Πέμπτη 9 Ιουνίου 2022

Τι είστε, νευρωτικός, διεστραμμένος ή ψυχωτικός;

 

Η φροϋδική θέση σχετικά με την δομή ξεκινά από το οιδιπόδειο.

Όταν μιλάμε για το οιδιπόδειο οφείλουμε να έχουμε στο νου μας τρεις «χρόνους» ή αλλιώς «στιγμές» του Οιδιπόδειου συμπλέγματος, όχι με την έννοια της χρονικής αλληλουχίας αλλά μιας λογικής τάξης:

α) Καταρχήν έχουμε την «Προοιδιπόδειο φάση ή αλλιώς, την πρώτη στιγμή του Οιδιπόδειου συμπλέγματος»:

Η προοιδιπόδειος φάση αποτελεί ένα δομικό τρίγωνο. Οι τρεις όροι αυτού του τριγώνου είναι: Η μητέρα – το παιδί – ο φαλλός (ως σύμβολο της έλλειψης). Το φαντασιακό αυτό τρίγωνο ανακύπτει όταν το βρέφος αντιληφθεί μια έλλειψη στην μητέρα. Τότε, το βρέφος συνειδητοποιεί ότι η μητέρα δεν είναι απόλυτα ικανοποιημένη μόνο με την παρουσία του ιδίου, αλλά επιθυμεί και κάτι άλλο. Έτσι, το βρέφος αρχίζει να προσπαθεί να γίνει το ίδιο το αντικείμενο της επιθυμίας της μητέρας και εμπλέκεται σε ένα παιχνίδι σαγήνης με αυτήν. Προσπαθεί δηλαδή να την σαγηνεύσει. Θέλει να γίνει ο φαλλός της, δηλαδή το αντικείμενο που της λείπει. Στην ουσία, το παιδί θέλει να πάρει την θέση του πατέρα, να μην υπάρχει κανένα εμπόδιο ανάμεσα σε αυτό και την μητέρα του.

Κάποια στιγμή εισάγεται μια παράφωνη νότα σε αυτό το παιχνίδι μητέρας – παιδιού. Η σεξουαλική ενόρμηση του παιδιού, το πρώτο σάλεμα της ενόρμησης μέσα από τον παιδικό αυνανισμό. Το πραγματικό όργανο του παιδιού καθιστά το παιχνίδι τώρα θανάσιμο. Το παιδί τώρα αντιλαμβάνεται πως το να γίνει αντικείμενο της επιθυμίας της μητέρας είναι μια αδύνατη αποστολή, κάτι που προκαλεί άγχος.

β) Ακολουθεί η «Δεύτερη στιγμή του Οιδιπόδειου συμπλέγματος»:

Το παιδί διασώζεται από αυτό το θανάσιμο παιχνίδι από την παρέμβαση του φαντασιακού πατέρα ως τέταρτου όρου. Ο πατέρας εκπροσωπεί τον συμβολικό νόμο, το νόμο περί απαγόρευσης της αιμομιξίας. Μια προσοχή απαιτείται στο σημείο αυτό: έχουμε την πρώτη στιγμή της πατρικής μεταφοράς που αντιστοιχεί στο «όχι, του πατέρα». Δηλαδή, ο πατέρας απαγορεύει την ηδονική επαφή του παιδιού με την μητέρα του, την απόλαυση της μητέρας στο παιδί. Αυτή η πρώτη στιγμή ονομάζεται «αλλοτρίωση».

Ο νόμος αυτός περνά μέσα από τον λόγο της μητέρας. Η μητέρα υπόκειται η ίδια στο νόμο της αιμομιξίας μη δεχόμενη το παιδί της ως αντικείμενο προσφοράς όλων των επιθυμιών της. Η μητέρα έτσι επιθυμεί κάτι πέραν του παιδιού, ακόμη κι αν ο πατέρας απουσιάζει για διάφορους λόγους. Η «γυναίκα» κάνει την μητέρα να απομακρύνεται από το παιδί της στρέφοντας την επιθυμία της τελευταίας προς τον πατέρα. Στην ουσία μιλάμε για «ευνουχισμό της μητέρας».

γ) Τώρα μπαίνουμε στην «Τρίτη στιγμή του Οιδιπόδειου συμπλέγματος»:

          Η παρέμβαση του πραγματικού πατέρα. Ο πατέρας εδώ απαγορεύει στο παιδί την πρόσβαση στην μητέρα δείχνοντας ότι ο ίδιος την έχει «κερδίσει» και πως δεν χρειάζεται πια το παιδί να προσπαθεί να τον ανταγωνισθεί. Έτσι το παιδί ελευθερώνεται από την αδύνατη και αγχογόνο αποστολή του να ικανοποιεί την μητέρα. Το γεγονός αυτό επιτρέπει στο παιδί να μπορεί να ταυτισθεί με τον πατέρα. Η συμβολική αυτή ταύτιση βοηθά το υποκείμενο να υπερβεί την επιθετικότητα της πρώτης φαντασιακής ταύτισης. Εδώ μιλάμε για «ευνουχισμό του υποκειμένου». Προσοχή πάλι: μιλάμε για την δεύτερη στιγμή της πατρικής μεταφοράς όπου γίνεται σαφές στο παιδί – από το όνομα του Πατέρα – ότι η μητέρα έχει έλλειψη. Με άλλα λόγια «επιθυμεί». Η «γυναίκα» κάνει σαφή την επιθυμία της «μητέρας» στο παιδί της. Αυτή η δεύτερη χρονική στιγμή ονομάζεται «αποχωρισμός»[1].  

Εδώ έγκειται το στοιχειώδες που μπορούμε να πούμε για το φροϋδικό οιδιπόδειο, ότι δηλαδή πρόκειται για μια παραίτηση, μια παραίτηση η οποία σχετίζεται με μια μετουσίωση. Ο βασικός συντελεστής αυτής της μετουσίωσης είναι ο πατέρας ο οποίος λειτουργεί ως ειρηνοποιός. Ασφαλώς λοιπόν, πρόκειται για ένα οιδιπόδειο το οποίο συμπληρώνεται από το «σύμπλεγμα του ευνουχισμού». Όταν λέμε πατέρας ασφαλώς εννοούμε ένα σημαίνον. Ένα σημαίνον που είναι απαραίτητο για να βρίσκεται στην θέση της μια λειτουργία που ονομάζεται φαλλική. Αυτό δεν σημαίνει κάτι τρομερό όσο και αν ακούγεται βαρύγδουπο: ένα σημαίνον είναι απαραίτητο για να προκύψει ένα σημαινόμενο ή μια σημασία. Αυτήν την χρονική στιγμή έχετε, πράγματι, την ανάδυση του πατέρα ως σημαίνοντος. Από εδώ παράγεται η έκφραση Όνομα του Πατέρα.

Το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα λοιπόν για την ψυχανάλυση είναι στην ουσία το πέρασμα από το προοιδιπόδειο τρίγωνο μητέρα – παιδί – φαλλός στο οιδιπόδειο τρίγωνο μητέρα – παιδί – πατέρας ή αλλιώς στο οιδιπόδειο τετραμερές μητέρα – παιδί – πατέρας – φαλλός.

Επιπλέον, η ψυχανάλυση συνδέει τις κλινικές δομές με τις δυσκολίες που ανακύπτουν στο Οιδιπόδειο σύμπλεγμα:

    Νεύρωση: Ο νευρωτικός έχει περάσει και τους τρεις χρόνους του Οιδιπόδειου συμπλέγματος.

    Ψύχωση: Καθήλωση στον πρώτο χρόνο Οιδιπόδειου.

    Διαστροφή και η φοβία: Αδυναμία μετάβασης στον τρίτο χρόνο του συμπλέγματος λόγω μη παρέμβασης του πραγματικού πατέρα. Η φοβία λοιπόν λειτουργεί ως υποκατάστατο της παρέμβασης του πραγματικού πατέρα ώστε να πραγματοποιηθεί αυτό το πέρασμα[2]
 

Μπορούμε να διαπιστώσουμε, στο σημείο αυτό, την αξία που έχει το σημαίνον του Ονόματος του Πατέρα για το υποκείμενο. Η αξία έγκειται στην ειρηνευτική αποστολή που έχει η ύπαρξη της «πατρικής μεταφοράς» ή αλλιώς του «συμπλέγματος του ευνουχισμού» (της «Τρίτης Στιγμής») και τελικά είναι εκείνο που δημιουργεί τις συνθήκες υπό τις οποίες είναι δυνατή η εμπειρία, η ανθρώπινη εμπειρία.

Μόνο όταν το παιδί υποψιαστεί ότι ο Πατέρας έχει τον φαλλό τότε θα παραιτηθεί από την αγχογόνο προσπάθεια του να είναι το ίδιο ο φαλλός για τη μητέρα. Τότε θα «μπει στην διαδικασία» να ενταχθεί στην γλώσσα – Πατέρα προκειμένου να αποκτήσει κάποια στιγμή το φαλλό. Η μετουσίωση λαμβάνει χώρα τώρα: πρέπει να παραιτηθεί από το να «είναι ο φαλλός» προκειμένου να «έχει τον φαλλό». Τι βλέπουμε εδώ; Μα τι άλλο παρά την προσωποποίηση του φθόνου από μέρους του παιδιού προς στον Πατέρα.

   Στον φθόνο, βλέπετε, το υποκείμενο στερείται του αγαθού, του αντικειμένου ενώ ο άλλος το έχει, είναι γεμάτος. Ο φθόνος έχει να κάνει με το αντικείμενο απόλαυσης του άλλου και, ως εκ τούτου, ανακαλεί τον φαλλό τόσο ως εργαλείο της απόλαυσης όσο και ως αντικείμενο που προκαλεί την αγάπη και την επιθυμία του Άλλου. Ο φθόνος προκαλεί την μη πληρότητα του υποκειμένου και ανοίγει τον δρόμο στην έλλειψη και άρα στην επιθυμία. Βλέπουμε εδώ ότι ο φθόνος δεν είναι μόνο μια αξία αρνητική, αντικοινωνική, αλλά ότι συμβάλλει στον κοινωνικό δεσμό και στην υποκειμενική στύση, άρα είναι και μια θετική αξία.

Διαφέρει από την ζήλια. Στη ζήλια το υποκείμενο κατέχει το αγαθό, έχει το αντικείμενο και ο Άλλος το εποφθαλμιά, θέλει να το αποστερήσει, το αποστερεί ή το έχει αποστερήσει. Αυτοί οι διαφορετικοί χρόνοι είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακοί στην ερωτική ζήλεια ανακατεύοντας την τράπουλα μεταξύ ερωτικού παραληρήματος και ψυχωτικού παραληρήματος. Δεν υφίσταται καμία ανάγκη, για τον παρανοϊκό, μιας πραγματικής αποστέρησης: ο Άλλος θέλει το κακό του και θέλει λοιπόν να απολαύσει το πλέον πολύτιμο αντικείμενό του. Ο ερωτευμένος, αντίθετα, υποφέρει από μια πράξη ή από μια πραγματική βούληση, είτε του άλλου είτε του/της αγαπημένου/νης είτε, όπως το περιγράφει ο Φρόιντ, καθιστά τη σκιά αυτής της απειλής μια προϋπόθεση του πάθους. Το συναίσθημα αυτό καλεί τον ναρκισσισμό υπό την μορφή μιας πληγής αλλά και επίσης την απόλαυση υπό τη μορφή ενός ζηλόφθονου μίσους που ο Λακάν θα ονομάσει «jalouissance», ζηλειοαπόλαυση.  Εάν ο φθόνος είναι δυαδικός, η ζήλεια είναι τριαδική: το υποκείμενο, το αντικείμενο και ο άρπαγας Άλλος.

Εν κατακλείδι, το υποκείμενο επιθυμεί πάντοτε την μητέρα του και ανταγωνίζεται τον πατέρα του, ανεξαρτήτως του αν είναι αγόρι ή κορίτσι. Γι’ αυτό τον λόγο το αρσενικό υποκείμενο βιώνει το οιδιπόδειο σύμπλεγμα με έναν ασύμμετρο τρόπο σε σύγκριση με το θηλυκό υποκείμενο. Είναι στην ουσία το πέρασμα από την φαντασιακή στην συμβολική τάξη. Το υποκείμενο λοιπόν δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στο συμβολικό αν δεν αντιμετωπίσει πρώτα το πρόβλημα της διαφοράς των φύλων. Συγκεκριμένα, το πώς το υποκείμενο θα κάνει το πέρασμα μέσα από το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, θα καθορίσει:

    Την ανάληψη μιας θέσης φύλου.

Επιλογή σεξουαλικού αντικειμένου.

 


[2] Αν και ο μαζοχιστής φαίνεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να προσφέρει απόλαυση στον σύντροφο του (με τον σύντροφο εδώ να επέχει θέση Άλλου) ενώ δεν ζητά τίποτα ως αντάλλαγμα – με άλλα λόγια, φαίνεται να θυσιάζει τον εαυτό του καθώς γίνεται όργανο της απόλαυσης του Άλλου, χωρίς να αποκτά ευχαρίστηση για τον εαυτό του, αυτό είναι απλώς ένα προπέτασμα:

η φαντασίωση του μαζοχιστή συγκαλύπτει τον αληθινό στόχο των πράξεων του. Όπως συχνά είδαμε, η φαντασίωση είναι κατ’ ουσία ένα δόλωμα που αποκρύπτει την κύρια πηγή του υποκειμένου, μεταμφιέζοντας αυτό που στ’ αλήθεια οδηγεί το υποκείμενο να φέρεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο.

 Ενώ ο μαζοχιστής θα προτιμούσε να πιστεύει, αλλά και να μας κάνει να πιστέψουμε, ότι «στοχεύει στην απόλαυση του Άλλου», στην πραγματικότητα «στοχεύει στο άγχος του Άλλου». Γιατί το κάνει άραγε;

 Όπως και ο φετιχιστής, ο μαζοχιστής έχει ανάγκη το χωρισμό τον οποίο δεν έχει υποστεί ως παιδί, η λύση που δίνει λοιπόν είναι να μεθοδεύσει ένα σενάριο όπου ο σύντροφος του είναι αυτός που, δρώντας ως Άλλος, θέτει το νόμο – το νόμο που χρειάζεται ο μαζοχιστής για να παραιτηθεί από μια ορισμένη απόλαυση.

Ωστόσο, ο σύντροφος του δεν θα είναι κατ’ ανάγκην αμέσως πρόθυμος να νομοθετήσει, να δώσει εντολές, να εκδώσει διατάγματα κ.ο.κ. μέσα σε μια σχέση. Ο σύντροφος θα πρέπει να ωθηθεί ως ένα βαθμό, να εκφοβιστεί ώστε να διατυπώσει όρια, να εκφράσει τη θέληση του τα πράγματα να έχουν έτσι και όχι αλλιώς, τα πράγματα να μην προχωρήσουν άλλο.

Συχνά ο σύντροφος θα πρέπει να ωθηθεί μέχρι το σημείο ρήξης, ένα σημείο έντονου άγχους, πριν εκφράσει εκρηκτικά τη θέληση του με τη μορφή εντολών («σταμάτα!» για παράδειγμα).

 Έτσι εδώ η επιθυμία του μαζοχιστή είναι αυτή που κινεί τα νήματα: αυτός κάνει το σύντροφο, ως Άλλο, να θέσει το νόμο. Όπου λείπει η επιθυμία του πατέρα (να χωρίσει το γιο του), ο μαζοχιστής χρησιμοποιεί τη δική του επιθυμία ώστε να ωθήσει ένα υποκατάστατο του πατέρα να νομοθετήσει και να αξιώσει μια τιμωρία.

Προσποιείται ότι ο Άλλος θέτει το νόμο, ενώ ο ίδιος κινεί τα νήματα. Με τον τρόπο που το πράττει, η επιθυμία του λαμβάνει τη θέση της επιθυμίας του Άλλου ως νόμου, σκηνοθετώντας την ή  κδραματίζοντας την και υποστυλώνοντας την.

 Αν και συχνά νομίζουν ότι ο μαζοχιστής αναζητά τον πόνο, αυτό δεν είναι ουσιώδες.

Ο πόνος είναι απλώς μια ένδειξη που ο Άλλος έχει συμφωνήσει να του επιβάλει έναν όρο, ένα όριο, έναν φόρο, μια ποινή, μια απώλεια. Η τιμωρία ενδέχεται να προσφέρει προσωρινά μια μορφή ανακούφισης στον μαζοχιστή: είναι η απόδειξη ότι υπάρχει κάποιος που του απαιτεί μια θυσία και που αξιώνει ολοκληρωτικά αυτό που του ανήκει.

Το πρόβλημα είναι ότι ποτέ δεν αναπληρώνεται ο συμβολικός χώρος στον οποίο ο μαζοχιστής μπορεί να συγκροτηθεί ως Είναι: ο σύντροφος εκφέρει το νόμο και αξιώνει κάτι, αλλά δεν προσφέρει σε αντάλλαγμα ένα γνήσιο χωρισμό. Ο μαζοχιστής παραμένει ένα φαντασιακό αντικείμενο για την επιθυμία της μητέρας, ποτέ δεν γίνεται κάποιος με συμβολικό καθεστώς, που να μπορεί να δει τον εαυτό του να αξίζει κοινωνικά, πολιτισμικά και άλλα συμβολικά δηλωμένα επιτεύγματα του.


[1] Οι δύο στιγμές της υποκατάστασης μπορούν να παρασταθούν σχηματικά ως εξής:

Αλλοτρίωση (1η Στιγμή Πατρικής Μεταφοράς)       Αποχωρισμός (2η Στιγμή Πατρικής Μεταφ.)  


Η πρώτη στιγμή οδηγεί σε μια διαίρεση μέσα στην μητέρα, όπου το παιδί αποκτά το Είναι του ως αντικείμενο με το οποίο αποκτά ικανοποίηση ο Άλλος, ενώ η δεύτερη στιγμή οδηγεί στην έλευση ενός επιθυμούντος υποκειμένου (χωριστού από τον Άλλο ως πηγή απόλαυσης). Η πρώτη ίσως είναι πρόσφορο να συσχετιστεί με αυτό που ο Φρόιντ αποκαλεί πρωταρχική απώθηση, ενώ η δεύτερη με τη δευτερογενή απώθηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου