Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2020

Liverpool σημαίνει Αλληλεγγύη και στηρίζεται στον Φθόνο!

«Το Λίβερπουλ είναι η πόλη της μουσικής, της εργατικής τάξης και του ποδοσφαίρου. Και το είδαμε σήμερα, για παράδειγμα, ότι πάντοτε είναι ενωμένοι όλοι στην πόλη αυτή. Όλοι όσοι έχουμε προπονήσει στην Αγγλία, ξέρουμε ότι το Liverpool είναι ένα ιδιαίτερο μέρος για το ποδόσφαιρο.. Γι’ αυτό καταφέρνουν κάθε φορά να κάνουν… θαύματα

Η παραπάνω δήλωση ανήκει στον επί σειρά ετών πρώην προπονητή της Άρσεναλ, Αρσέν Βενγκέρ ο οποίος αποδίδει την ύπαρξη θαυμάτων που συμβαίνουν στην πόλη, στην αλληλεγγύη των πολιτών της. Η αλληλεγγύη, λοιπόν, είναι το μυστικό των θαυμάτων που συμβαίνουν στο Μέρσεϊσάιντ. Πρόκειται για την περιοχή όπου βρήκαν απόλυτη εφαρμογή οι ιδέες του Μπιλ Σάνκλι – του προπονητή ο οποίος έφτασε  στο Άνφιλντ στα 1959 - πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε η σύγχρονη ποδοσφαιρική ομάδα της πόλης: η Λίβερπουλ.
Ο Shankly έμενε σε ένα σπίτι με μεσοτοιχία και πήγαινε με τα πόδια στο Anfield. «Είμαι ένας άνθρωπος του λαού, μόνο οι άνθρωποι έχουν σημασία. Ο σοσιαλισμός στο οποίο πιστεύω σημαίνει ο καθένας να δουλεύει για τον άλλο, ο καθένας να έχει μερίδιο των κερδών. Έτσι βλέπω το ποδόσφαιρο, έτσι βλέπω και τη ζωή.».
Στον ποδοσφαιρικό του κόσμο η κοινωνία που εκπροσωπεί ο κάθε σύλλογος απέκτησε πρωτεύοντα ρόλο και έκανε ιερή του υποχρέωση να τα δίνει όλα για τον κόσμο και κυρίως για εκείνους που παρά τις δυσκολίες στην καθημερινότητα, έβρισκαν τρόπο να αποταμιεύσουν χρήματα για το εισιτήριό τους. «Ένας προπονητής πρέπει να προσδιορίζει τον εαυτό του σε συνάρτηση με τον κόσμο, επειδή το ποδόσφαιρο είναι ολόκληρη η ζωή τους», έγραφε στην αυτοβιογραφία του.

Όμως, που στηρίχθηκε, αλήθεια, η αίσθηση της αλληλεγγύης των πολιτών του Λίβερπουλ η οποία αποτελεί και την «αιτία των θαυμάτων» που συμβαίνουν εκεί;

Μα που αλλού παρά στον φθόνο! Η αλληλεγγύη δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μετουσίωση του φθόνου που αναπτύχθηκε ιστορικά ανάμεσα στις πόλεις του Λίβερπουλ και του Μάντσεστερ. Γνωρίζουμε πια πολύ καλά ότι ο φθόνος αποτελεί πρωταρχικό, θεμελιώδες συναίσθημα της ανθρώπινης ψυχής. Όταν αυτό το συναίσθημα δεν απωθείται τότε «μετατρέπεται» (μετουσιώνεται, το λέμε στην ψυχανάλυση) σε ένα άλλο που έχει θετικό πρόσημο και ονομάζεται αλληλεγγύη.

Προκειμένου να εξηγηθώ καλύτερα σε ότι αφορά στην παραπάνω τοποθέτηση θα καταφύγω στην ιστορία:

Η ιστορία δύο πόλεων

 Στην περίπτωση των Λίβερπουλ και Μάντσεστερ, η απαρχή του φθόνου ανάμεσα στις δύο πόλεις, οι οποίες έχουν πολλά κοινά στοιχεία, εντοπίζεται στη βιομηχανική επανάσταση του 19ου αιώνα. ( Fr. Engels, Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, μτφρ.: Λ. Αποστόλου, Μπάυρον, Αθήνα 1974, σ. 98-99, 101-109. Να θυμίσω ότι ο πατέρας του Φρίντριχ Ένγκελς ήταν Γερμανός βιομήχανος, ενώ ο ίδιος εργαζόταν ως αντιπρόσωπος στο εργοστάσιο του πατέρα του στο Μάντσεστερ. Έτσι, συνδύασε την  πραγματική  εμπειρία  της  πόλης  με  μια  έντονη  κοινωνική  συνείδηση.  Το  αποτέλεσμα καταγράφτηκε στην «Κατάσταση της εργατικής τάξης της Αγγλίας» που εκδόθηκε το 1844.). Η οικονομία του Λίβερπουλ στηριζόταν στο λιμάνι της, όπου άρχιζαν και τελείωναν πολλές εμπορικές συναλλαγές, παρέχοντας αγαθά και θέσεις εργασίας στην εργατική τάξη, η οποία αποτελούσε και τον πυρήνα της πόλης. Θεωρούνταν το πιο προηγμένο λιμάνι του κόσμου και επέτρεπε στα πλοία να πραγματοποιούν δρομολόγια καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Από την άλλη μεριά, το Μάντσεστερ, ή αλλιώς «Cottonopolis» (Πόλη του βαμβακιού), ήταν γνωστό για την παραγωγή του και για τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας, διανέμοντας τα προϊόντα του μέσω του λιμανιού του Λίβερπουλ. Οι συναλλαγές αυτές απέφεραν μεγάλα έσοδα και στις δύο περιοχές, συνεισφέροντας τα μέγιστα στην οικονομική τους ανάπτυξη.

Η αγαστή συνεργασία των δύο πόλεων, έμελλε να διακοπεί το 1894 και τη θέση της πήρε το μίσος που πυροδοτήθηκε απ’ αφορμή αυτής. Είναι η χρονιά που στο Μάντσεστερ, ολοκληρώνεται ένα μεγάλο έργο, παρά τις προσπάθειες των κατοίκων του Λίβερπουλ να το σταματήσουν. Ο λόγος για το κανάλι της πόλης, που της επέτρεπε να διακόψει τη συνεργασία της με το Μέρσεϊσαϊντ, γλιτώνοντας τους υψηλούς φόρους που έπρεπε να πληρώνει για τη μεταφορά των αγαθών της.

Πλέον, η κίνηση στο λιμάνι του Λίβερπουλ, άρχισε να πέφτει, αφού πολλά πλοία το παρέκαμπταν για να μεταβούν στο Μάντσεστερ. Οι συνέπειες έγινα σύντομα εμφανείς στην οικονομία της πόλης, ενώ χαμένη βγήκε για ακόμη μια φορά και η εργατική τάξη της πόλης, η οποία είδε τις θέσεις εργασίας να μειώνονται κατακόρυφα.

Αυτή η εργατική τάξη,  με πρώτους και καλύτερους τους λιμενεργάτες, άρχισε έτσι, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα να εκφράζεται γύρω από τον σύλλογο  Liverpool FC. Η αλληλεγγύη των εργατών του Λίβερπουλ, ασυνείδητα θεμελιωμένη πάνω στον φθόνο της αντιπαλότητας τους με το Μάντσεστερ, έγινε βαθμιαία το κυρίαρχο συναίσθημα του συνόλου των πολιτών της πόλης. Σε μια περίοδο που στην πόλη κυριαρχούσαν οι συχνές εντάσεις ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και τα όργανα της τάξης, καθώς οι κυβερνώντες είχαν αποφασίσει να εξαθλιώσουν οικονομικά την εργατική τάξη και τα τόσα στόματα που θρέφονταν απ’ αυτή. Ήδη από τα τέλη των 80s η Θάτσερ και η κυβέρνησή της είχαν ουσιαστικά διαλύσει οικονομικά τους εργάτες στο λιμάνι και είχαν μειώσει το εργατικό δυναμικό πάνω από το 50%. Οι περισσότεροι από αυτούς υποστήριζαν φανατικά τους “κόκκινους” από την εποχή που ο σπουδαίος Μπιλ Σάνκλι βρίσκονταν στον πάγκο της ομάδας, αλλάζοντας ουσιαστικά τον χάρτη του Αγγλικού ποδοσφαίρου, διδάσκοντας όχι μόνο ποδόσφαιρο αλλά και αξίες που χρειάζεται να έχει ο κάθε άνθρωπος για να ζει μια αξιοπρεπή ζωή. (Τι σημαίνει αξιοπρεπή ζωή για τον κάθε εργάτη το έχει γράψει μοναδικά ο Τζακ Λόντον στο αριστούργημά του “Η σιδερένια φτέρνα”).

Οι οπαδοί τάχθηκαν απέναντι στους Τόρις και τη Θάτσερ για έναν ακόμα, πολύ σημαντικό λόγο: Τη στάση τους στην τραγωδία του Χίλσμπορο και την επιχείρηση συγκάλυψης που επιχειρήθηκε για να απαλλάξει όλες τις κρατικές υπηρεσίες από τις ευθύνες τους. Ο συνδυασμός ήταν εκρηκτικός.

Είμαι ένας άνθρωπός που τον μποδίζουν να βαδίσει …

Αυτό το αίσθημα αλληλεγγύης και κυρίως το βάθος του που είχε σφυρηλατηθεί, με μοναδικό τρόπο, στις ψυχές των πολιτών της πόλης έγινε ο κύριος στόχος των πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού της Θάτσερ στα 1995.

Η Μάργκαρετ Θάτσερ έγινε Πρωθυπουργός στις 4 Μαΐου 1979. Ιδεολογικά βρισκόταν πολύ κοντά με τον Ρόναλντ Ρήγκαν, ο οποίος το 1980 εξελέγη Πρόεδρος των ΗΠΑ, θέση στην οποία παρέμεινε ως το 1988. Μαζί, οι δυο ηγέτες αποφάσισαν να εφαρμόσουν τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές συνταγές του οικονομολόγου Μίλτον Φρίντμαν – διδάγματα τα οποία είχε ακολουθήσει μόνο ο δικτάτορας της Χιλής και μετέπειτα φίλος της Θάτσερ, Πινοσέτ.
Η «Σιδηρά Κυρία» έγινε, από την αρχή σχεδόν, αντιπαθής στην πόλη. Κατηγορείται έντονα από τους ντόπιους για διάλυση των κοινωνικών δεσμών, υποβάθμιση της κοινωνικής προστασίας και συμβολή στη παρακμή των ηθικών αξιών.
Κάτω από αυτό το πολιτικό – κοινωνικό κλίμα φτάνουμε στην αποφράδα μέρα …

25/ 09/1995, ημέρα Δευτέρα

Εργάτες μίας εκ των ιδιωτικών θυγατρικών εταιρειών (Torside) οι οποίες δραστηριοποιούνται στο λιμάνι του Liverpool, διατάσσονται να δουλέψουν περισσότερες ώρες από το κανονικό τους ωράριο, χωρίς ωστόσο να λάβουν την προβλεπόμενη αποζημίωση. Αρνούνται διαμαρτυρόμενοι, και μέσα στην ίδια μέρα απολύονται και οι 80. Τρείς μέρες αργότερα, προβαίνουν σε πικετοφορία και αποκλεισμό του λιμανιού. Οι 329 εργαζόμενοι της κρατικής Mersey Docks and Harbour Company, αρνούνται να σπάσουν τον απεργιακό κλοιό των συναδέλφων τους και να συμμορφωθούν με τις υποδείξεις των εργοδοτών, αντιλαμβανόμενοι και συμπαραστέκονται στο δίκαιο των αιτημάτων τους. Απολύονται στο σύνολό τους. Μάλιστα, η εργοδοσία δε χάνει στη κυριολεξία ούτε μία μερα, αφού μέσα στις επόμενες 24 ώρες υπάρχουν αγγελίες για τις θέσεις εργασίας των απεργών σε τοπικά έντυπα.

Ο αγώνας των λιμενεργατών για δικαίωση ξεκινάει λοιπόν, ένας αγώνας ο οποίος θα διαρκέσει για περίπου δυόμιση χρόνια και θα πλαισιωθεί από κινήσεις αλληλεγγύης σε ολόκληρο τον κόσμο: λιμενεργάτες από άλλες χώρες, εργάτες διαφορετικών κλάδων, ποδοσφαιριστές εκατομμυρίων, τραγουδιστές και συγκροτήματα.
Η χρονική περίοδος κατά την οποία λαμβάνουν χώρα τα παραπάνω γεγονότα μόνο τυχαία δε μπορεί να θεωρηθεί. Αντιθέτως, ίσως εξηγεί και πολλά από αυτά.
 

 

This song was recorded for a compilation that was made to raise money
 for the striking Liverpool Dockers and their families.
 The strike was between 1995 to 1998.
(Το τραγούδι ηχογραφήθηκε για την οικονομική ενίσχυση 
των απεργών λιμενεργατών του Λίβερπουλ και των οικογενειών τους.
 Η απεργία διεξήχθη ανάμεσα στα 1995 και 1998).


1989. Έξι χρόνια πριν τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην απεργία διαρκείας των Βρετανών λιμενεργατών, η βρετανική κυβέρνηση, υπό την ηγεσία της Σιδηράς Κυρίας, Margaret Thatcher, προχωράει στη μερική ιδιωτικοποίηση του λιμανιού του Liverpool. Η συγκεκριμένη κίνηση εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και τη βάρβαρη φορολογική πολιτική η οποία σχεδιάστηκε το 1990, και ουσιαστικά αποτέλεσε τη σπίθα για την έκρηξη των ταραχών του Λονδίνου (γνωστές ως Poll Tax Riots – από τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν στην παραίτηση της Thatcher). Ήδη ως το 1991, ο αριθμός των απασχολούμενων στο λιμάνι έχει μειωθεί κατά πολύ μεγάλο ποσοστό, αφού από τους 1100 εργαζόμενους πριν την ιδιωτικοποίηση, μόνο οι 500 παραμένουν στη θέση τους. Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας αντικαθίστανται από προσωπικές, η μόνιμη εργασία παραχωρεί τη θέση της στην εκ περιτροπής, τα συνδικάτα των εργαζομένων δεν αναγνωρίζονται από κράτος και ιδιώτες. Θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα, όπως ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ασφάλιση, δικαίωμα για κανονικές άδειες με αποδοχές, καταργούνται.

Έτσι, γίνεται προσπάθεια αφενός για μεγιστοποίηση των κερδών του κεφαλαίου, αφετέρου (ή παράλληλα) για αποδυνάμωση του εργατικού κινήματος.

Και η ομάδα της πόλης; Ο σύλλογος  Liverpool FC ποια θέση παίρνει απέναντι στην απεργία των λιμενεργατών;

Αν θέλουμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα οφείλουμε να κάνουμε αναφορά σε ένα όνομα:
Ρόμπι Φάουλερ

O Φάουλερ γεννήθηκε στο Τόξτεθ του Λίβερπουλ το 1975 και βίωσε στην τρυφερή ηλικία των 6 ετών (ευτυχώς ως θεατής) - ενώ είχε αρχίσει να ασχολείται με το ποδόσφαιρο και να δηλώνει φίλος της Έβερτον - μια από τις μεγαλύτερες ταραχές που έζησε αυτή η πόλη. Ήταν 3 Ιουλίου του ’81 όταν η αστυνομία του Λίβερπουλ συνέλαβε τον μαύρο Λιρόι Αλφόνς Κούπερ χρησιμοποιώντας υπερβολική βία (τι περίεργο!) και - ουσιαστικά - βάζοντας το μπαρούτι στην έτοιμη από καιρό να εκραγεί κοινωνία των μαύρων της περιοχής. Απλά να αναφέρω, για όσους δεν το γνωρίζουν, πως εκείνη την περίοδο υπήρχε τεράστιο πρόβλημα στην Αγγλία με τους μαύρους (και στο Λίβερπουλ φυσικά). Ο μικρός Ρόμπι όπως ήταν φυσικό, μεγαλώνοντας σε μια οικογένεια που ανήκε στην εργατική τάξη δεν μπορούσε να μην μάθει να εναντιώνεται σε κάθε μορφής κοινωνική αδικία. Μιλάμε άλλωστε για τα εκρηκτικά 80s της Μάργκαρετ Θάτσερ που έφεραν τεράστιες αλλαγές στον κοινωνικοπολιτικό χάρτη (και) της Βρετανίας. Ο Φάουλερ όσο τα χρόνια περνούσαν άρχισε να αφήνει τους “πλούσιους” της - τότε - Έβερτον και να γίνεται ένα με τους “κόκκινους” της εργατικής τάξης της Λίβερπουλ. 

Ο Φάουλερ έγινε παίκτης της Λίβερπουλ το 1993.

Ο Φάουλερ είχε ήδη γίνει ο βασικός επιθετικός της Λίβερπουλ. Ήταν μέλος της εθνικής Αγγλίας και - εννοείται - έβγαζε ένα κάρο χρήματα μιας και ήταν το νέο “παιδί-θαύμα” των Άγγλων πριν τον Μπέκαμ και τον Μάικλ Όουεν. Ήταν η περίοδος που η αφίσα του (με ξανθό μαλλί παρακαλώ) κοσμούσε πολλά εφηβικά δωμάτια. Όχι μόνο φίλων της Λίβερπουλ. Ο Φάουλερ ήταν ένα είδωλο της ποπ κουλτούρας, από αυτά που οι Άγγλοι ξέρουν να φτιάχνουν μοναδικά. Ολόκληρος ο κόσμος έδειχνε να του ανήκει.

Ο Fowler ήταν γέννημα θρέμμα τόσο της πόλης όσο και της ομάδας και είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το Κop (η φανατική εξέδρα των οπαδών) τον προσφωνεί, ακόμα και σήμερα, ως God.

Στις 20 Μαρτίου του 1997, όταν η Λίβερπουλ αντιμετώπισε την Νορβηγική Μπρανν για τα προημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων (επικρατώντας  με 3-0), έγινε αυτό που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή και - εννοείται - την καριέρα του νεαρού επιθετικού της Λίβερπουλ. Το πρώτο παιχνίδι (στη Νορβηγία) είχε λήξει με 1-1 με τον Φάουλερ να σκοράρει ένα από τα πιο όμορφα γκολ της καριέρας του, δίνοντας στη ρεβάνς χαρακτήρα τυπικό.

Στο παιχνίδι του Άνφιλντ ο Φάουλερ θα σκοράρει για το 3-0 στο 77′ και θα μπει για πάντα στις καρδιές όλων των πραγματικών φίλων της ομάδας. Όχι όμως για το γκολ. Η πρόκριση άλλωστε είχε από ώρα κριθεί και στο Άνφιλντ γνωρίζουν πολύ καλά να σέβονται τον αντίπαλο. Όποιος κι αν είναι αυτός. Ο Φάουλερ θα σηκώσει την φανέλα της Λίβερπουλ και θα πανηγυρίσει δείχνοντας στις κάμερες το κατακόκκινο μπλουζάκι που φορούσε κάτω από αυτή, σοκάροντας (;) την “ηθική” UEFA που δεν γουστάρει ιδιαίτερα πολιτικά και αιχμηρά μηνύματα. Στο μπλουζάκι αναγράφονταν επί λέξη “500 λιμενεργάτες του Λίβερπουλ έχουν απολυθεί από το 1995” και ήταν γραμμένο - διόλου τυχαία - πάνω στο διάσημο λογότυπο της φίρμας Calvin Klein. DoCKer είναι ο λιμενεργάτης εις την αγγλική για όσους δεν το γνωρίζουν. 
Το λογότυπο ήταν όντως “σοκαριστικό”, έτσι συμβαίνει συνήθως με την αλήθεια, για όλους αυτούς τους υποκριτές που γουστάρουν να έχουν πελάτη τον φτωχό εργάτη αλλά δεν θα νοιαστούν για τον αγώνα και για τις όποιες θυσίες έκανε ή κάνει αυτός για να βρει το “μαγικό” χαρτάκι και την ρέπλικα της ομάδας του.


Με αυτή του την κίνηση ο Φάουλερ έβαζε πλάτη στους λιμενεργάτες του Λίβερπουλ και έδειχνε σε ολόκληρη την Ευρώπη (και τον κόσμο) αυτό που πραγματικά συνέβαινε εκείνο το διάστημα στο διάσημο λιμάνι της πόλης του και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι καθημερινοί άνθρωποι του μόχθου και του μεροκάματου. Εκτός από επικοινωνιακά, στήριζε και οικονομικά - μαζί με τον Στιβ ΜακΜάναμαν - τους εργάτες της περιοχής. Στο ίδιο παιχνίδι της Liverpool κόντρα στην Brann Bergen, ένας ακόμη ποδοσφαιριστής των Κόκκινων, και στενός φίλος του Robbie, φορούσε την ίδια μπλουζα την οποία επέδειξε ο σκόρερ για να πανηγυρίσει το γκολ του. Πρόκειται για έναν έτερο Άγγλο και γέννημα θρέμμα επίσης της περιοχής, τον Steve McManaman.
  
Από το 1995 και τις μαζικές απολύσεις της εταιρείας Torside μέχρι το 1997 είχαν συμβεί ένα σωρό “περίεργα” περιστατικά με αρνητικούς αποδέκτες - ποιους άλλους; - τους εργάτες και τις οικογένειές τους. Το εργατικό κίνημα σήκωσε το ανάστημά του, βρήκε βοήθεια και από εργατικά κινήματα άλλων χωρών και τελικά κέρδισε την μάχη και αυτά που του αναλογούσαν. Εννοείται πως για να αλλάξουν όλα αυτά η κίνηση του ποδοσφαιριστή δεν ήταν κάτι το σημαντικό, ήταν όμως η καλύτερη διαφήμιση  και έδειξε πως ακόμα και πίσω από τα φώτα του ποδοσφαίρου, των τεράστιων ποσών, των όμορφων σταρλετίτσων που λειτουργούν ως “ουρές” και “βιτρίνες” για ένα σωρό παίκτες και δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο των χαρτογιακάδων, υπάρχουν ακόμα ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται ουσιαστικά για κάτι, τσαλακώνοντας την αστραφτερή τους εικόνα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ρόμπι Φάουλερ και ένας δεύτερος ήταν ο Στιβ ΜακΜάναμαν! Για την ιστορία η UEFA είχε τιμωρήσει τον Φάουλερ με πρόστιμο που είχε αγγίξει τα 2.000 ελβετικά φράγκα.

1990: Η πτώση της Θάτσερ
 
Όμως στα 1990 η κυβέρνηση της Θάτσερ «πέφτει». Ήταν η στιγμή που η τελευταία αποφάσισε να επιβάλλει ένα νέο φόρο στα νοικοκυριά, ο οποίος έμεινε με το όνομα polltax.
Πρακτικά το ποσό που αναλογούσε σε κάθε οικογένεια πρόκυπτε από το πόσα άτομα έμεναν σε ένα σπίτι, χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν το εισόδημά τους!

Σχεδόν αμέσως προέκυψε ένα κίνημα πολιτών που αρνήθηκαν συντεταγμένα να πληρώσουν. Ξεκίνησε από τη Σκωτία και επεκτάθηκε σε όλη τη χώρα, με αποτέλεσμα τη δεύτερη χρονιά εφαρμογής του νόμου να μην πληρώσει περίπου το 30% των φορολογούμενων (διευκρινίζεται πως η άρνηση αφορούσε ΜΟΝΟ τον polltax – ή communitycharge επίσημα).

Η αντίδραση της Θάτσερ ήταν τυπική. Απειλές, διαστρέβλωση, επιλεκτικές δίκες και καταδίκες…και απόπειρα καταστολής του κινήματος όπου έβγαινε στο δρόμο. Αποκορύφωμα του κινήματος η τεράστια πορεία του της 31ης Μαρτίου του 1990, όταν πάνω από 300.000 άνθρωποι συγκρούστηκαν στο Λονδίνο με την αστυνομία, η οποία και έχασε τον έλεγχο της πόλης. Μετά τα επεισόδια οι εργατικοί και η πιο επίσημη αριστερά (δηλαδή το militant) καταδίκασαν τα επεισόδια (ο “εργατικός” Κίνοκ είπε πως τα έκαναν αναρχικοί χούλιγκαν). Το κίνημα όμως απλώς διογκωνόταν μέρα με τη μέρα,οπότε κάποια στιγμή οι κατά τόπους αστυνομίες και δικαστικές αρχές να δηλώσουν ότι δεν πρόκειται να συνεχίσουν να καλούν σε δίκη άλλους πολίτες, μιας και τα δικαστήρια και η αστυνομία είχαν κατακλυστεί.

Η αποτυχία του polltax έριξε τελικά τη Θάτσερ. Με τη λαϊκή αγανάκτηση (ακόμη και μεταξύ των ψηφοφόρων της) να βαράει κόκκινα και το νόμο ουσιαστικά να έχει γίνει κωλόπανο, οι εσωκομματικοί της αντίπαλοι της έχωσαν μια καλή τρικλοποδιά και την ανάγκασαν σε παραίτηση. Και παρόλο που οι τόρυδες ξαναπήραν την εξουσία στις επόμενες εκλογές, το πρώτο πράγμα που έκανε ο Μαίητζορ (ο νέος αρχηγός των τόρυδων) ήταν να αποσύρει τον polltax.

1997: Which side are you on? (με ποια πλευρά είσαι;)

Το Μάϊο του 97 το Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας, με ηγέτη τον Tony Blair, κερδίζει τις εκλογές και αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας μετά από 18 ολόκληρα χρόνια υπεροχής των Συντηρητικών.

Οι απεργιακές κινητοποιήσεις στο λιμάνι βρίσκονται σε εξέλιξη, πλησιάζοντας τα 2 χρόνια. Οι απεργοί λιμενεργάτες αναμένουν στήριξη από τη νεοεκλεγείσα κυβέρνηση των Εργατικών. Παρόλα αυτά η αναμονή αποδεικνύεται μάταια. Η κυβέρνηση στο πλαίσιο της υιοθέτησης μιας περισσότερο φιλελεύθερης πολιτικής ατζέντας, συνεχίζοντας ουσιαστικά το έργο της απερχόμενης κυβέρνησης των Συντηρητικών, αποφασίζει να μείνει απαθής απέναντι στα αιτήματα των απεργών, αν και αποτελεί τον βασικό μέτοχο της Mersey Docks and Harbour Company (η εμπλεκόμενη στις απολύσεις εταιρεία), γεγονός που θα νομιμοποιούσε την κρατική παρέμβαση.

Παρά τη διεθνή υπόστηριξη της απεργίας από διάφορους φορείς, οι λιμενεργάτες έτυχαν μικρής εώς μηδαμινής υποστήριξης από τα ίδια τους τα συνδικάτα. Όπως σημειώνει ο δημοσιογράφος David Bacon σε συνέντευξή του με τον Mike Carden (απολυμένος εργάτης – μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου Transport and General Workers Union), «Η απεργία έχει ερμηνευτεί διεθνώς ως η τελευταία πράξη των Βρετανών λιμενεργατών εναντίον της ιδιωτικοποίησης του λιμανιού του Liverpool, αλλά και γενικότερα των προσπαθειών της Βρετανικής κυβέρνησης να ολοκληρώσει την ιδιωτικοποίηση των λιμανιών και της βιομηχανίας. Με άλλα λόγια είχε συμβολική σημασία.» Στα μάτια του Mike Carden, η ηγεσία των συνδικάτων δε φαίνεται να ενδιαφέρεται τόσο για την υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης, όσο για αυτών του κεφαλαίου.

Όμως, η κινητοποίηση των λιμενεργατών έχει κυρηχθεί ως παράνομη. Ως απότελεσμα τα συνδικάτα αποφασίζουν να κρατήσουν ουσιαστικά ουδέτερη στάση στο ζήτημα, αρνούμενα να προσφέρουν στήριξη στις απεργιακές κινητοποιήσεις. Στη πραγματικότητα, ακολουθούν την πολιτική της κυβέρνησης και δεν ασκούν καμία πίεση στους Εργατικούς.

Η κατάληξη…

Το Φλεβάρη του 98 τελικά οι λιμενεργάτες αποφασίζουν τη διακοπή της απεργίας και την αποδοχή των προτάσεων της εργοδοσίας. Η συμφωνία επέτρεψε σε λίγους απεργούς να επιστρέψουν στην εργασία τους, με τη πλειοψηφία των απεργών να λαμβάνει μερική αποζημίωση για τα χρόνια της απεργίας. Η συμφωνία ψηφίστηκε με αναλογία 4 προς 1.

Η συγκεκριμένη συμφωνία ίσως να μοιάζει, και τελικά ίσως και να είναι μία ήττα για το εργατικό κίνημα τόσο της περιοχής, αλλά και παγκοσμίως, αν αναλογιστεί κανείς τις διαστάσεις που έλαβε το ζήτημα.

Αλλά όπως καταλήγει και η ανακοίνωση των απεργών μετά την απόφαση για λήξη των κινητοποιήσεων…
Who is it speaks of defeat? I tell you a cause like ours is greater than defeat can know. It is the power of powers.” (James Larkin). («Ποιος μιλά για ήττα; Μια αφορμή σαν την δική μας είναι μεγαλύτερη από την ήττα που γνωρίζουμε. Είναι η ισχύς των ισχυρών»)


Αυτή η πόλη που ο Σάνκλι ξαναζει!
 


«Ήμουν κοντά στην Manchester United εκείνη την εποχή αλλά το συζήτησα με την Ulla και τότε πήρα την κάθετη απάντηση: «Όχι, Jurgen κάτι τέτοιο όχι απλώς δεν είναι ορθό αλλά θα ήταν και ολέθριο! Προς το Mersey στρέψε το βλέμμα σου!». Και όταν, λίγες μέρες αργότερα, φτάναμε στο Λίβερπουλ, μόλις σχεδόν πατήσαμε στα όρια της πόλης, μου είπε «Λοιπόν, υπάρχει κάτι περίεργο εδώ, μην γελάσεις! Είναι σαν να είσαι προορισμένος για αυτήν την πόλη!» είπε ο Κλοπ.
Και συνέχισε: «Η ιστορία της Λίβερπουλ, ως ομάδα της εργατικής τάξης, των συνδικάτων και του αντι-τρομοκρατικού συναισθήματος κατά πολιτικών προσώπων όπως η Μάργκαρετ Θάτσερ, σε κάνει να μην μπορείς να τη διαχωρίσεις από την πολιτική. Είμαι αριστερός βέβαια. Πιστεύω στο κράτος πρόνοιας και δεν είμαι ιδιωτικά ασφαλισμένος. Ποτέ δεν θα ψηφίσω ένα κόμμα, επειδή υποσχέθηκε να μειώσει τον υψηλό φορολογικό συντελεστή. Αν υπάρχει κάτι που δεν θα κάνω ποτέ στη ζωή μου, είναι να ψηφίσω δεξιά. Αν πηγαίνω εγώ καλά, θέλω να πηγαίνουν και οι άλλοι καλά».

Ο Κλοπ το ήξερε, ή καλύτερα το ένιωθε εντός του. Το ασυνείδητο του τον «υποχρέωσε» να πάει στην Λίβερπουλ. Διχασμένο το υποκείμενο «Κλοπ» έπρεπε να επιλέξει: Μάντσεστερ ή Λίβερπουλ; H Ulla  λειτούργησε ως η φωνή του ασυνειδήτου του και το υποκείμενο «Κλοπ» προχώρησε ως άλλος Καίσαρας σε μια πράξη που από ψυχαναλυτική σκοπιά συνιστά πραγματική πράξη και όχι διάπραξη, όχι μια κίνηση, μια απλή δράση. Μια πραγματική πράξη που αναγέννησε το υποκείμενο αφού πρώτα «σκότωσε» το υποκείμενο που ήταν: «Πάσχω από αυτό το σύνδρομο βοήθειας. Νοιάζομαι πραγματικά για τους ανθρώπους και αισθάνομαι υπεύθυνος σχεδόν για τα πάντα» είχε δηλώσει στον Guardian πριν από περίπου έναν χρόνο, η πολιτική του σκέψη είχε αναδειχθεί μέσω μιας συζήτησης για τα εφηβικά του χρόνια και την επιθυμία του να γίνει γιατρός.

Αλληλεγγύη, είναι το σημαίνον, η λέξη που κινητοποιεί τον Κλόππο. Όπως το 2013, όταν ήταν ακόμα στην Ντόρτμουντ και προσεγγίστηκε από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ για να αναλάβει στη μετά-Φέργκιουσον εποχή, αλλά αρνήθηκε καν να μπει σε κουβέντα, αφού δεν ήθελε να αφήσει τους Βεστφαλούς στη μέση της χρονιάς και ενώ είχε ήδη ξεκινήσει τον σχεδιασμό για την επόμενη. «Για μένα δεν λειτουργεί έτσι, όχι στη ζωή μου».

Και είναι πάντα εκεί. Στο πλευρό του Στέρλινγκ για τις ρατσιστικές επιθέσεις, στον Κόουλμαν της συμπολίτισσας Έβερτον για την δωρεά του σε τραυματία οπαδό, στις κοινωνικές δράσεις της ομάδας, σε αγώνες για καλούς σκοπούς. Με χαμόγελο και μάτια που λαμπυρίζουν από το πάθος. Kαι φυσικά στην ίδια του την ομάδα, την οποία χτίζει πάνω στις παραδοσιακές αξίες της Λίβερπουλ. Με μαχητές, όπως ο Ρόμπερτσον, παιδιά από την ακαδημία, όπως ο Αλεξάντερ-Άρνολντ, ποδοσφαιριστές που αμφισβητήθηκαν, όπως ο Σαλάχ. Με ακριβές μεταγραφές, σίγουρα, αλλά και δίνοντας την ευκαιρία σε παίκτες που πήγαν στο Άνφιλντ χωρίς φανφάρες. Ο Κλοπ έχει επενδύσει σε όλες εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες που παίζουν τον δικό τους ρόλο στην εξέλιξη μιας ομάδας και έχει φροντίσει οι σχέσεις στα αποδυτήρια να διέπονται από το δικό του μαχητικό και συλλογικό πνεύμα.

Μια από τις ιστορίες που δεν έγιναν viral από το βιβλίο του Χόνιγκσταϊν, γιατί την τελευταία στιγμή έμεινε εκτός ύλης, προερχόταν από ένα διευθυντικό στέλεχος μεγάλη γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας. Κάποτε, όπως είπε, ο Κλοπ κλήθηκε να μιλήσει σε περίπου 10.000 εργάτες της. Στο τέλος, το κοινό τραγουδούσε το όνομά του. «Κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους», όπως αναγράφεται και στο άγαλμα του Μπιλ Σάνκλι έξω από το Άνφιλντ...

Όπως ο ίδιος δήλωσε πρόσφατα: «Μπορεί να μην ξαναπροπονήσω μετά την Λιβερπουλ!»

Εν κατακλείδι

Λίβερπουλ σημαίνει αλληλεγγύη. Αλληλεγγύη σημαίνει Αριστερά. Αριστερά σημαίνει σοσιαλισμός. Σοσιαλισμός σημαίνει …stand by me αλλά από τον John Lenon!

Ακούστε το αντί επιλόγου. Από μένα … Καλησπέρα σας!