Τετάρτη 22 Ιουνίου 2022

Την Άνοιξη αν δεν την βρεις, την φτιάχνεις

 

Ήταν εκείνο το πρωινό της 1ης του Φλεβάρη του ’21. Είχα πιει τον καφέ και είχα ήδη «κάνει» τα πέντε πρώτα πρωινά τσιγάρα. Η ελληνική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου «Χαρούμενο Ξεκίνημα» (τι τίτλος, μα την αλήθεια!) ήταν περίπου στο τέλος της όταν … Ένας πόνος στο στήθος, κάτι σαν κάψιμο, άρχισε να ανεβαίνει προς τα πάνω. Το κατάλαβα αμέσως. Η πείρα από την περίπτωση του πατέρα μου είχε παίξει τον ρόλο της σε αυτή μου την γνώση.

Ξάπλωσα. Έβαλα τα πόδια ψηλά ακουμπώντας τα σε δύο μαξιλάρια και υπέμεινα τον πόνο. Σε λίγο ένα γιατρουδάκι, από εκείνα του δρόμου, έσκασε μύτη. Έβγαλε και μου έκανε ένα καρδιογράφημα και δύο λεπτά αργότερα μια ένεση στο στήθος.

Απευθυνόμενος προς εμένα είπε: «Ναι Κύριε, αυτό που υποπτευθήκατε. Έμφραγμα!». Και κάλεσε το ασθενοφόρο.

Το ασθενοφόρο αργούσε και ο γιατρός – καλή του ώρα όπου και να βρίσκεται – καθισμένος στο πλευρό μου συνέχισε να τους καλεί με επιμονή: «Βάλτε τον άνθρωπο σε προτεραιότητα, όσο περνά η ώρα χάνει μυοκάρδιο. Είναι νέος άνθρωπος, σας παρακαλώ».      

Κάποια στιγμή, αργότερα, θυμάμαι τον εαυτό μου ξαπλωμένο στο φορείο του ασθενοφόρου. Είμαι καθοδόν για το νοσοκομείο της Αγίας Όλγας, εκεί στην Ν. Ιωνία. Έχω ακόμα τις αισθήσεις μου όταν νιώθω ότι το ασθενοφόρο είναι σταματημένο και βλέπω να ανοίγει η πίσω πόρτα και ένας νοσηλευτής να μπαίνει μέσα. Αυτή είναι η στιγμή που οι αισθήσεις μου χάνονται. Είναι εκείνη η στιγμή που ενώ με θυμάμαι να είμαι ξαπλωμένος οριζόντια στην επιφάνεια της θάλασσας, αρχίζω σιγά – σιγά να βυθίζομαι και να βλέπω το φως του ήλιου να θολώνει από πάνω μου. Μια αίσθηση γλυκιάς ζέστης με περιβάλλει.

Όταν ξανανοίγω τα μάτια μου βλέπω τον γιατρό από πάνω μου να κρατά έναν απινιδωτή και να λέει στους άλλους: «Εντάξει, επανήλθε … ετοιμαστείτε γρήγορα για το χειρουργείο!».

Αργότερα έμαθα ότι επρόκειτο για ανακοπή! Πάει να πει, θάνατος για ορισμένα λεπτά της ώρας. Ακριβώς λίγο πριν γίνει οριστικός!  

Πέρασε περίπου ενάμισης χρόνος από τότε. Και όμως η ανάμνηση παραμένει. Τώρα πια σκέφτομαι:

 Για σκέψου να μην πρόφταινα κι αυτό το καλοκαίρι, να δω το φως ξανά εκτυφλωτικό, να νιώσω την αφή του ήλιου στο κορμί μου.

Να οσμιστώ δροσερές και χαλασμένες μυρωδιές, να γευτώ γλυκόξινες και πιπεράτες γεύσεις, ν’ ακούω τα τζιτζίκια ως τα κατάβαθα της νύχτας.

Να καταλαβαίνω τους δικούς μου που αγαπώ, να μην αδημονώ μ’ αυτούς που με στηρίζουν, να σκέφτομαι κι εκείνους που θέλησα να ξεχάσω, να βρίσκω φίλους που έρχονται από μακριά, ν’ αφήνω κι άλλες ζωές να μπαίνουν στη δική μου.

Έτσι καθώς το πρόφτασα αυτό το καλοκαίρι, λέω να ελπίζω για τα προσεχή Χριστούγεννα, για κάποια επόμενη Πρωτοχρονιά επίσης,

άσε να δούμε και για παραπέρα!

Σήμερα πια, νιώθω πως αυτό που έκανα τότε, αυτό που μου συνέβη, ήταν μια πράξη. Ναι, μια πραγματική πράξη.

Ξέρετε, όταν βαδίζουμε, όταν βάζουμε το ένα πόδι μπροστά από το άλλο, τότε δεν διασχίζουμε ένα κατώφλι. Όχι, δεν κάνουμε κάτι τέτοιο. Τυπικά, και σύμφωνα με τον ορισμό του λεξικού, δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να προχωρά κανείς και στο να διασχίζει ένα κατώφλι, το κατώφλι ενός οικοδομήματος, ας πούμε. Όμως, υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά: το κατώφλι αποτελεί ένα όριο, ένα σύνορο, που η γλώσσα – ο κώδικας – το έχει ορίσει ως τέτοιο. Διασχίζοντας το κατώφλι, όπως έκανε ο Καίσαρας διασχίζοντας τον Ρουβικώνα, διαπράττουμε μια παράβαση.

Για να υπάρχει πράξη λοιπόν, δεν αρκεί η κίνηση, η δράση. Δεν αρκεί δηλαδή αυτό που βρίσκουμε στο λεξικό όπου αναφέρεται ότι δράση είναι η δραστηριοποίηση και οι ενέργειες που κάνει κάποιος για έναν σκοπό (περιβαλλοντική δράση, εθελοντική, επαναστατική, εναλλακτική, φιλανθρωπική δράση ) είτε, η ενέργεια, η κίνηση.  Για υπάρχει πράξη το υποκείμενο πρέπει το ίδιο να αλλάζει από αυτή την υπέρβαση που επιχειρεί. Πρέπει να αλλάζει εξαιτίας της παράβασης! Μα ταυτόχρονα – και για αυτό η αυτοκτονία αποτελεί το υπόδειγμα – η πράξη ως τέτοια αδιαφορεί για το μέλλον της, παραμένει ως τέτοια εκτός νοήματος, αδιαφορεί κατά βάθος για το τι θα επέλθει στην συνέχεια. Κατά βάθος, η πραγματική πράξη, η πράξη που σέβεται τον εαυτό της, δεν έχει ύστερα. Ό,τι επακολουθεί είναι ήδη ένα αποτέλεσμα που θα εκπληρώσει κάποιος άλλος: το υποκείμενο που θα αναγεννηθεί από αυτήν την πράξη, το υποκείμενο που άλλαξε τον εαυτό του.

Όλο αυτό που σας διηγήθηκα παραπάνω ήταν μια πράξη. Μια πράξη με όλη την σημασία της λέξης. Το λέω έτσι, κάθετα, απερίφραστα, γιατί αυτή η πράξη αφενός σκότωσε το υποκείμενο που ήμουνα και αφετέρου με αναγέννησε!

Αφορμή για την συνειδητοποίηση αυτής της πράξης υπήρξε εκείνο το φανάρι στην διασταύρωση Βικέλα και Αχαρνών, στα Πατήσια. Πρόκειται για ένα φανάρι που επιτρέπει μόλις και μετά βίας να περάσουν τρία αυτοκίνητα, με νόμιμο τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι αν είσαι στην σειρά το δέκατο αυτοκίνητο απαιτούνται τρία φανάρια για να καταφέρεις να περάσεις. Αν υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ανάμεσα σε δύο διαδοχικά πράσινα φανάρια απαιτείται χρονικό διάστημα τριών λεπτών περίπου, τότε για να διανύσει κανείς την απόσταση των εικοσιπέντε περίπου μέτρων που τον χωρίζουν από το φανάρι απαιτείται χρόνος δέκα περίπου λεπτών.

Πάντοτε, λοιπόν, χρόνια τώρα, όταν βρισκόμουν σε αυτό το φανάρι η ανυπομονησία μου με οδηγούσε σε νεύρα και ένταση τέτοια που ξέσπαγα, τουλάχιστον, πάνω στην κόρνα του αυτοκινήτου που οδηγούσα. Ξέρετε, μία από τις πιο μεγάλες αυταπάτες του ανθρώπου, αν όχι η μεγαλύτερη, είναι η βεβαιότητά του ότι δεν είναι ανόητος. Ο Αϊνστάιν άλλωστε το είπε: «Δυο πράγματα είναι άπειρα, το σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία, και δεν είμαι σίγουρος για το πρώτο».

Ο μοναδικός, ίσως, που κατάφερε να δώσει έναν πειστικό ορισμό στη βλακεία ήταν, το 1988, ο ιστορικός και οικονομολόγος Κάρλο Τσιπόλα (CIPOLLA CARLO) στο «Δοκίμιο Περί Ανθρώπινης Βλακείας»: «Βλάκας είναι αυτός που με τις ενέργειές του προκαλεί ζημιά σε κάποιον άλλο, αλλά παράλληλα δεν πετυχαίνει κάποιο πλεονέκτημα για τον εαυτό του ή ακόμα υφίσταται ζημιά και ο ίδιος».  

Είναι γεγονός ότι η φύση του ανθρώπου έχει περισσότερο από τον βλάκα, παρά από τον σοφό. Αυτή η βλακώδης αντίδραση μου μπροστά στο φανάρι της εν λόγω διασταύρωσης σταμάτησε μετά την πράξη της ανακοπής. Τώρα, αντί για την κόρνα ενισχύω τον ήχο της μουσικής στο αυτοκίνητο και απολαμβάνω το άκουσμα της μουσικής που αναπαράγει το cd.

Η πράξη της ανακοπής επέφερε την αναγέννησή του υποκειμένου που υπήρξα, με «θεράπευσε» από την βλακεία μου και βοήθησε στο «κτίσιμο» μιας άνοιξης εντός μου:

  «Διότι, αν δεν κουβαλάς την Άνοιξη μέσα σου, πρέπει να μάθεις να την χτίζεις.

Από το χειρότερο σκοτάδι στο πιο λαμπερό φως. Μην την αφήσεις ποτέ να φύγει.

Διότι, όσο πιο δυνατά μπαίνει αυτή, τόσο πιο εύκολα διώχνει τους χειμώνες από την καρδιά σου. Να την αγαπάς την Άνοιξη.

Όχι μόνο για τα όμορφα και τα ανάλαφρα ρούχα που φοράς. Μήτε για τους καταγάλανους ουρανούς που σου δωρίζει.

Αλλά για την Αναγέννηση που σε κάνει να ζεις.

Και μην στεναχωριέσαι αν ξαφνικά χαθεί ή απλά δεν σου έρθει.

Διότι, την Άνοιξη αν δεν την βρεις, την φτιάχνεις».

Οδυσσέας Ελύτης: «Την Άνοιξη αν δεν την βρεις, την φτιάχνεις»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου