Δευτέρα 11 Ιουλίου 2022

Ειδοποίηση: «Εσείς που μπαίνετε εδώ αφήστε έξω κάθε ελπίδα»

 

Υπάρχουν συγγραφείς που στιγματίζουν μια περίοδο. Υπάρχουν και άλλοι που δημιουργούν μια ολόκληρη παράδοση. Εδώ, σήμερα, θα αναφερθώ σε έναν άλλο δημιουργό. Στον δημιουργό μιας ολόκληρης εποχής και μιας θεατρικής παράδοσης.

Ας τα πούμε όμως λίγο πιο καθαρά. Δημιουργός δεν είναι ο οποιοσδήποτε συγγραφέας ή καλλιτέχνης, όπως εσφαλμένα έχει καθιερωθεί στις μέρες μας. Δημιουργός, σύμφωνα με τη βαθιά αρχαιοελληνική σημασία του όρου, είναι αυτός που εργάζεται, που παράγει ένα σημαντικό έργο για τον δήμο και χάριν του δήμου. Αυτός που αφοσιώνεται σε μια κοινότητα ανθρώπων και δημιουργεί αντλώντας δυνάμεις από αυτήν την κοινότητα και επιστρέφοντας σε αυτήν ένα έργο που προάγει τον κοινό βίο.

Η ανακήρυξη του έτους 2022 σε Λογοτεχνικό Έτος Ιακώβου Καμπανέλλη είναι άλλη μια τιμή για τον άνθρωπο και καλλιτέχνη που τίμησε την χώρα του με το σπουδαίο έργο του. Αποτελεί μια ακόμα τιμή στον Δημιουργό – με την αρχαιοελληνική έννοια.

Μάλιστα φίλοι και φίλες, πρόκειται για τον Αξώτη (παράφραση του «Ναξιώτη») δημιουργό, προσωπικό φίλο και συμμαθητή του εφάμιλλου του Απεραθίτη (παράφραση του «Απειρανθίτη») Μανώλη Γλέζου. Τι γόνιμο νησί αυτό της Νάξου, αλήθεια!

Σας μιλώ σήμερα για τον γεννημένο στη Χώρα της Νάξου δραματουργό ο οποίος, παρά την χαρακτηριστική ακηδία (ναι, δεν γράφω «αηδία» αν και θα μπορούσε να ειπωθεί και έτσι η αδιαφορία, η απροθυμία και, για να το πω πιο ευγενικά, η ανορεξία) της ελληνικής πολιτείας σε ό,τι αφορά την προβολή νεοελληνικού θεάτρου στο εξωτερικό, τιμήθηκε στην Ρωσία, στις ΗΠΑ, στην Νορβηγία, στην Ισπανία και αλλού. Ο συγγραφέας 40 θεατρικών έργων, τραγουδιών, χορικών και ποιημάτων, κινηματογραφικών σεναρίων (όπως «ο Δράκος», «η Στέλλα», «το Κανόνι και τ’ αηδόνι ή «η Αρπαγή της Περσεφόνης»), είναι ο ακαδημαϊκός, ο επίτιμος διδάκτωρ των πανεπιστημίων Aθηνών, Θεσσαλονίκης και Kύπρου.

Ανάφερα πριν ότι ο Ιάκωβος Καμπανέλλης υπήρξε ο δημιουργός μιας ολόκληρης εποχής. Για να εξηγηθώ καλύτερα μαζί σας εννοώ ότι όταν μιλάμε για αυτόν, μιλάμε για τη μεταπολεμική και σύγχρονη ελληνική δραματουργία στο σύνολό της. Και όταν μελετούμε το σύγχρονο ελληνικό θέατρο, αναπόφευκτα περνούμε κάποια στιγμή από έναν δρόμο ή ένα μονοπάτι που άνοιξε τα τελευταία εξήντα και πλέον χρόνια αυτός ο σπουδαίος Έλληνας θεατρικός συγγραφέας.

Αλλά είναι δικαιολογημένο να απορεί ο αναγνώστης τούτης της ανάρτησης τι μύγα με τσίμπησε και έβαλα στο στόχαστρο μου σήμερα, 11 χρόνια μετά τον θάνατο του, τον μεγάλο δραματουργό. Λοιπόν, για αυτόν μου τον ενθουσιασμό «ευθύνεται» ένα έργο του που «ανακάλυψα» πρόσφατα. Ένα έργο δικό του, ίσως από τα λιγότερο γνωστά του, που τυχαία διάβασα. Σας μιλώ για τον «Κρυφό Ήλιο» του. Πρόκειται για ένα δημιούργημα του 1949. Είναι ένα μονόπρακτο με μονοτοπικό σκηνικό. Αφορά στο στρατόπεδο μεταγωγών στο Inzersdorf στην Αυστρία, όπου οι κρατούμενοι έμεναν συνήθως για ένα σύντομο σχετικά διάστημα, έως ότου μεταφερθούν σε κάποιο άλλο μεγαλύτερο στρατόπεδο ή εκτελεστούν επί τόπου. Ο Καμπανέλλης παρέμεινε φυλακισμένος στο στρατόπεδο αυτό, ύστερα από τη φυλάκισή του στη Βιέννη και στο Innsbruck, για τέσσερις μήνες. Σαν πρόσωπα όμως και κυρίως οι σχέσεις τους, καθώς και οι επιμέρους αναφορές, όπως η απόπειρα απόδρασης, το δήθεν νοσοκομείο, τα βασανιστήρια ή οι τεράστιες πέτρες που μεταφέρονταν από τους κρατούμενους, αφομοιώνουν πολλές μνήμες από τον εγκλεισμό του στο Μαουτχάουζεν. Είναι η ιστορία μιας ομάδας φυλακισμένων, ένας εκ των οποίων έχει προδώσει κάποιους που προσπάθησαν να αποδράσουν.

«Όπου υπάρχει η μνήμη, υπάρχει και το θέατρο» είχε γράψει κάπου ο Herbert Blau. Πράγματι σε αυτό το θεατρικό έργο βρίσκει μια εξαιρετική εφαρμογή η παραπάνω πρόταση. Κι όμως, θα ενέμενε κανείς ότι η φρίκη του Μαουτχάουζεν θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα προσπαθούσε κάποιος πάσχων να προσπεράσει στην μετέπειτα ζωή του. Όμως «Ο Κρυφός Ήλιος» μας δείχνει ότι σε κάθε ηγεμονία της βολικής λήθης, υπάρχει πάντα μια απρόβλεπτη χαραμάδα, απ’ όπου μπορεί να φωτίζει ακόμα η μνήμη.

Το έργο γράφεται στον ίδιο ισημερινό με το «Κεκλεισμένων των θυρών» (1944) του Σαρτ και την «Παρεξήγηση» (1943) του Καμύ, που απηχούν εδώ, όπως και οι «Δούλες» (1947).

Όσο όμως κι αν πατάει στην διεθνή κι ντόπια δραματουργία, ο «πατριάρχης του νεοελληνικού θεάτρου» έχει στιγμές υψηλής, αυθεντικής δραματικής έντασης σε αυτό το σκληρό πρωτόλειό του, που θα ικανοποιούσε από αισθητικής πλευράς και τον Αντονέν Αρτώ αλλά και τον Μαρκήσιο ντε Σαντ.

Όπως, άλλωστε, έχει δηλώσει κι ο ίδιος: «Το στρατόπεδο Mauthausen είναι η πνευματική μου καταγωγή». Το μήνυμα είναι αισιόδοξο: από την φρίκη μπορεί να ξεπηδήσει η ελπίδα.

Τόσο σκοτεινά τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής όταν πετάνε το σώμα, το ανθρώπινο πάσχον κορμί, στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας σπάνια έχω δει να περιγράφονται σε άλλο δημιούργημα. Από εκεί και μετά ο καθένας είναι μόνος με το ένστικτο της επιβίωσης και ότι έπεται από αυτό το καθεστώς[1]. Όσο κι αν θέλει να ωραιοποιήσει την τεχνητή, πλαστή ενότητα των παραδόπιστων εγκλείστων που δεν έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο, η αποκάλυψη του «προδότη» μέσα στον κάθε έναν από αυτούς δεν αφήνει περιθώρια για ουτοπικές υπεκφυγές κι επικλήσεις στην ανώτερη φύση του Ανθρώπου. Ο άνθρωπος γίνεται χειρότερος κι από ζώο όταν χάνει τον έλεγχο της ζωής του, δεν ελπίζει πια σε κανέναν «βίο» κι η πολιτεία του περιορίζεται στο να του εξασφαλίσει την «βιοτή[2]» της επιβίωσης. Και μόνον όποιος έχει προδώσει μπορεί να καταδυθεί στα βάθη εκείνα που ούτε οι εκπεσόντες από την πλευρά του θεού άγγελοι δεν επισκέπτονται δυο φορές. «Ο νοών νοείτω και ουαί των ανοήτων». Γιατί δεν μπορούμε να διαβάζουμε επιφανειακώς τα κείμενα.

Ήταν δεν ήταν 20 χρονών ο Καμπανέλλης όταν οδηγήθηκε στο ναζιστικό στρατόπεδο Μαουτχάουζεν το 1942. Δεν ήταν ούτε Εβραίος, ούτε αντιστασιακός, ούτε κομμουνιστής. Ήταν ένας νεαρός λάτρης της περιπέτειας, ένας ρομαντικός τυχοδιώκτης. Εν μέσω γερμανικής κατοχής έφυγε από την Ελλάδα με ένα φίλο του με τελικό προορισμό την Ελβετία. Στη Βιέννη προμηθεύτηκαν πλαστά διαβατήρια, συνελήφθησαν στο Innsbruck και ο Καμπανέλλης κατέληξε στο στρατόπεδο Μαουτχάουζεν όπου έζησε για 2,5 χρόνια τη φρίκη και την εγκληματική παράνοια. “Βρέθηκα στο Μαουτχάουζεν από μια νεανική επιπολαιότητα, σχεδόν εθελοντικώς… το να είσαι μελλοθάνατος δεν είναι λίγο… το στρατόπεδο συγκεντρώσεως ήταν ένα γερό μάθημα… το στρατόπεδο είναι η πνευματική μου καταγωγή”. Και πράγματι, η εμπειρία του στρατοπέδου ήταν καθοριστική για τη ζωή του και την επαγγελματική του πορεία. “Όταν μπήκα στο στρατόπεδο ήμουνα στην ηλικία που ανακαλύπτω τον κόσμο. Υπήρξε μεγάλο θεατρικό ερέθισμα για μένα αυτή η κοινή μοίρα των 35.000 ανθρώπων που ήμασταν στο κεντρικό στρατόπεδο Μαουτχάουζεν. Που με ένα χτύπημα καμπάνας πηγαίναμε να κοιμηθούμε όλοι μαζί, με ένα χτύπημα καμπάνας έπρεπε να ξυπνήσουμε, με ένα χτύπημα καμπάνας έπρεπε να παραταχθούμε, με ένα χτύπημα καμπάνας να πάμε για φαΐ, με ένα χτύπημα καμπάνας να πάμε για δουλειά και με ένα χτύπημα καμπάνας να ξαναγυρίσουμε μέσα. Μία ομαδική δηλαδή συμπεριφορά, μία κοινή μοίρα διασπασμένη σε τόσα ανθρώπινα πάθη όσοι ήταν οι άνθρωποι που ζούσαν αυτή τη ζωή. Νομίζω ότι το θέατρο στηρίζεται στην επιθυμία μου να μιλήσω σε πολύ κόσμο από κάποιο βήμα. Ο θεατρικός συγγραφέας μιλάει με λανθάνοντα πολιτικό τρόπο καλύτερα από ότι μιλάει ο πεζογράφος ή ο ποιητής. Ίσως αυτό ήταν το δικό μου κίνητρο: να μιλήσω στους πολλούς. Και αυτό νομίζω ότι θα πρέπει να διαμορφώθηκε μέσα στο στρατόπεδο. Η ομαδικότητα που υπήρχε εκεί καθόρισε οπωσδήποτε τον τρόπο που έγραψα”.

Η Συνείδηση, αυτό το σαράκι της ανθρώπινης ψυχής, αυτός ο ιός, ο μύκητας και το βακτηρίδιο, είναι πρωταγωνιστής στον «Κρυφό Ήλιο», ένα κατά βάσιν «αντρικό» έργο, χωρίς τη σκηνική παρουσία γυναικών. Στον κλειστοφοβικό μικρόκοσμο ενός κελιού σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, έξι κρατούμενοι άνδρες μετέχουν στο αστυνομικό θρίλερ της αναζήτησης του ενός ενόχου. Το προηγούμενο βράδυ έχουν αποδράσει τρεις συγκρατούμενοί τους, και οι εναπομείναντες γνωρίζουν την κρυψώνα των δραπετών. Οι δεσμοφύλακές τους, φυσικά το υποπτεύονται, και τους υποβάλλουν διαδοχικά σε βασανιστήρια για να την αποκαλύψουν. Ωστόσο, όταν όλοι έχουν επιστρέψει στο κελί, επισημαίνεται ότι κάποιοι από αυτούς δεν φέρουν σημάδια βασανισμού. Κάποιος λοιπόν πρόδωσε… Η προφανής αυτή διαπίστωση δρομολογεί ένα μαραθώνιο αλληλο-ενοχοποίησης, αντεγκλήσεων, αμοιβαίας σκληρότητας. Παράλληλα με το επιδέξια στημένο θρίλερ όπου συμμετέχει εναγώνια ο αναγνώστης, αναζητώντας νύξεις και στοιχεία πίσω από κάθε ατάκα, αρθρώνεται λέξη προς λέξη, βήμα προς βήμα ένα συναρπαστικό ανθρωπιστικό μανιφέστο. Η ενοχή του ενός υπονομεύεται από την κοινή συνενοχή της σταδιακής απώλειας της ανθρώπινης ιδιότητας, έγκλημα πολέμου που φαντάζει τρομακτικότερο από τη φυσική εξόντωση. Κι αυτή ακριβώς η επίγνωση φωτίζει αχνά, σαν κρυφός ήλιος το σκοτεινό κελί μαζί με το ξημέρωμα, σαν ελπίδα και σαν υπόσχεση: ο άνθρωπος διατηρεί την επιλογή να παραμείνει άνθρωπος, ακόμα και σε συνθήκες έσχατου σωματικού και ηθικού εξευτελισμού. Πρόκειται για τυπικά αντρικό έργο, όχι μόνο γιατί τα πρόσωπά του είναι αποκλειστικά άντρες, αλλά κυρίως γιατί προβάλλει κεφαλαιώδη ηθικά ζητήματα, όπως την τιμή, την αξιοπρέπεια, την τιμωρία, την εκδίκηση μέσα από την αντρική οπτική, την οποία βέβαια υπονομεύει ανελέητα! Παρόλα αυτά, η γυναικεία παρουσία υποφώσκει σταθερά μέσα από την οδυνηρή απουσία της, η γυναίκα υπάρχει ως ερωτικό όνειρο, ως ανάμνηση θάλπους και «Οίκου», ως σταθερό, γήινο σημείο αναφοράς μέσα σε ένα διαταραγμένο, αποσταθεροποιημένο κόσμο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο έργο μόνο οι – απούσες – γυναίκες έχουν όνομα. Οι έξι άντρες πρωταγωνιστές φέρουν - όχι τυχαία - παρατσούκλια. Το στρατόπεδο τους στέρησε τα ονόματα και κατ` επέκταση τα πρόσωπά τους, στο περίκλειστο σύμπαν του κελιού έχουν εκπέσει σε δισδιάστατες σκιές, που περιφέρονται όχι πια ως άνθρωποι, αλλά ως παρωδία ανθρώπων, ως «ιδιότητες». Η αναφορά όμως στις γυναίκες είναι ονομαστική, πρόκειται για τη Στάσα και την Ευθαλία, σύζυγο του «Φαγιά» και αγαπημένη του «Καλόγερου» αντίστοιχα. Οι γυναίκες αυτές ανατάσσονται καθαγιασμένες και εξιδανικευμένες, σαν μνήμη ενός παρελθόντος που οι δεσμώτες νοσταλγούν, μαζί και σαν προοπτική που τους δίνει δύναμη να ελπίζουν και να προσδοκούν.

Κοιτάξτε την επιρροή του συγγραφέα από την πραγματική του ζωή: «Τον καιρό εκείνο, κάθε Κυριακή που δε δουλεύαμε στέκαμε ώρες ολόκληρες και κοιτάζαμε τις γυναίκες που και κείνες βγαίναν απ’ τ’ αντίσκηνα και μας κοιτάζανε. Η απόσταση που μας χώριζε ήταν μεγάλη. Είναι ζήτημα αν θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε κι αν ακόμη φωνάζαμε. Κάτι τέτοιο φυσικά κανείς δεν ξεθάρρευε να το δοκιμάσει. Ούτε χρειαζόταν. Αυτό το σιωπηλό αλληλοκοίταγμα που περνούσε δυο φράχτες από συρματόπλεγμα δεν είχε ανάγκη από μιλιά. Ήταν οι ώρες του έρωτα στο Μαουτχάουζεν.

Όμως σκέψου… Αυτές οι γυναίκες κι αυτοί οι άντρες που αλληλοκοιτάζονταν σιωπηλά επί ώρες ατελείωτες ήταν ντυμένοι με τα ίδια ριγωτά, ξεθωριασμένα, χιλιοφορεμένα ρούχα του κάτεργου. Τα σώματά τους ήταν πετσί και κόκαλο, τα μαγουλά τους ρουφηγμένα και μαλλιαρά απ’ την αβιταμίνωση. Τα μαλλιά κουρεμένα με μια λουρίδα ξυρισμένη στη μέση, απ’ το κούτελο ως το σβέρκο. Μόνο τα μάτια ήταν πιο μεγάλα και πιο βαθιά από άλλοτε για να χωράει ο φόβος.

Το ηλεκτροφόρο με το ρεύμα υψηλής τάσης και το συρματόπλεγμα με τις σκοπιές δεν ήταν μια απλή τεχνική εγκατάσταση, ένας αδιάβατος φράχτης. Εδώ μια διαταγή όριζε να χωριστεί τελεσίδικα τ’ αρσενικό απ’ το θηλυκό. Μια διαταγή σε μέγεθος μοίρας. Μια διάσπαση του αιωνίου ζεύγους. Ένα παραφύση κόψιμο των από ουρανό και γη ταγμένων να “έσονται εις σάρκαν μίαν”».

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Μαουτχάουζεν».

Αγαπητοί φίλοι και φίλες αυτός είναι «ο Κρυφός Ήλιος» του μεγάλου θεατρικού δραματουργού. Πρόκειται για ένα έργο που με συγκλόνισε. Έφτασε στα χέρια μου απροσδόκητα και αναπάντεχα. Τόσο αναπάντεχα όπως «μπήκε» και στην ζωή του Καμπανέλλη το θέατρο. Και μπορεί η ιστορία του να μοιάζει βγαλμένη από μυθιστόρημα ωστόσο είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Περιμένοντας μια κοπέλα έξω από το θέατρο, όπου είχαν δώσει ραντεβού, και στην συνειδητοποίηση ότι αυτή η κοπέλα δεν πρόκειται να έρθει σύντομα, μπήκε στο φουαγιέ για να ζεσταθεί. Όταν κατάλαβε όμως πως η κοπέλα δεν πρόκειται να έρθει ποτέ, πήρε ένα εισιτήριο για την παράσταση «τα Καπνοτόπια», την παρακολούθησε και συγκλονίστηκε!

«Πως εγώ, που γύρισα από ένα εφιαλτικό σκηνικό, όπου κάθε μέρα ήμουνα μελλοθάνατος κι έβλεπα γύρω μου νεκρούς, μπόρεσα να συγκλονιστώ από ένα ψέμα, που είναι το θέατρο!».

Και  εδώ, λίγο πριν το τέλος, θέλω να σας θυμίσω:

...Η πύλη ανοίγει. Είναι δίφυλλη. Ως τρία μέτρα το κάθε φύλλο. Από πίσω δύο πύργοι με πολυβόλα. Στο κεφάλι της πύλης μια ειδοποίηση: «Εσείς που μπαίνετε αφήστε έξω κάθε ελπίδα»…


Στις  8 Αυγούστου 1938 άνοιξε τις πύλες του το ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν στην Αυστρία. Συνώνυμο του θανάτου και τόπος μαρτυρίου για περισσότερους από 200.000 κρατούμενους κομμουνιστές και Εβραίους από όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης. 122.797 από αυτούς, ανάμεσά τους και 3.700 Ελληνες, άφησαν την τελευταία τους πνοή στα κρεματόρια του Μαουτχάουζεν. Οι επιζήσαντες απελευθερώθηκαν στις 5 Μάη 1945.

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης ήταν κρατούμενος στο στρατόπεδο απ’ το καλοκαίρι του 1943 μέχρι το τέλος του πολέμου:

 «Στις 5 του Μάη, λίγο πριν απ' το μεσημέρι, ένα θεόρατο αμερικάνικο τανκ, καπνισμένο και σημαδεμένο απ' τον πόλεμο, γκρέμισε την πύλη του Μαουτχάουζεν και μπήκε στον περίβολο. Κι αυτό το θεόσταλτο άρμα της ελευθερίας ήταν, λέει, ένα από τα αμέτρητα και ακατανίκητα της ενδέκατης ταξιαρχίας αρμάτων της τρίτης αμερικανικής στρατιάς, που διοικούσε κάποιος σπουδαίος στρατηγός ονόματι Τζορτζ Πάττον!...Τι ωραία λόγια, τι ουράνιες ειδήσεις... Οι πολεμιστές μας κοίταζαν σαστισμένοι, περήφανοι, περίλυποι... Καλά που κάνανε και μείνανε εκεί ψηλά, στη ράχη του τανκ. Γλιτώσανε από τόσες μάχες. Απ' τη χαρά μας δεν θα γλιτώνανε. Ουρλιάζαμε, ξεσκίζαμε τα ρούχα μας, ταρακουνιόμαστε σαν δαιμονισμένοι. Στριμωχνόμαστε, ποδοπατιόμαστε, για να φτάσουμε κοντά στο τανκ. Πολλοί πέφτανε πάνω και φιλούσαν τα καπνισμένα σιδερικά και άλλοι χτυπούσαν πάνω τα κεφάλια τους και κλαίγανε».

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου «ΜΑΟΥΤΧΑΟΥΖΕΝ»).

Ας ευχηθούμε, αγαπημένοι μου φίλοι και φίλες, στο φετινό Λογοτεχνικό Έτος Ιακώβου Καμπανέλλη:

Ο Φασισμός δεν έρχεται από το μέλλον. 



[1] Βλ. «Το «καθεστώς επιβίωσης» και το «καθεστώς της επιθυμίας», https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2019/04/blog-post_29.html

 [2] Το ουσιαστικό βιοτή σημαίνει “βίος, τρόπος ζωής ǁ (συνεκδ.) οι ανάγκες της ζωής” και είναι αρχαία ελληνική λέξη η οποία γράφεται (κι ανέκαθεν γραφόταν) πάντα με όμικρον. Χρησιμοποιείται συχνά σε εκκλησιαστικά κείμενα — αλλά δυστυχώς ακόμη και σε τέτοια εξειδικευμένα, από ορολογικής άποψης, περιβάλλοντα (ορισμένα εκ των οποίων είναι και αυξημένου κύρους) θα δούμε συχνά το ανορθόγραφο βιωτή. Να επισημάνω εδώ ότι υπάρχει το επίθετο βιωτός, του οποίου το θηλυκό είναι όντως η βιωτή — ωστόσο εδώ η σημασία είναι “βιώσιμος, αυτός που μπορεί ή που αξίζει να βιωθεί” και η χρήση του είναι σπάνια· συνήθως το βρίσκουμε στη σύναψη «ου βιωτός» και ως β' συνθετικό (πέρα απ' το πολύ γνωστό αβίωτος) στα εξίσου σπάνια μισθοβίωτος & παρθενοβίωτος. Ο πληθυντικός του ουδετέρου χρησιμοποιείται ουσιαστικοποιημένος («τα βιωτά») για να αποδώσει τον όρο biota της Ταξινομίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου