Κυριακή 17 Ιουλίου 2022

Ο Ερωτόκριτος, ένα ποίημα απόλαυσης

 

«…Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ’ είδα ποτέ µου,

ένα κερί-ν αφτούµενον εκράτουν, κ’ ήσβησέ µου.

Kάλλιά’χω εσέ µε Θάνατον, παρ’ άλλη µε ζωή µου,

για σένα εγεννήθηκε στον Kόσµον το κορµί µου».

Από τον Σεφέρη έμαθα[1]ότι ο Ερωτόκριτος είναι ένα ποίημα των δέκα χιλιάδων πενήντα δύο στίχων! Πρόκειται για ένα πραγματικά μεγάλο ποίημα. Γράφει ο Σεφέρης για αυτό:

«Ο Ερωτόκριτος είναι ένα πολύ μακρύ ποίημα. Έχει δέκα χιλιάδες πενήντα δύο στίχους. Και όμως είναι ποίημα χωρίς ρητορεία.

Κάποτε, πραγματικά τραβάει του μάκρους. Αλλά το μάκρος δεν οφείλεται στην επισώρευση λέξεων ή φράσεων χωρίς περιεχόμενο, που είναι μονάχα θόρυβος, μήτε σε ρηματικές υπερβασίες του αντικειμένου που έχει να εκφράσει ο ποιητής. Οφείλεται στις επαναλήψεις που, καθώς νομίζω, αισθάνεται τον εαυτό του υποχρεωμένο να κάνει.

Λέω, αισθάνεται τον εαυτό του υποχρεωμένο να κάνει, γιατί έχω την εντύπωση ότι αυτές οι επαναλήψεις γίνουνται “κατ’ απαίτησιν του κοινού”. Είναι με κάποιο τρόπο “μπιζαρίσματα”. (…) Για τους πρώτους αναγνώστες, το διάβασμα ή το άκουσμα ενός ποιήματος σαν τον Ερωτόκριτο ήτανε μια γοητεία· και η γοητεία αρέσκεται στην επανάληψη· είναι η ίδια φύση με την μαγική επωδό. Μια γοητεία που έπρεπε να κρατήσει πολλές βραδιές, ίσως τις βραδιές ενός ολόκληρου χειμώνα.

Όταν τέλειωνε το ποίημα, το ξαναπαίρναν από την αρχή· στο τέλος το μάθαιναν απ’ έξω. Η επανάληψη, κοιταγμένη από αυτή την πλευρά, μοιάζει να είναι μέσα στη φύση των πραγμάτων. Ήτανε μέσα στην ψυχή του ακροατή ή του αναγνώστη, που την περίμεναν, προτού μιλήσει ο ποιητής. Και ο ποιητής την εποχή εκείνη δεν ήταν, όπως οι σημερινοί, χωρισμένος από το κοινό του, ήτανε σύμφωνος με τους άλλους ανθρώπους».

Τι υπέροχος, μα την αλήθεια, είναι ο Σεφέρης! Ένας ποιητής που η ψυχανάλυση του είναι απολύτως γνωστή, έχω την αίσθηση.

«Ιδρώνουμε» για να εξηγήσουμε τόσο στον εαυτό μας όσο και στους άλλους, το «γιατί» της επανάληψης στην καθημερινή ομιλία μας. Και έχεις τον Σεφέρη από την άλλη και με δύο λέξεις σου απαντάει στο αίνιγμα ης επανάληψης: «…το διάβασμα ή το άκουσμα ενός ποιήματος σαν τον Ερωτόκριτο ήτανε μια γοητεία· και η γοητεία αρέσκεται στην επανάληψη· είναι η ίδια φύση με την μαγική επωδό». Και λίγο πιο κάτω συμπληρώνοντας την απάντηση – εξήγηση του μας πληροφορεί ότι δεν έχει παραπέρα «γιατί»: «… Η επανάληψη, κοιταγμένη από αυτή την πλευρά, μοιάζει να είναι μέσα στη φύση των πραγμάτων. Ήτανε μέσα στην ψυχή του ακροατή ή του αναγνώστη, που την περίμεναν, προτού μιλήσει ο ποιητής».

Τι μας λέει ο μεγάλος ποιητής εδώ, φίλοι και φίλες; Μας λέει δύο πράγματα: πρώτον, ότι η επανάληψη είναι αποτέλεσμα της γοητείας του σημαίνοντος. Το σημαίνον διαγράφει το κενό που είναι μέσα μας. Το υποκειμενικό κενό είναι αφόρητο για όλους μας. Επιδιώκουμε να το γεμίσουμε. Με πολύ προσπάθεια μαθαίνουμε τα σημαίνοντα. Αρχίζουμε να μιλάμε. Τώρα το κενό «σβήνει» μέσα μας σιγά – σιγά. Γεμίζει με το σημαίνον που πλέον μας αντιπροσωπεύει. Το σημαίνον αντιπροσωπεύει το υποκείμενο, γράφει ο Λακάν. Αυτό το «σβήσιμο» του κενού εντός μας, που οφείλεται στο σημαίνον, προσδίδει στο τελευταίο την γοητεία την οποία διαπιστώνει ο ποιητής. Αυτή η ικανοποίηση μας, που οφείλεται στην γοητεία που ασκεί σε μας το σημαίνον, μας «επιβάλλει» την επανάληψη.

Αυτό είναι το πρώτο που μας λέει ο Σεφέρης. Το δεύτερο είναι ότι η επανάληψη είναι μέσα στην φύση μας! Βρίσκεται μέσα στην ψυχή μας! Δεν επιδέχεται παραπέρα εξήγησης και ερμηνείας. Δεν έχει γιατί. Δεν έχει παραπέρα εξήγηση. Δεν υπάρχει ερμηνεία. Στην ψυχανάλυση γνωρίζουμε ότι έχουμε να κάνουμε με την ενόρμηση όταν δεν υπάρχει πλέον τίποτε να εξηγήσουμε. Για αυτό και η ερμηνεία δίνεται πάντοτε από την οπτική της ενόρμησης. Οι αναλυτές μιλούν για ενορμήσεις, όταν η ερμηνεία είναι πλέον αδιανόητη. Όταν ο Σεφέρης λοιπόν, λέει ότι η επανάληψη είναι μέσα στην φύση μας υπονοεί ότι σχετίζεται με την ενόρμηση. Αυτό δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι η επανάληψη δεν σχετίζεται με την επιθυμία. Δεν επιθυμούμε την επανάληψη. Στην τελική ανάλυση, η επανάληψη είναι κουραστική, τουλάχιστον για τους ενήλικες. Δεν μας λείπει. Όμως προκύπτει ως κάτι αυτόματο. Τι μας συμβαίνει αλήθεια, και επαναλαμβανόμαστε;

Λοιπόν, υπάρχει ηδονή, όπως ανάφερα από το «γέμισμα»  του κενού με το σημαίνον. Η γοητεία του σημαίνοντος μας οδηγεί στην παραπέρα ηδονή από όσο αντέχουμε. Στην προσπάθεια μας να κατακτήσουμε μεγαλύτερη ηδονή επαναλαμβάνουμε το σημαίνον. Τώρα πλέον έχουμε υπερβεί το όριο της ηδονής. Τελικά, το αποτέλεσμα της υπέρβασης αυτής δεν είναι περισσότερη ηδονή αλλά πόνος, καθώς το υποκείμενο αντέχει μια συγκεκριμένη ποσότητα ηδονής. Όταν το όριο αυτό «σπάει», τότε η ηδονή γίνεται οδύνη. Αυτή η οδύνη είναι το όνομα της απόλαυσης. Γιατί λέμε όμως «απόλαυση»; Εδώ είναι το παράδοξο της απόλαυσης: εκφράζει την ικανοποίηση που λαμβάνει το υποκείμενο απ’ το σύμπτωμα του, την οδύνη που βιώνει απ’ την ίδια του την ικανοποίηση. Η αρχή της ηδονής λοιπόν επιχειρεί να συγκρατεί την διέγερση μας σε κατώτερο επίπεδο. Αντιθέτως, οι ενορμήσεις επιτρέπουν στο υποκείμενο να υπερβεί την αρχή της ηδονής ώστε να φτάσουν στην απόλαυση.

Η επανάληψη λοιπόν, είναι αυτόματο αποτέλεσμα της ενόρμησης και όχι της επιθυμίας. Μας οδηγεί στην απόλαυση και όχι στην ηδονή. Έτσι, με βάση αυτήν την απόλαυση, ο Ερωτόκριτος έφτασε τους δέκα χιλιάδες πενήντα δύο στίχους!  


[1] Βλ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΔΟΚΙΜΕΣ Α’ ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου