Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Τα Χαμένα Καφενεία ή, αλλιώς, τα «τεμπελχανεία».

 

«Βρήκαμε την ευκαιρία σε ένα χώρο ουδέτερο, χωρίς καμία ατμόσφαιρα, να καθόμαστε και με την συζήτηση να δημιουργούμε ατμόσφαιρα»

Το καφενείο δεν είναι απλώς ένα μαγαζί που σερβίρει καφέδες, είναι φιλοσοφία και ταυτόχρονα κομμάτι της ελληνικής παράδοσης.

Υπήρξε τόπος συνάντησης και συσπείρωσης σε δύσκολες εποχές, λειτουργούσε ως εξομολογητήριο ή ψυχοθεραπεία, τότε που οι άνθρωποι ακόμα δεν ήξεραν το ντιβάνι του ψυχαναλυτή, κυρίως, όμως, ήταν είναι και θα είναι ένα δεύτερο σπίτι, έτοιμο να σε υποδεχτεί κάθε ώρα της μέρας.

Θυμάμαι ακόμα τα ιδιότυπα εκείνα κέντρα που οι ευρύχωρες αίθουσές τους ήταν, ταυτόχρονα, καφενεία, εστιατόρια, μπαρ, όπου σύχναζε η αφρόκρεμα αντάμα με τον λαουτζίκο. «Ξέρω. Λες για εκείνα τα… τεμπελχανεία!» είχε πει τότε περιφρονητικά ο καθηγητής μου των μαθηματικών κος Κάργας όταν του είχα αναφέρει τον θαυμασμό μου για αυτά. Άναψα τότε και κόρωσα, μέχρι που του έκοψα και την καλημέρα. Ήταν τεμπελχανείο λοιπόν ο ”Ζαχαράτος”, όπου γραφότανε καθημερινά η πολιτική ιστορία της Ελλάδος; Ή μπας και ήτανε τέτοιο το καφενείο του ”Γαμβέτα”, με ξεχωριστούς πελάτες τους βαρύθυμους σκακιστές, όπου μέσα στο ντουμάνι μελετούσαν με περίσκεψη τις κινήσεις τους, σχεδιάζοντας ταυτόχρονα στο μυαλό τους την ταξική επανάσταση που – περιέργως πως - τόσο αργούσε. Πιθανόν να θεωρούσε κανείς «τεμπελχανεία» τα καφενεία γύρω από το «Χημείο» στην οδό Σόλωνος, όπου πράγματι εκεί την άραζαν αιώνιοι φοιτητές και χαρτόπαιζαν μέχρι αργά το βράδυ. Διότι για εμάς όλους τους άλλους, ούτε το «Πικαντίλι», το «Πέτρογραντ», του «Φλόκα» ή το «Ρωσικόν», και τόσα άλλα πολυσύχναστα στέκια όπου χτυπούσε η καρδιά της πρωτεύουσας, ήταν κομμάτια της καθημερινότητάς μας.

Πως μπορώ να θεωρήσω «τεμπελχανείο» το πατάρι του Λουμίδη στο νούμερο 38 της οδού Σταδίου, δίπλα στην στοά Νικολούδη. Μιλώ για το πατάρι που συγκέντρωσε τον καλλιτεχνικό, τον λογοτεχνικό και τον δημοσιογραφικό κόσμο της Αθήνας, αφού βρισκόταν σε επίκαιρη θέση, κοντά σε γραφεία εφημερίδων, θέατρα και δίπλα ακριβώς στο «Βιβλιοπωλείον της Εστίας».  Στο πατάρι, τα τραπέζια ήταν διατεταγμένα σε σχήμα πι (στα αριστερά κάθονταν οι ηθοποιοί, οι δημοσιογράφοι και οι επιθεωρησιογράφοι, ενώ οι συγγραφείς μαζεύονταν στο βάθος). Τακτικοί θαμώνες ήταν οι Οδυσσέας Ελύτης, Νίκος Γκάτσος, Μάνος Χατζιδάκις, Μίλτος Σαχτούρης, Μιχάλης Κατσαρός, Μικης Θεοδωράκης, Γιάννης Τσαρούχης, Γιάννης Μόραλης,  Ανδρέας Εμπειρίκος, Ελένη  Βακαλό, Τάκης Σινόπουλος κ.α.

Είναι αυτός ο χώρος αγαπητοί φίλοι και φίλες που ενέπνευσε τον Γκάτσο να γράψει τον Κεμάλ.

Ο Κεμάλ! Αχ…ο Κεμάλ! Αν ποτέ κάποιος με ρωτούσε «Ποιο είναι το πρώτο τραγούδι που σου έδειξε τον κόσμο;» Θα απαντούσα «Ο Κεμάλ». «Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ» Μια συνοπτική φράση στο τέλος μιας ιστορίας, μια συνειδητοποίηση τόσο μεγάλη, μια αντίθεση «καληνύχτα» και «αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ», η τρυφερότητα ενός παιδιού που κοιμάται με τη βιαιότητα του κόσμου, ο εφησυχασμός με τη στασιμότητα. Όταν φέρνω κατά νου το τραγούδι, πάντα σε αυτή τη φράση υπάρχει μια μελαγχολία· πάντα στο τέλος ο ήρωας δεν τα καταφέρνει; Εδώ υπάρχει  παύση, μια σιωπή, μια αγωνία για την συνέχεια της ιστορίας. Και αν δεν αλλάξουμε εμείς, πώς θα αλλάξει ο κόσμος; (Αλήθεια, η ψυχανάλυση αλλάζει τον κόσμο, άραγε;).

Μιλάω για το όνειρο, για την μεγάλη ουτοπία. Παλιά ιστορία αυτή. Από όσο θυμάμαι την αφεντιά μου πάντα μιλάω για αυτή…

Το όνειρο «θέλει» διαρκή προσπάθεια για την πραγματοποίηση του. Ωστόσο, παρά τη συνεχή προσπάθεια και τον αγώνα, δεν είναι σίγουρο ότι ο άνθρωπος θα μπορέσει τελικά να κερδίσει το όνειρο για έναν πιο δίκαιο κόσμο και μια καλύτερη ζωή. Στο «Μια φορά κι έναν καιρό» (Αθανασία, 1976), το όνειρο για την κατάκτηση της αλήθειας, ο ποιητής το αναζητά «στην φωτιά και στον αγώνα» της αντίστασης στην κατοχή, του εμφυλίου πολέμου και της χούντας και μάλιστα φαίνεται πως έστω και για λίγο ελπίζει ότι αυτές οι θυσίες οδηγούν τελικά στην κατάκτησή του. Τελικά όμως η κατάκτηση αυτή αποδεικνύεται εφήμερη όσο μια γραφή πάνω στην άμμο και μπορεί να χαθεί μέσα σε μια στιγμή. Αρκεί ένα φύσημα του ανέμου και να ξεχαστεί και να σβηστεί η γραφή που ζητούσε την αλήθεια, με τον ίδιο τρόπο που το φύσημα του μπάτη παρασύρει και εξαφανίζει το όνειρο του Γιώργου Σεφέρη στην «Άρνηση». Ωστόσο, στον Γκάτσο το φύσημα του ανέμου δεν τον οδηγεί στην αμφισβήτηση της μέχρι τότε ζωής γενικά, ούτε στην ανάγκη να την αλλάξει. Αυτό που διαπιστώνει, όμως, είναι ότι η αλήθεια, που ταυτίζεται με τη μορφή του ονείρου, όσο κι αν κυνηγήθηκε, μοιάζει χαμένη.

Το πιο ίσως γνωστό αλλά και χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός τέτοιου ήρωα είναι ο Κεμάλ των ελληνικών Αντικατοπτρισμών (1993). Στην προσπάθειά του «να αλλάξουν οι καιροί» έρχεται αντιμέτωπος με τη μεγαλύτερη νομοτέλεια από αρχής της ιστορίας. «Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς[1]» (Περί Φύσεως, 53 Η) είναι η ρήση που διασώζεται από τον Ηράκλειτο, για να τη συμπληρώσει ο Θουκυδίδης, ο οποίος αναφερόμενος στις φρικαλεότητες του πολέμου σχολιάζει πως «αυτά θα γίνονται πάντα όσο παραμένει ίδια η φύση των ανθρώπων» (Ιστορίαι 3, 82-83). Την ίδια άποψη παραφράζει και ο Νίκος Γκάτσος, ο οποίος διά στόματος Αλλάχ ενημερώνει τον ονειροπόλο ήρωά του πως: «νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,/ με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί».

Ο ποιητής περιγράφει μια κοινωνία που τιμωρεί άδικα τους αδύναμους και εξαντλεί την αυστηρότητά της σε όσους προσπάθησαν να αποκαταστήσουν την αδικία επειδή ονειρεύτηκαν έναν καλύτερο κόσμο..

Ο Κεμάλ δε φαίνεται να μετανιώνει, ακόμα και μετά την κρίση της ενοχής του. Από το ίδιο το τραγούδι, υπονοείται ότι το έγκλημά του δεν έχει ηθική βαρύτητα. Ο ήρωας οδηγήθηκε στο «έγκλημα» λόγω του ονείρου, που στη δική του περίπτωση έχει πάρει τη μορφή της ανάγκης να ανακουφίσει τις «μανάδες και [τα] ορφανά» και «της ερήμου τα παιδιά».

Το τραγούδι αρχικά γράφτηκε το 1968 με όνομα Kemal για το συγκρότημα New York Rock & Roll για τον δίσκο τους Reflections που κυκλοφόρησε το 1970 σε αγγλικούς στίχους από τον Μαρκ Σνόου και σε σύνθεση του Μάνου Χατζιδάκι.

Αργότερα το 1993, στην Ελλάδα, ο Μάνος Χατζιδάκις αποφασίζει να εκδώσει τον δίσκο στα ελληνικά σε σύνθεση δική του και σε στίχους του ποιητή Νίκου Γκάτσου. Στην εισαγωγή του τραγουδιού ακούγεται ο Μάνος Χατζιδάκις, ενώ το τραγούδι ερμηνεύει η Αλίκη Καγιαλόγλου. Τώρα, για το πώς ο Μάνος Χατζιδάκις εμπνεύστηκε τον Κεμαλ, ο ίδιος έχει πει:

    «Στη Νέα Υόρκη το χειμώνα του ΄68, συνάντησα ένα νέο παιδί είκοσι χρονών που το λέγανε Κεμάλ. Μου τον γνωρίσανε. Τι μεγάλο και φορτισμένο από μνήμες όνομα για ένα τόσο όμορφο και νεαρό αγόρι, σκέφθηκα. Είχε φύγει απ΄ τον τόπο του με πρόσχημα κάποιες πολιτικές του αντιθέσεις. Στην πραγματικότητα, φαντάζομαι, ήθελε να χαθεί μέσ΄ στην Αμερική. Του το είπα. Χαμογέλασε. -Δέχεστε να σας ξεναγήσω; Αρνήθηκε ευγενικά. Προτιμούσε μόνος. Κι έτσι σαν γύρισα στο σπίτι μου τον έκανα τραγούδι, μουσική. Ο Γκάτσος εκ των υστέρων, γράφοντας τους στίχους στα ελληνικά, τον έκανε άραβα πρίγκιπα να προστατεύει τους αδυνάτους. Κάτι σαν μια ταινία του Έρολ Φλυν του ΄35. Η Πελοπόννησος (καταγωγή του Γκάτσου), από τη φύση της αδυνατεί να κατανοήσει την αμαρτωλή ιδιότητα των μουσουλμάνων Τούρκων, που μοιάζουν σαν ηλεκτρισμένα σύννεφα πάνω απ΄τον Έβρο, ή σαν χαμένα και περήφανα σκυλιά. Το μόνο που αφήσαμε ανέπαφο στα ελληνικά είναι εκείνο το «Καληνύχτα Κεμάλ». Είτε πρίγκιπας άραψ είτε μωαμεθανός νεαρός της Νέας Υόρκης, του οφείλουμε μια «καληνύχτα» τέλος πάντων, για να μπορέσουμε να κοιμηθούμε ήσυχα τη νύχτα. Χωρίς τύψεις, χωρίς άχρηστους πόθους κι επιθυμίες. Κατά πως πρέπει σ΄ Έλληνες, απέναντι σ΄ ένα νεαρό μωαμεθανό- όπως θα έλεγεν κι ο φίλος μας ο ποιητής ο Καβάφης



[1]Σημαίνει «ο πόλεμος είναι πατέρας και κυρίαρχος των πάντων (στη ζωή του ανθρώπου)», φιλοσοφική φράση του Ηράκλειτου που κατέστη σπουδαίο γνωμικό.

Με τη φράση «πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς», θέλει να πει ότι δεν γίνεται πόλεμος μόνο μεταξύ των ανθρώπων με τα όπλα, αλλά καθημερινός φυσικός πόλεμος, αυτός των αντιθέσεων. Έτσι ο πόλεμος είναι βασικό στοιχείο της ζωής. Είναι αγώνας επιβίωσης. Μια αέναη σύγκρουση που οδηγεί σε ένα αέναο γίγνεσθαι.

Ο πόλεμος αποτελεί ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο μέχρι σήμερα συνοδεύει την ιστορία της ανθρωπότητας. Η κατάργησή του αποτελεί πρόβλημα, το οποίο συζητείται από αιώνων χωρίς ικανοποιητικά αποτελέσματα.

Η δυνατότητα κατάπαυσης των πολέμων συνδέεται με τη δυνατότητα ηθικής τελείωσης του ανθρώπου τόσο από ατομικής όσο και από κοινωνικής απόψης. Η κατάργησή του λοιπόν μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματοποιήσιμη, μόνο εάν φθάσει η ανθρώπινη υπόσταση σε ιδεώδη τελειότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου