί
υπόχρεος στο παραμικρό έναντι του προς ανάλυση υποκειμένου. Οτιδήποτε άλλο
πέραν αυτού αποτελεί καθαρή ανοησία και όπως λέει και ο Λακάν: «Η ψυχανάλυση
πάντοτε ηττάται από την ανοησία!».
[1] Βλ. στην
ανάρτηση: «Δεν μπορώ», όχι «δεν θέλω» … μην το μπερδεύεις!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου