Η διαλεκτική είναι ένας τρόπος σκέψης που συστηματοποιήθηκε σε φιλοσοφική στάση και αναπτύχθηκε ήδη από την Αρχαιότητα. Η λέξη διαλεκτική προέρχεται από την ελληνική λέξη διαλέγομαι, που σημαίνει διεξάγω συζήτηση. Στην αρχαιότητα με τη διαλεκτική εννοούσαν την τέχνη να φτάνει κανείς στην αλήθεια μέσω της σύγκρουσης αντιθέτων απόψεων. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι ότι παρατηρεί και ερευνά τον κόσμο ως ενιαίο σύνολο που βρίσκεται σε διαρκή κίνηση και εξέλιξη. Μελετά δηλαδή τις αλληλεξαρτήσεις των φαινομένων και την ανάπτυξή τους στη φύση και στην κοινωνία. Η βασικότερη θέση της διαλεκτικής είναι ότι η κίνηση και η εξέλιξη δεν αποτελούν μια ευθύγραμμη πορεία, αλλά μια διαδικασία που συντελείται μέσω αντιθέσεων, ρήξεων, αλμάτων, οπισθοδρομήσεων, ριζοσπαστικών αλλαγών.
Η διαλεκτική αποτελεί την μέθοδο που διέπει την σκέψη και αντίληψη της Λακανικής Ψυχανάλυσης. Όλες οι έννοιες της Ψυχανάλυσης προσεγγίζονται με βάση τους νόμους της διαλεκτικής.
Ο διαλεκτικός τρόπος σκέψης συνδέθηκε και με τις δύο κατευθύνσεις της φιλοσοφικής παράδοσης: τον ιδεαλισμό και τον υλισμό. Στην πρώτη περίπτωση, η διαλεκτική εκφράζεται ως εκδίπλωση και κίνηση του πνεύματος, της ιδέας, ενώ στη δεύτερη της ύλης. Και στις δύο περιπτώσεις διατηρείται ο χαρακτήρας της διαλεκτικής κίνησης, αναγνωρίζεται η αλληλεξάρτηση των φαινομένων και αναζητούνται οι μεταξύ τους σχέσεις και οι νόμοι που τις διέπουν. Σε κάθε περίπτωση, η διαλεκτική θεωρείται γενική θεωρία της εξέλιξης.
Η υλιστική διαλεκτική προσδιορίζεται από τους εκφραστές της ως η επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης και της εξέλιξης της φύσης, της ανθρώπινης κοινωνίας και της νόησης. Εξετάζει δηλαδή τις γενικές αλληλουχίες και νομοτέλειες κάθε εξέλιξης στη φύση, στην κοινωνία και στη σκέψη, βασιζόμενη στις γνώσεις και στα πορίσματα των επιμέρους επιστημών και αποτελώντας γενίκευση τους. Θεωρεί την εξέλιξη ως αυτοκίνηση της ύλης, της οποίας η πηγή και η κινητήρια δύναμη βρίσκονται στην ίδια την ύλη, στις εσωτερικές της αντιθέσεις.
Οι γενικοί νόμοι κίνησης και εξέλιξης του κόσμου που αναγνωρίζει η διαλεκτική είναι οι εξής:
- ο νόμος της ενότητας και της πάλης των αντιθέτων
Ο νόμος βασίζεται στην αποδοχή ότι η γενική κίνηση της φύσης και της κοινωνίας καθορίζεται από τη συνύπαρξη και ταυτόχρονα τη διαπάλη διαφορετικών στοιχείων που βρίσκονται στο εσωτερικό των φυσικών και των κοινωνικών φαινομένων. Μια χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο τρόπος που παρουσιάζεται η ανθρώπινη κοινωνία στα διάφορα στάδια της εξέλιξής της.
Στην κλασική αρχαιότητα, για παράδειγμα, η κοινωνική εξέλιξη καθορίζεται έχοντας ως βασική αντίθεση εκείνη μεταξύ δουλοκτητών και δούλων, ενώ στην αστική κοινωνία η βασική αντίθεση αναπτύσσεται μεταξύ καπιταλιστών και εργατών. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αντίθεση προϋποθέτει την αναγκαία ενότητα των αντιτιθέμενων μερών. Δηλαδή η ύπαρξη του ενός απαιτεί αναγκαστικά την ύπαρξη του άλλου και αντιστρόφως. Δεν μπορούν, ας πούμε, να υπάρξουν καπιταλιστές δίχως εργάτες ούτε εργάτες δίχως καπιταλιστές.
Στην ψυχανάλυση η εφαρμογή αυτού του νόμου σχετίζεται, για παράδειγμα, με τους δύο βασικούς υποκειμενικούς φραγμούς οι οποίοι «βρίσκονται» στα σύνορα τόσο μεταξύ Πραγματικού και Φαντασιακού όσο και στα σύνορα μεταξύ Πραγματικού και Συμβολικού. Ο πρώτος είναι ο φραγμός του «ωραίου»: «Δεν είναι ωραίο αυτό που κάνεις!». Ο φραγμός αυτός αναπτύσσεται ανάμεσα στο Πραγματικό και στο Φαντασιακό και εμποδίζει την απόλαυση να διεισδύσει στο υποκείμενο. Ο δεύτερος είναι ο φραγμός του «σωστού»: «Δεν είναι σωστό αυτό που κάνεις!». Ο φραγμός αυτός αναπτύσσεται ανάμεσα στο Πραγματικό και το Συμβολικό και προφυλάσσει το υποκείμενο από την απόλαυση του Πράγματος. Η αντίθεση έγκειται ότι από την μεριά της η απόλαυση «οφείλει» να διεμβολίσει και τους δύο αυτούς φραγμούς για να διεισδύσει στην υποκειμενικότητα – έτσι, οι δύο φραγμοί αποτελούν το «αρνητικό εμπόδιο» που πρέπει να υπερβεί το Πραγματικό – ενώ από την άλλη οι δυο φραγμοί αποτελούν το «θετικό εμπόδιο» που ορθώνει το υποκείμενο έναντι της απόλαυσης αμυνόμενο της επιθετικότητας της τελευταίας.
- ο νόμος της μετατροπής των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές
Ο δεύτερος νόμος αναφέρεται στην αλληλεξάρτηση της ποιότητας (της ορισμένης ιδιοσυστασίας ενός αντικειμένου) και της ποσότητας (του βαθμού ανάπτυξής του). Οι αλλαγές ποσοτικού χαρακτήρα που λαμβάνουν χώρα στη φύση και στην κοινωνία σημειώνονται μέσα στα όρια μιας δεδομένης ποιότητας. Σ' ένα ορισμένο σημείο, όμως, οι συνεχείς ποσοτικές αλλαγές οδηγούν στο ξαφνικό πέρασμα σε μια νέα ποιότητα. Διακόπτεται, δηλαδή, η ομαλή πορεία της εξέλιξης και επισυμβαίνει μια αλματώδης αλλαγή. Έτσι, για παράδειγμα, εξηγείται το φαινόμενο των κοινωνικών επαναστάσεων.
Στην ψυχανάλυση ο νόμος σχετίζεται, για παράδειγμα, με την διαδικασία της βαθμιαίας μετουσίωσης. Έτσι, ενώ εν αρχή υπάρχει ο φθόνος, μέσω της διαδικασίας του ευνουχισμού «πετυχαίνεται» από το υποκείμενο η μετατροπή του «φθόνου» σε «θαυμασμό» αλλάζοντας έτσι την συμπεριφορά του υποκειμένου σε μια διαφορετική ποιότητα από αυτή στη οποία βρίσκονταν υπό το καθεστώς του φθόνου. Δηλαδή, όπως ακριβώς συμβαίνει με την ποιότητα του νερού το οποίο είναι σε υγρή ποιότητα όσο βρίσκεται κάτω από το σημείο βρασμού του ενώ όσο βαθμιαία «ανεβαίνει» η θερμοκρασία τόσο τείνει να μετατραπεί σε υδρατμούς αλλάζοντας έτσι την ποιότητα ύπαρξης τους από υγρή σε αέρια, έτσι συμβαίνει και με την διαδικασία της μετουσίωσης.
- ο νόμος της άρνησης της άρνησης.
Ο τρίτος νόμος καλύπτει τη διαδικασία της διαλεκτικής άρνησης. Κατά τη διαδικασία της εξέλιξης, δηλαδή, η ποιότητα που υπήρχε μέχρι τότε αναιρείται, ξεπερνιέται και εμφανίζεται μια νέα ποιότητα. Η παλιά ποιότητα, όμως, δεν καταστρέφεται. Τα θετικά, τα γόνιμα στοιχεία της διατηρούνται στη νέα ποιότητα, σ' ένα νέο επίπεδο εξέλιξης. Για παράδειγμα, κατά τη διαδικασία της κοινωνικής εξέλιξης, διάφορες μορφές του πολιτισμού, θεσμοί, επιστημονικές κατακτήσεις, στοιχεία της κοινωνικής ζωής διατηρούνται και συχνά ολοκληρώνονται, ως προς τις ουσιαστικές τους πλευρές, σε επόμενες βαθμίδες της κοινωνικής ζωής.
Στην Ψυχανάλυση κλασσική εφαρμογή βρίσκει ο συγκεκριμένος νόμος στην σχέση ασυνειδήτου και συνείδησης. Όλο το καθεστώς που υπήρχε στην ψυχή του υποκειμένου προ του ευνουχισμού του διατηρείται υπό την μορφή ασυνειδήτου και μετά τον ευνουχισμό του. Το εν λόγω καθεστώς μάλιστα, συνθέτει την «αλήθεια» του υποκειμένου, τον λόγο του Κυρίου. Όλα τα χαρακτηριστικά του ασυνειδήτου το οποίο διαμορφώνεται με την ενεργοποίηση της απώθησης διατηρούνται στην διαδικασία της υποκειμενικής εξέλιξης και χαρακτηρίζουν τις πράξεις της «εκλογικευμένης συνείδησης».
Αυτοί είναι οι θεμελιώδεις νόμοι που «κυβερνούν» την διαλεκτική μέθοδο η οποία αποτελεί τον τρόπο διεξαγωγής της αναλυτικής διαδικασίας. Ειδικά ο πρώτος νόμος είναι εκείνος που βοηθά τον αναλυτή να προσεγγίσει το ασυνείδητο – δηλαδή την «αλήθεια» - του αναλυόμενου πέραν οποιασδήποτε εκλογίκευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου