Η παρείσφρηση του θανάτου στη ζωή είναι ουσιαστική φάση της ανάπτυξης του υποκειμένου. Η απώλεια έχει ευρύτερο νόημα από εκείνο που σχετίζεται με το θάνατο του αγαπώμενου αντικειμένου. Μπορεί να είναι απώλεια ενός σχεδίου ζωής (project), μιας ιδέας, μιας αυταπάτης κλπ. δηλαδή απώλειες αφαιρέσεων οι οποίες «μπαίνουν» στη θέση του αγαπώμενου (πατρίδα, ελευθερία, ιδεώδες κ.λπ.).
Η δημιουργία επίσης είναι η απώλεια όλων αυτών που πρέπει ν' αφήσουμε (πρόσωπα, δραστηριότητες κλπ.) για να δημιουργήσουμε. Η ενηλικίωση, για παράδειγμα, είναι η απώλεια των παιδικών θέσεων και παιδικών αντικειμένων αγάπης. Επίσης, απώλεια είναι η παραδοχή που κάνω στον εαυτόν μου, ότι έχω ελλείψεις. Πρόκειται για την αποδοχή του «πεπερασμένου», του κενού μου (ευνουχισμός ), της επιθυμίας μου.
Ονομάζουμε ευνουχισμό ή αποχωρισμό, οποιαδήποτε απώλεια. Το «άγχος του ευνουχισμού», κατά την διάρκεια του οιδιπόδειου, δεν είναι τίποτε άλλο από τον φόβο μιας συμβολικής απώλειας. Το παιδί χάνει τον φαλλό, που δεν είναι τίποτε άλλο από ένα φαντασιακό σημαίνον, για να ενηλικιωθεί μέσα από την σύγκρουση του με τον πατέρα (την γλώσσα). Όμως ο φόβος αυτής της απώλειας γίνεται η αιτία να μην συγκρουστεί μαζί του αλλά να υποταχθεί παθητικά σε αυτόν. Εδώ βρίσκει έδαφος η ομοφυλοφιλία.
Η λέξη πένθος προέρχεται από τον παρακείμενο του ελληνικού ρήματος «πάσχω». Η εργασία του πένθους είναι διαδικασία ενδοψυχική που αφορά στην λιμπιντική απώλεια ενός αγαπώμενου αντικειμένου (λιμπιντικό αντικείμενο, αντικείμενο συναισθηματικού δεσμού) ή μιας αφαίρεσης (ενός συμβόλου) του αντικειμένου (π.χ. πατρίδα, ελευθερία, ιδεώδες κλπ.). Προσιδιάζει γενικότερα στην εργασία κάθε ψυχικής επεξεργασίας. Πρόκειται για την αντίδραση του υποκειμένου στην απώλεια μέσω ψυχικής επεξεργασίας. Αφορά στην αντιμετώπιση του προβλήματος της αναπαράστασης αυτού το οποίο ποτέ πια δεν θα ξανα-παρουσιαστεί στην πραγματικότητα.
Υπάρχει διαβάθμιση ανάμεσα στο φυσιολογικό πένθος και το παθολογικό (αποτυχία της εργασίας του πένθους).
Στην διαδικασία του φυσιολογικού πένθους η ψυχή παραιτείται από την επένδυση σε αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου. Εκείνος που πενθεί αποσύρει το ενδιαφέρον του για τον εξωτερικό κόσμο. Έχουμε, για αυτόν, απώλεια της ικανότητας του να αγαπά. Έχουμε απώλεια της εκδήλωσης τρυφερών δεσμών. Αντίθετα, η ενέργεια του υποκειμένου μονοπωλείται από τον πόνο και τις αναμνήσεις του χαμένου αντικειμένου.
Το πένθος συνεπάγεται ένα ναρκισσιστικό πλήγμα του υποκειμένου. Σημαίνει την παραίτηση από την ιδεώδη εικόνα ενός εαυτού υπερπληρωμένου (πλήρως ικανοποιημένου) από τη διαμεσολάβηση (ύπαρξη) των αντικειμένων. Το υποκείμενο φτάνει στην ατομικότητά του, στην εσωτερικότητα του. Όπως και στο όνειρο έτσι και στο πένθος έχουμε το κοινό γνώρισμα της απαγκίστρωσης από την εξωτερική πραγματικότητα. Το όνειρο (ύπνος) σημαίνει οργάνωση του κόσμου μέσα απ’ ό, τι εμπεριέχεται εντός μου. Στη διαδικασία του πένθους συντελείται αποεπένδυση από εξωτερικά ερεθίσματα. Και στις δύο περιπτώσεις είναι ο (αμυντικός) μηχανισμός της στροφής επί εαυτού που επενεργεί.
Ο μηχανισμός της στροφής επί εαυτού έχει να κάνει με τη δόμηση του Εγώ (δόμηση του ψυχισμού): το υποκείμενο αποεπενδύει από το αντιληπτικό (εξωτερικό ) αντικείμενο πχ την μαμά, και μέσω της στροφής επί εαυτού θα ψάξει να την βρει μέσα του: αφού φέρει το αντικείμενο μέσα του, κατόπιν ψάχνει μέσα του να το βρει. Πρόκειται για την απαρχή της προσπάθειας ερωτικής αυτοϊκανοποίησης. Πρόκειται για την δυνατότητα μου να αντιστρέφω τα πράγματα βάσει της αυτοερωτικής διαδικασίας: ψυχική διαδικασία κατά την οποία κάνω προσπάθειες αυτο-ικανοποίησης, ώστε να βρω λύσεις όταν αυτό που είχα δεν το έχω πια π.χ. όταν το μωρό ψάχνει τη μητέρα του αγγίζοντας, πασπατεύοντας μια μαλακή κουβέρτα (ψάξιμο που ξεκινά από μια κίνηση), αντί να κλαίει για την απουσία της μητέρας. Το βρέφος έχει το πρώτο αντικείμενο που του δίνει ικανοποίηση, τον μαστό. Στη συνέχεια θα αναζητήσει ξανά το πρώτο αντικείμενο, την πρώτη ικανοποίηση. Το πρώτο αντικείμενο που δίνει ικανοποίηση δε θα το βρει ποτέ, είναι μυθικό. Το αντικείμενο που βρίσκει δεν είναι ποτέ πράγματι αυτό που αναζητά για αυτό και το «βρίσκει» τοποθετείται σε εισαγωγικά. Το ξανα του «ξαναβρίσκω» είναι η αναπαράσταση του πρώτου αντικειμένου: μιλάμε για ψευδαισθητική ικανοποίηση της επιθυμίας διαμέσου της οποίας στρέφω - μέσω αναπαράστασης - στο αντίθετο μια απογοήτευση έτσι ώστε να τα βγάλω πέρα με το κακώς έχειν. Ό,τι είναι μέσα μου αρχικά ήταν έξω μου. Αυτά που το υποκείμενο παίρνει από τον «έξω» κόσμο, από τη στιγμή που θα αφομοιωθούν μέσα του οδηγούν στη συγκρότηση των εσωτερικών αντικειμένων (διαμόρφωση του «κόσμου» των ψυχικών αντικειμένων) και στη συγκρότηση του Εγώ: τα πράγματα αλλάζουν μέσα μου, γίνομαι κάτι άλλο. Αλλοτριώνομαι.
Η αποεπένδυση του εξωτερικού κόσμου και η συνεπαγόμενη επένδυση του Εγώ ακολουθείται, σε μια μεταγενέστερη φάση της εργασίας του πένθους, από την επιθυμία του υποκειμένου για άλλα αντικείμενα. Αυτό σημαίνει καινούργιες επενδύσεις και τον αποχωρισμό από το χαμένο αντικείμενο (ολοκλήρωση του πένθους).
Εν κατακλείδι: Στην εργασία του πένθους (φυσιολογικό πένθος) το υποκείμενο περνάει από το πράγμα (απολεσθέν αντικείμενο ως αντιληπτό ερέθισμα) στη γλώσσα (αναπαράσταση της απώλειας). Όταν το πράγμα δεν μπορεί να μιληθεί, δεν μπορεί να πενθηθεί. Το πένθος συνίσταται στο να μπορεί το υποκείμενο να γεμίζει το στόμα του με λέξεις. Πρόκειται για τη λεκτική μεταβολή του κενού (της απώλειας): όταν ονοματίσεις ένα πράγμα, κάνεις και το πένθος του.
Η απουσία του αντικειμένου είναι απαραίτητη για να γίνει η αναπαράσταση του, με άλλα λόγια, το πέρασμα από το εξωτερικό (αντιληπτικό, πραγματικό) αντικείμενο στις λέξεις. Στο φυσιολογικό πένθος το αντικείμενο δεν διαγράφεται (δεν διαψεύδεται), αλλά το υποκείμενο το περιλαμβάνει, το κρατάει, το διατηρεί μέσα του συμβολικά (ψευδαισθητικά) παρά την εξαφάνιση του ως εξωτερικό, πραγματικό αντικείμενο, μέσω αναπαραστάσεων (διαδικασία αναπλήρωσης του απολεσθέντος αντικειμένου).
Για να μπορεί να εξελιχτεί το φυσιολογικό πένθος, θα πρέπει το υποκείμενο να έχει κατά την ψυχοσεξουαλική του εξέλιξη, κατακτήσει την καταθλιπτική θέση (στη διάρκεια του πρώτου έτους της ζωής). Εδώ το αντικείμενο (στήθος, μαμά) δεν είναι διχοτομημένο σε καλό (μαμά που δίνει) και κακό (μαμά που στερεί), αλλά γίνεται ένα όλον (ολοποίηση του αντικείμενου): το παιδί κατανοεί πλέον ότι η μαμά στην οποία επετίθετο επειδή του το στερούσε είναι αυτή η ίδια που το ταΐζει και ότι η προηγηθείσα επίθεση ήταν εναντίον του καλού αντικείμενου. Αισθάνεται, τότε, ενοχικά γι' αυτό και επιθυμεί να επανορθώσει (καταθλιπτική θέση, πρώιμη εμπειρία πένθους}.
Προσοχή: Δεν υπάρχει πένθος, η απώλεια δεν μπορεί να βιωθεί ως ολόκληρη, παρά από τη στιγμή που το αντικείμενο αγαπιέται ως ολόκληρο αντικείμενο (ταυτόχρονα και καλό και κακό).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου