Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019

«Άρωμα Γυναίκας» με ακεραιότητα αλλά και αυτοκτονική πράξη

Αρχή της Σκηνής
- Πάρε μου μερικά Μόντεκρίστο νούμερο ένα (μάρκα φημισμένων πούρων). Δεν θα τα βρεις κάτω. Πήγαινε στην γωνία 50ης με 5η, στο Ντάνχιλ. Είναι ένας Άρνολντ εκεί. Πες του ότι είναι για μένα. Θα καταλάβει. (λέει ο Συνταγματάρχης στον Τσάρλι, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου βρίσκονται και οι δύο. Ο Τσάρλι φεύγει για να πάει αλλά στην εξώπορτα του ξενοδοχείου κοντοστέκεται σκεπτικός και επιστρέφει γρήγορα προς τα πίσω. Ανοίγοντας την πόρτα του δωματίου βλέπει τον Συνταγματάρχη να φοράει την επίσημη στολή του. Στο κομοδίνο, δίπλα στον Συνταγματάρχη βλέπει το περίστροφο του ακουμπισμένο)
- Γύρισες πολύ γρήγορα. Δεν πήρες τα πούρα μου, έτσι; (λέει ήρεμα ο Συνταγματάρχης)… Φύγε Τσάρλι.
- Νόμιζα ότι κάναμε μια συμφωνία. (απαντάει εκείνος)
- Δεν σου είπα ότι δεν τις τηρώ; (Συνταγματάρχης)
- Είπατε ότι μου δώσατε τις σφαίρες.(Τσάρλι)
- Είπα ψέματα.(Συνταγματάρχης, σφίγγοντας την γραβάτα του πουκαμίσου του)
- Θα μπορούσατε να με ξεγελάσετε. (Τσάρλι)
- Σε ξεγέλασα, Ω, Τσάρλι, πως θα επιβιώσεις σε αυτόν τον κόσμο χωρίς εμένα;  (Συνταγματάρχης)
- Δώστε μου το όπλο. (λέει με αγωνία, τώρα πια, ο Τσάρλι)
(Τώρα παίρνει στα χέρια του το όπλο, ο Συνταγματάρχης, και το στρέφει καταπάνω στον Τσάρλι από μια απόσταση 2 μέτρων)
- Τι κάνετε; (με τρεμάμενη φωνή ο Τσάρλι)
- Θα πυροβολήσω και σένα. Η ζωή σου είναι τελειωμένη έτσι κι αλλιώς. Ο Τζορτζ θα τα ξεράσει όλα και το ίδιο και εσύ. Κι όταν τα ξεράσεις, Τσάρλι, αγόρι μου, θα πάρεις την θέση σου στην μακρά γκρίζα σειρά των Αμερικάνων. Και θα έχεις τελειώσει.
- Διαφωνώ, Συνταγματάρχα. (λέει ο Τσάρλι)
- Δεν είσαι σε θέση να διαφωνείς. Έχω ένα γεμάτο 45άρι εδώ. Εσύ έχεις σπυράκια. Θα σε σκοτώσω Τσάρλι, γιατί δεν αντέχω στη σκέψη ότι θα ξεπουληθείς!
- Αφήστε το όπλο, Συνταγματάρχα (με όποια δύναμη φωνής του έχει μείνει)
- Τι; Μου δίνεις τελεσίγραφο;
- Όχι, δεν … (με χαμηλωμένη την φωνή του)
- Εγώ δίνω τα τελεσίγραφα (με έντονη φωνή)
- Συγγνώμη. Εντάξει; Συγγνώμη. (συγκαταβατική φωνή)
- Δεν πειράζει, Τσάρλι (συγκατατίθεται ο Συνταγματάρχης) … Μου ραγίζεις την καρδιά, γιε μου. Όλη μου την ζωή όρθωνα ανάστημα στους πάντες και τα πάντα, γιατί έτσι ένιωθα σημαντικός. Εσύ το κάνεις γιατί το εννοείς. Έχεις ακεραιότητα, Τσάρλι. Δεν ξέρω αν πρέπει να σου ρίξω ή να σε υιοθετήσω.
- Σπουδαίες επιλογές, έτσι; (με μια δόση ειρωνείας στον τόνο της φωνής του ο Τσάρλι)
- Άσε τις γλύκες.
- Μπορείτε να αφήσετε το όπλο; (με αγχωμένη την φωνή τούτη την στιγμή ο Τσάρλι)
- Σε ρώτησα κάτι. (με αποφασισμένη φωνή, ο Συνταγματάρχης) Θες να σε υιοθετήσω ή όχι;
- Σας παρακαλώ. Δηλαδή … (με ικετευτική φωνή). Απλώς περνάτε μια κρίση τούτη την ώρα …
- Κρίση; Όχι κρίση, Τσάρλι (με ήρεμη και σταθερή φωνή). Είμαι κακός…Δεν είμαι κακός, όχι. Είμαι σάπιος!
- Δεν είστε κακός…(συμπονετικά). Απλώς πονάτε.
- Τι ξέρεις εσύ από πόνο; (κουνώντας απελπισμένα πάνω κάτω, ελαφρά, το κεφάλι). Ένα «τίποτα» από τα Βορειοδυτικά είσαι. Τι σκατά ξέρεις από πόνο;
- Δώστε μου το όπλο, Συνταγματάρχα. (με μια κάποια αποφασιστικότητα, ο Τσάρλι)
- Δεν είναι ώρα να γίνεις άντρας… (οπλίζοντας το όπλο και στρέφοντας το καταπάνω του).
- Απλώς, δώστε μου το όπλο, Συνταγματάρχα… (απλώνοντας το χέρι ο Τσάρλι).
- Πρόκειται για πεδίο άσκησης. Προοσοχή. (διατάζοντας ο συνταγματάρχης). Στρατιώτη, ήταν εντολή.
- Δώστε το όπλο…(Τσάρλι)
- Μπορείς να μείνεις ή να φύγεις. Κατάλαβες; Εγώ θα το κάνω. Φύγε να σωθείς.
- Θέλω το όπλο σας, Συνραγματάρχα… (επιμένει ο Τσάρλι με τρεμάμενη φωνή)
- Θα μετρήσω. Χρειάζεται κανείς μέτρημα, για ισορροπία…Πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα … γάμα το. (στρέφει το όπλο στα μελίγγια του … ο Τσάρλι χυμάει πάνω του και πιάνει το οπλισμένο χέρι του. Ο Συνταγματάρχης τον πιάνει από το πέτο του παλτού και τον στριμώχνει στην γωνία του δωματίου. Παλεύουν για λίγο …)
- Δώστε το, γαμώτο …
- Φύγε από εδώ! (φωνάζοντας και ακουμπώντας το όπλο στο στέρνο του Τσάρλι)
- Θα μείνω εδώ!
- Θα σου τινάξω τα μυαλά στον αέρα.
- Εμπρός! Θέλετε να το κάνετε; Κάντε το! (με τσιριχτή φωνή ο Τσάρλι)
- Γαμώτο μου…Φύγε από δω! (ταρακουνώντας τον με δύναμη)
- Τα θαλασσώσατε, ε. Και, τι με αυτό; Όλοι το κάνουν. Συνεχίστε την ζωή σας…
- Ποια ζωή; Δεν έχω ζωή! Ζω στο σκοτάδι, εδώ! Καταλαβαίνεις; Ζω στο σκοτάδι! (φωνάζει απελπισμένα και με άγχος μαζί)
- Αν θέλετε να τα παρατήσετε, παρατήστε τα. Αυτό κάνω και εγώ. Είπατε ότι έχω τελειώσει. Έχετε δίκιο. Είμαστε τελειωμένοι. Ας το κάνουμε, γαμώτο μου. Τραβήξτε την σκανδάλη, δυστυχισμένε, τυφλέ καριόλη! (φωνάζει με όποια δύναμη του έχει απομείνει ο Τσάρλι). Τραβήξτε την σκανδάλη (συνεχίζει λίγο πιο ήρεμα, τώρα).
- Πάμε, λοιπόν, Τσάρλι (λέει τώρα ο Συνταγματάρχης και στρέφει το όπλο επάνω στο παιδί).
- Είμαι έτοιμος! (απαντάει εκείνος)
- Δεν θες να πεθάνεις… (του λέει ο Συνταγματάρχης, διστακτικά τούτη την φορά).
- Ούτε και εσείς (του απαντάει ο Τσάρλι, με κάποιο, λίγο, θάρρος)
- Πες μου έναν λόγο να μην το θέλω … (του ψιθυρίζει ο Συνταγματάρχης )
- Θα σας δώσω δύο (απαντάει ο Τσάρλι ενώ η γλώσσα του γλύφει τα στεγνά από την αγωνία χείλη του). Χορεύετε ταγκό και οδηγείτε Ferrari καλύτερα από όποιον έχω δει!
- Δεν έχεις δει και κανέναν να τα κάνει αυτά, έτσι δεν είναι; (απαντάει μέσα στο άγχος με ένα ειρωνικό χαμόγελο ο Συνταγματάρχης).
- Δώστε μου το όπλο, Συνταγματάρχα …
- Ω, που θα πάω μετά από εδώ, Τσάρλι;  (απαντάει, λίγο πιο ήρεμος τώρα, ο Συνταγματάρχης)
- Αν μπερδευτείτε, συνεχίστε να χορεύετε … (βρίσκει το κουράγιο να πει ο Τσάρλι)
- Μου ζητάς να χορέψω, Τσάρλι; (πολύ πιο ήρεμος πια ο Συνταγματάρχης). Ένιωσες ποτέ ότι θέλεις να φύγεις και ταυτόχρονα ότι θέλεις να μείνεις; (συνεχίζει, κάπως τραγουδιστά τώρα, ο Συνταγματάρχης)
Η σκηνή ολοκληρώνεται με τον Τσάρλι να ανασηκώνει το κορμί του από την γωνία που ήταν στρυμωγμένο και με τα μάτια γεμάτα δάκρυα κοιτάει πια τον Συνταγματάρχη ο οποίος του λέει:
- Σου αρέσει η στολή μου, Τσάρλι;
- Ναι, είναι όμορφη! (ενώ το δάκρυ οργώνει το νεανικό του μάγουλο)
- Την φορούσα στην ορκωμοσία του Λίντον
- Δώστε μου το όπλο … (συνεχίζει με αγωνία ο Τσάρλι).
Τώρα όμως ο Συνταγματάρχης απαντά ήρεμα:
- Ζητάς από έναν αξιωματικό να παραδώσει το όπλο του;
- Μην το παραδώσετε, απλώς αφήστε το κάτω για λίγο…(ενώ τα δάκρυα έχουν πια πλημμυρίσει τα μάγουλα του παιδιού)
Ο Συνταγματάρχης, ενώ ένα δάκρυ βουρκώνει την ματιά του, στρέφει την πλάτη του στο παιδί και του λέει ξεθυμασμένα πια:
- Θέλω ένα ποτό, Τσάρλι.

Τέλος της σκηνής

Παρακολουθείς την σκηνή με κομμένη την ανάσα. Πλημμυρίζεσαι από την ένταση των συναισθημάτων. Με ποιον να ταυτιστείς άραγε; Με τον τυφλό Συνταγματάρχη, που νιώθει πια … σάπιος και για αυτό είναι έτοιμος να «παραδώσει» το «τίποτα» που νιώθει εντός του «φυτεύοντας»  μια σφαίρα στον κρόταφο του; Να ταυτιστείς συμπονώντας τον για τον πόνο που τον έχει γεμίσει η μίζερη ζωή που νιώθει ότι ζει; Να κλάψεις γιατί γίνεσαι μάρτυρας ενός ανθρώπου που θεωρεί ότι μόνο η κακία του έχει απομείνει και είναι έτοιμος να αποχωριστεί πια διαπαντός από τον Άλλο της γλώσσας που μέχρι τώρα τον «κρατούσε» στην ζωή δίνοντας ένα κάποιο νόημα σε αυτήν;

Ή μήπως να «μοιραστείς» την αγωνία του Τσάρλι – αυτού του νέου ανθρώπου, αυτού του έφηβου – που η ακεραιότητα του είναι το τελικό αποτέλεσμα του διχασμένου υποκειμένου, της εσωτερικής του διαπάλης, και που πετυχαίνει να στηρίζει την νιότη του και την ελπίδα του για ζωή όταν ξαφνικά βρίσκεται στην πολύ δύσκολη θέση να υπερασπίζεται την ζωή, γενικά, της οποίας είναι οπαδός, ρισκάροντας την δική του; Πως να μην συγκινηθείς όταν τον ακούς να φωνάζει, μέσα στην θύελλα που τον έχει τυλίξει ολόγυρα του, προς τον απελπισμένο Συνταγματάρχη «Αν μπερδευτείτε, συνεχίστε να χορεύετε … ή if you make a mistake get all tangled up just tango on».

Συγκινείσαι, όμως, γιατί ταυτίζεσαι και με τους δύο. Τόσο με τον Συνταγματάρχη όσο και με τον Τσάρλι. Τους «έχεις» και τους δύο μέσα σου, βλέπεις! Είναι κομμάτια του Είναι σου. Και οι δύο είσαι εσύ! Γνωρίζεις πολύ καλά ότι αυτή η δραματική σκηνή εξελίσσεται διαρκώς μπροστά στα μάτια σου. Διαδραματίζεται συνέχεια εντός σου. Είσαι ο αποκλειστικός θεατής της. Υπάρχει μέσα σου «ο Τσάρλι»: αφορά τις επιθυμίες σου, τις φαντασιώσεις σου, τις επιλογές των αντικειμένων σου (η μια μεριά του διχασμού σου). Υπάρχει μέσα σου, όμως, και ο Συνταγματάρχης: αφορά τον τρόπο που απολαμβάνεις (η άλλη μεριά). Κατά συνέπεια αυτό το υποκείμενο που εσύ είσαι ορίζεται διττά: αφενός από το συμβολικό σύστημα, από την γλώσσα και τη διαλεκτική της, αφετέρου από την ενόρμηση, την απόλαυση. Συνεπεία τούτου, οι πράξεις σου καθορίζονται από αυτόν τον λόγο.

Για παράδειγμα, γνωρίζεις την παραπραξία, έτσι δεν είναι; Mέσα από μια παραπραξία, από το ξέχασμα ή το χάσιμο ενός αντικειμένου, υπάρχει μια πράξη, με την ευρεία έννοια του όρου. Ξέχασες την ομπρέλα σου στο γραφείο του τάδε φίλου σου. Εντούτοις, ξέρεις ότι δεν ήταν μια πράξη ηθελημένη, συνειδητή ως τέτοια. Στην εν λόγω πράξη, λοιπόν, κάτι σε ξεπερνάει και τότε είναι που αναδύεται το υποκείμενο και η ασυνείδητη επιθυμία του – «ήθελα να το ξεχάσω για να συναντηθώ εκ νέου με αυτόν», για παράδειγμα.

Θα μου πεις: Για στάσου, όλοι συγκινούνται με αυτήν την σκηνή; Με άλλα λόγια, είμαστε όλοι διχασμένοι; Όντως, έχεις δίκιο να θέτεις τούτη την ερώτηση. Η απάντηση είναι τούτη: Όχι, δεν συγκινούμαστε όλοι με τούτη την σκηνή! Δεν έχουμε όλοι «Τσάρλι» μέσα μας (λέω ξεκάθαρα με αυτήν την φράση ότι όλοι έχουμε «Συνταγματάρχη» εντός μας).

Είναι διχασμένοι όσοι από μας έχουν Άλλο εντός τους. Ξέρετε αγαπητέ, από τον Άλλο της γλώσσας ένα υποκείμενο ζητά να αναγνωριστεί ως προς τις επιθυμίες του συμβολοποιώντας, όπως μπορεί, την προσωπική του αλήθεια. Αντίθετα, υπάρχουν ανάμεσα μας περιπτώσεις ομιλ-όντων ο λόγος των οποίων έχει παραιτηθεί από την αναγνώριση και συγκροτείται παραληρηματικά «σε μια γλώσσα χωρίς διαλεκτική».

Θυμάμαι τώρα, μια κοπέλα που μου έλεγε: «Κοίτα, εγώ κοιτάω τα συναισθήματα μου και ότι μου πουν αυτά πράττω!».  Για εκείνη η γλώσσα δεν είχε διαλεκτική: ΟΡΙΣΜΟΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ: Μια γλώσσα χωρίς διαλεκτική είναι μια γλώσσα που οι νόμοι της –μεταφορά, μετωνυμία, διφορούμενο– δεν λειτουργούν επαρκώς. Είναι μια γλώσσα που προδικάζει τη σημασία όπου το νόημα δεν ανάγεται στο εκτός νοήματος. Το υποκείμενο, δηλαδή, δεν μπορεί εύκολα να παίξει με τη γλώσσα. Σε αυτές τις περιπτώσεις το υποκείμενο είναι εγκλωβισμένο σε έναν άκαμπτο λόγο, ένα λόγο χωρίς υποκειμενική αναφορά, αφού έχει παραιτηθεί από την αναγνώριση, ένα λόγο που δεν στηρίζεται στον Άλλο του ασυνειδήτου. Κατά συνέπεια, το υποκείμενο δεν είναι διχασμένο και η έννοια του παραδείγματος της παραπραξίας, στην οποία αναφερθήκαμε λίγο πιο πάνω, δεν λειτουργεί στην περίπτωσή του. Παρ’ όλα αυτά, το υποκείμενο μπορεί, υπό την κατακλυσμική πίεση αυτού του Άλλου που εγγράφεται στο πέραν της αρχής της ευχαρίστησης, να πράττει ή ακριβέστερα να διαπράττει. Το υποκείμενο που διαπράττει δεν συγκινείται από την παραπάνω σκηνή. Πιο συγκεκριμένα μένει με την απορία και την αμηχανία (για να μην πω με την ειρωνεία) αντικρύζοντας τον «Τσάρλι»!

Ο Συνταγματάρχης είπε απευθυνόμενος προς τον Τσάρλι: «Μου ραγίζεις την καρδιά, γιε μου. Όλη μου την ζωή όρθωνα ανάστημα στους πάντες και τα πάντα, γιατί έτσι ένιωθα σημαντικός. Εσύ το κάνεις γιατί το εννοείς. Έχεις ακεραιότητα, Τσάρλι. Δεν ξέρω αν πρέπει να σου ρίξω ή να σε υιοθετήσω.» Αυτή η έννοια της «ακεραιότητας» είναι που φέρνει σε αμηχανία το ομιλ-ον στο οποίο η γλώσσα είναι «γλώσσα χωρίς διαλεκτική». Αυτήν την «ακεραιότητα» δεν μπορεί να καταλάβει.

Ξέρεις, μου είπε κάποιος κάποτε: «Να προσλαμβάνεις ανθρώπους με τρία βασικά χαρακτηριστικά: ακεραιότητα, εξυπνάδα, ενεργητικότητα. Αν δεν έχουν όμως το πρώτο, τα άλλα δυο θα σε εξοντώσουν!».

Ο Nicolas Chamfort[1], (1740-1794)  υπήρξε ως ένας εξαίρετος Γάλλος γνωμικογράφος. Έχαιρε της απόλυτης εκτίμησης ανθρώπων όπως οι Νίτσε, Σοπενχάουερ, Καμύ. Συνήθιζε να λέει: «Για τους ακέραιους ανθρώπους που έχουν αρχές, οι δέκα εντολές του Θεού συνοψίζονται σε μια που είναι γραμμένη πάνω από την είσοδο της μονής Τελέμ: “Κάνε ό,τι θέλεις”».
        
Όμως, η έννοια της ακεραιότητας είναι λίγο πιο σύνθετη· υπάρχει ένα άλλο επίπεδο που συχνά παραγνωρίζεται ή αγνοείται. Στις λατινογενείς γλώσσες η λέξη αυτή προέρχεται από το integritas που σημαίνει ολόκληρο, πλήρες. Ίσως με αυτό τον τρόπο αναγνωρίσουμε ένα βασικό στοιχείο της ακεραιότητας που αγνοούμε και το οποίο μου κινεί το ενδιαφέρον περισσότερο. Η ακεραιότητα ως ψυχολογική διαδικασία, η ενοποίηση της εξωτερικής με την εσωτερική ζωή, δύο πλευρές που συναντιούνται, δημιουργούν ένα όλον, έναν συνεπή εαυτό. Ας δούμε όμως, εδώ, και τον ορισμό της έννοιας: Ακεραιότητα: η ιδιότητα ή η κατάσταση του ακέραιου. Η πληρότητα που χαρακτηρίζει ένα όλο, μια ενότητα. Σωματικά σημαίνει την αρτιμέλεια και γενικότερα, την απουσία οποιασδήποτε σωματικής βλάβης. Μεταφορικά σημαίνει την απόλυτη εντιμότητα: «Είναι ένας άνθρωπος γνωστός για την ακεραιότητά του. Δεν αμφισβητώ την σταθερότητα του χαρακτήρα του».
Αντίθετα: εξαγορά συνειδήσεων, εξώνηση[2]  ψηφοφόρων, δωροδοκία, χρηματισμός, λάδωμα, δεκασμός.

Ακέραιος, στην σκήνη μας, είναι ο Τσάρλι. Είναι ο μόνος από τους δύο που είναι διχασμένο υποκείμενο. Ο Τσάρλι είναι ο μόνος που πράττει. Αντίθετα ο Συνταγματάρχης δεν είναι διχασμένος. Δεν πράττει. Διαπράττει. Αυτό είναι κάτι άλλο από πράξη.

Θα λέγαμε ότι διάπραξη συμβαίνει στην περίπτωση της κοπέλας στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω. Όταν εκείνη έλεγε «ακολουθώ τα συναισθήματα μου» εννοούσε τις παρορμήσεις μου; Μήπως τότε «διαπράττει» κάποιος, όταν «ακολουθεί» τις παρορμήσεις του;  Συμβαίνει το υποκείμενο να αναστέλλει τις παρορμήσεις του; Και αν όχι; Και αν πράττει ή καλύτερα διαπράττει υπό την αιγίδα μιας παρόρμησης; Και αν ο ανασταλτικός
μηχανισμός δεν λειτουργεί; Τι είναι λοιπόν η πράξη;

Για να εξηγηθούμε λοιπόν.

 ΟΙ 3 ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΟΥ ΛΟΓΙΚΟΥ ΧΡΟΝΟΥ: Στην πραγματική πράξη ενεργοποιούνται τρεις στιγμές του λογικού
χρόνου: (α) η στιγμή της θέασης, η στιγμή δηλαδή που κάποιος βλέπει μια
κατάσταση, ένα γεγονός, (β) το διάστημα το οποίο του χρειάζεται για να
κατανοήσει και να προσμετρήσει μια κατάσταση και, τέλος, (γ) η στιγμή
όπου βγάζει το συμπέρασμά του και με βάση αυτό πράττει, πάντοτε εν
μέρει σε επίσπευση.

Ιδού οι τρεις στιγμές που επιτρέπουν στην πραγματική πράξη την
απόφανση προεξοφλούμενης βεβαιότητας. Το υποκείμενο δηλαδή
εμπλέκεται ιδιαιτέρως μέσα από την πράξη του. Δεν πρόκειται για μια
παρόρμηση. Σέβεται τους λογικούς χρόνους.

Μπορούμε να υποθέσουμε πως, στην περίπτωση μιας παρόρμησης ή μιας
εγκληματικής ή αυτοκτονικής διάπραξης (passage à l’acte), αυτοί οι
χρόνοι δεν διαχωρίζονται, ή κάποιοι από αυτούς παρακάμπτονται. Για
παράδειγμα, το διάστημα της κατανόησης συρρικνώνεται ουσιωδώς ή και
δεν λαμβάνει καθόλου χώρα, απουσιάζει λοιπόν παντελώς. Ή ότι υπάρχει
μια σύγχυση μεταξύ του πρώτου και του τρίτου χρόνου. Το υποκείμενο
δηλαδή μπορεί να βλέπει μια κατάσταση και να συμπεραίνει άμεσα περί
του τι χρειάζεται ώστε να πράξει. Ή μπορεί να βλέπει μια κατάσταση, να
μην την κατανοεί επαρκώς και η στιγμή του συμπεράσματος να του
επιβάλλεται υπό μορφή παραληρηματικής βεβαιότητας, μέσω μιας
άκαμπτης ρήσης, ενός λόγου παραληρηματικού, εκτός διαλεκτικής, που
τον «προστάζει» τρόπω τινά να καταστήσει αμέσως τη σκέψη του πράξη.
Ή τίθεται το ερώτημα του τι ακριβώς βλέπει το υποκείμενο. Μια
κατάσταση ή το κάπως αινιγματικό και απειλητικό βλέμμα του άλλου;

Στη σχέση προς τον Άλλο, το υποκείμενο
συνδέεται διττά: ως υποκείμενο σημαίνοντος και ως υπόλοιπο. Η έννοια
του υπολοίπου παραπέμπει στην ακέφαλη ενόρμηση, στην απόλαυση. Με
άλλα λόγια, οι συντεταγμένες του υποκειμένου σχετίζονται με τον
συμβολικό Άλλο της γλώσσας, αφενός, και αφετέρου με ένα υπόλοιπο
εκτός γλώσσας, εκτός συμβολοποίησης.

Τι συμβαίνει στη διάπραξη, είτε είναι αυτοκτονική είτε εγκληματική;
Το υποκείμενο βρίσκεται εκτός συμβολικών συντεταγμένων. Πιο ειδικά,
θα υπογραμμίσω ότι «η στιγμή της διάπραξης είναι η στιγμή της
πιο μεγάλης δυσπραξίας του υποκειμένου και επιπροσθέτως υπάρχει και η
συγκινησιακή συμπεριφορά ως αταξία κίνησης. Από εκεί που βρίσκεται,
στον τόπο της σκηνής ως υποκείμενο της ιστορίας του… αυτό σπεύδει
βιαστικά και χάνοντας την ισορροπία του βρίσκεται εκτός σκηνής».

Υπογραμμίσαμε παραπάνω ότι το υποκείμενο στηρίζεται από τη γλώσσα,
από το συμβολικό σύστημα ως υποκείμενο σημαίνοντος. Συμβαίνει
πάντοτε έτσι; Ασφαλώς και όχι. Υπάρχουν στιγμές που το υποκείμενο παύει να στηρίζεται ή στηρίζεται πολύ λίγο, ή στηρίζεται σε κάποιες άκρες
του συμβολικού συστήματος.

Για παράδειγμα, σε μια κρίση άγχους, σε μια κρίση πανικού, το
υποκείμενο δεν στηρίζεται επαρκώς ή στηρίζεται πολύ λίγο στον
συμβολικό άξονα. Εξού και το γεγονός ότι εκείνες τις στιγμές το
υποκείμενο τις βιώνει με μεγάλη αγωνία, σε μια σύγχυση, σε μια διάσταση
αποπραγμάτωσης ή ακόμη και αποπροσωποποίησης. Μάλιστα, το ίδιο το
σώμα συμμετέχει στο έπακρο (ταχυπαλμία, εφίδρωση, λιποθυμική τάση,
κλπ.), αλλά το υποκείμενο αδυνατεί πολύ συχνά ακόμη και στο ελάχιστο
να αρθρώσει ένα λόγο για το τι πραγματικά του συμβαίνει.

Η Άλλη σκηνή, ο Άλλος τόπος, ο τόπος της γλώσσας
είναι λοιπόν το στήριγμα του υποκειμένου. Όταν το υποκείμενο διαπράττει
εγκληματικά ή αυτοκτονικά, αυτό το στήριγμα εκλείπει παντελώς. Το
υποκείμενο λοιπόν βρίσκεται εκτός της Άλλης σκηνής, εκτός συμβολικών
συντεταγμένων. Εξού και το ότι, τις περισσότερες φορές, όταν εκ των
υστέρων κληθεί να μιλήσει για την αυτοκτονική (αν επέζησε) ή την
εγκληματική του διάπραξη, δεν θυμάται τι και πως. Δεν μπορεί δηλαδή να
ιστορικοποιήσει, να βάλει λέξεις στο πριν και στο τι συνέβη κατά τη
διάρκεια της διάπραξής του. Δεν μπορεί να υποκειμενικοποιήσει ένα
βίωμα και να το αφομοιώσει.

Σε αυτή την περίπτωση, δεν πρόκειται περί καμίας απώθησης ενός
τραυματικού υποτιθέμενου γεγονότος. Δεν είναι δηλαδή κάτι της τάξεως
που το υποκείμενο βίωσε με πόνο ή με φόβο, για παράδειγμα μια παιδική
αποπλάνηση, που κατέστη τραυματική και γι’ αυτόν τον λόγο το τάδε
υστερικό υποκείμενο την απώθησε και στη θέση της έβγαλε συμπτώματα.
Σε ένα τραυματικό γεγονός το υποκείμενο μιλάει χρησιμοποιώντας την
γλώσσα του συμπτώματος.
.
Στην περίπτωση όμως της διάπραξης πρόκειται για το εκτός σκηνής, για
το εκτός συμβολικού. Όταν όμως το υποκείμενο βρεθεί εκτός συμβολικού,
αφήνεται να πέσει, εκπίπτει, διαπράττει. Θα ήταν λάθος να πούμε ότι
ορίζει τις πράξεις του, αντίθετα καθορίζεται από το εκτός συμβολικού υπό
μορφή «πράξεων», δηλαδή διαπράξεων που τελούνται εν απουσία του
υποκειμένου. Εξού και η δυσκολία του να αφηγηθεί το τι συνέβη.

Στην σκηνή που εξιστόρησα στην αρχή τούτου του σημειώματος ο Τσάρλι λέει απευθυνόμενος προς τον Συνταγματάρχη: «…Απλώς περνάτε μια κρίση τούτη την ώρα …» Και εκείνος του απαντά: «Κρίση; Όχι κρίση, Τσάρλι (με ήρεμη και σταθερή φωνή). Είμαι κακός…Δεν είμαι κακός, όχι. Είμαι σάπιος 

ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ: Αξίζει να τελειώσουμε με τον ορισμό της κρίσης στην ψυχανάλυση: «Υπάρχει κρίση όταν ο λόγος, οι λέξεις, οι αριθμοί, τα τελετουργικά, δηλαδή όλος ο συμβολικός μηχανισμός, ξαφνικά, καθίσταται ανεπαρκής, ανίσχυρος να μετριάσει ένα πραγματικό που κάνει του κεφαλιού του».

Πολλές φορές το υποκείμενο που προβαίνει σε μια εγκληματική διάπραξη βρίσκεται ενώπιον ενός πραγματικού, άφατου, απόλυτου, βρίσκεται έρμαιο μιας συμβολικής οπής, ενός συμβολικού ρήγματος μέσα από το οποίο «καταπίνεται». Η μόνη απάντηση που μπορεί να δώσει είναι κάτι αυτοματικό, για παράδειγμα, μια απάντηση μέσω της εγκληματικής του διάπραξης, την οποία μόνο σε ένα δεύτερο χρόνο, αφού δηλαδή την έχει εκτελέσει, τότε μόνο μπορεί να την αναλάβει ως προς τις συνέπειές της και ως προς την ευθύνη που είχε αυτό το ίδιο το υποκείμενο για ό,τι διέπραξε.

Τελικά: Μόνο όταν «σεβόμαστε» και τις 3 Στιγμές του Λογικού Χρόνου πράττουμε. Όταν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει απλώς διαπράττουμε. Υπάρχουν λοιπόν, υποκείμενα που «πράττουν» και υποκείμενα που «διαπράττουν». Επίσης, υπάρχουν υποκείμενα που έχουν εντός τους έναν Τσάρλι και ομιλ-όντα που εκπίπτουν μόνο στο επίπεδο του Συνταγματάρχη. Τα δεύτερα λειτουργούν χωρίς τον Άλλο, παρορμητικά, μόνο «διαπράττουν».

Έγραψα πολλά. Το γνωρίζω. Συγγνώμη αν σας κούρασα!


[1] Το κύριο έργο του είναι η συλλογή γνωμικών "Maximes et Pensées".
Αυτοκτόνησε -επειδή δεν ήθελε να πάει φυλακή- με επεισοδιακό τρόπο: αυτοπυροβολήθηκε στο πρόσωπο, μετά μαχαιρώθηκε με χαρτοκόπτη και μετά έγραψε ένα σημείωμα με το αίμα του. Παρ’ όλα αυτά επέζησε, και χαροπάλευε επί 6 μήνες!
[2] Εξώνηση: α) (λόγιο) (σπάνιο) εξαγορά με ανέντιμους τρόπους, διαφθορά. β) (νομικός όρος) το δικαίωμα που έχει ο πωλητής να επαναγοράσει από τον αγοραστή ό,τι τού πούλησε. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου