Πόσο πολύ σ’ αγάπησα ποτέ δε θα το μάθεις
καλέ που δεν εχάρηκες στα χείλη μου φιλιά.
Απ’ τη ζωή μου επέρασες κι αλάργεψες κι εχάθης
καθώς τα διαβατάρικα κι αγύριστα πουλιά.
Τα χέρια μου δεν έδεσα τριγύρω στο λαιμό σου.
Δεν έσταξε απ’ τα μάτια μου το δάκρυ μου θολό.
Κουνούσα το μαντίλι μου αλαφρά στο μισεμό σου
και σιωπηλά σου ευχότανε η ψυχή μου στο καλό.
Δεν είδες το τρεμούλιασμα των κουρασμένων μου ώμων.
Δε μάντεψες τη θύελλα που εκλειούσα στην ψυχή.
Μήτε πως ήμουν σύντροφος των μακρινών σου δρόμων
κι όλη μου η σκέψη ανέκφραστη σ’ άγγιζε προσευχή.
Κι αν ήρθαν μέρες πένθιμες και νύχτες θολωμένες,
που η μοναξιά με τρόμαζε και μου `παιρνε το νου,
τώρα κρατώ στη θύμηση στιγμές ευτυχισμένες
κάποιου καιρού αλησμόνητου ωραίου κι αληθινού.
Κι αν δεν προσμένεις να με δεις κι εγώ πως θα ξανάρθεις,
ω εσύ, του πρώτου ονείρου μου γλυκύτατη πνοή,
αιώνια θα το τραγουδώ κι εσύ δε θα το μάθεις
πως οι στιγμές που μου `δωσες αξίζουν μια ζωή.
Η ιστορία του τραγουδιού που ερμηνεύει ο Χρήστος Θηβαίος, πρέπει να αναζητηθεί στην Αλεξάνδρεια την δεκαετία του 1920.
Εκεί, μια νεαρή κοπέλα θα παρευρεθεί με την οικογένειά της σε ένα φιλικό σπίτι, ώστε να ακούσουν μουσική δωματίου, όπως συνηθιζόταν εκείνον τον καιρό.
Όταν γύρισαν σπίτι, αυτή η νεαρή κοπέλα, που δεν ήταν άλλη από την ποιήτρια Κατίνα Παΐζη, εκμυστηρεύτηκε στην αδερφή της ότι είχε ερωτευτεί παράφορα τον βιολοντσελίστα της ορχήστρας. Αυτός ο έρωτας της πρώτης νιότης την οδηγεί στους στίχους του παραπάνω τραγουδιού – ποιήματος.
Ωστόσο, το αντικείμενο της απόλαυσης της Κατίνας «δεν αλάργεψε, ούτε εχάθη» για πάντα. Στην πορεία της ζωής τους, η ποιήτρια και ο μουσικός έμελλε να συναντηθούν ξανά και αυτή τη φορά να μη χωρίσουν ποτέ.
«Αλάργεψες», τι ωραίο ρήμα που επιλέγει η ποιήτρια για να δηλώσει την απομάκρυνση από το αγαπημένο αντικείμενο! Το «αλαργεύω», που σημαίνει «απομακρύνομαι», παράγεται από το επίρρημα «αλάργα». Το τελευταίο αποτελεί έναν ναυτικό όρο που τον χρησιμοποιούν οι ναυτικοί όταν θέλουν να δηλώσουν «σε μακρινή απόσταση από την ακτή»: “Tο κύμα σπρώχνει τη βάρκα κι όλο αλαργεύουμε από τη στεριά”. Στην λαϊκή γλώσσα το επίρρημα «αλάργα» δηλώνει επίσης και το «αραιά», το «που και που»: “αλάργα, αλάργα το φιλί, για να ΄χει νοστιμάδα”.
Η Κατίνα Παΐζη είναι η ποιήτρια στην οποία αναφέρεται ο λόγος. Η Κατίνα γεννήθηκε το 1911 στην Ανώπολη Σφακίων, έζησε στο Ηράκλειο και πέθανε στην Αθήνα το 1996. Υπηρέτησε ως δασκάλα, αλλά από τη δεκαετία του '30 και μετά γράφει ποιήματα, καθώς επίσης μικρά πεζά. Οι ιστορίες της αναφέρονται σε απαγορευμένους έρωτες, "κλεψιές" κοριτσιών, μπαλωθιές, γάμους με εμπόδια, αλλά και όμορφες παραδόσεις και οικογενειακές στιγμές, πράγματα που γνώριζε (και) από διηγήσεις της μητέρας της.
Όταν, ήρθε στην Αθήνα εργάστηκε ως δασκάλα στο Μαράσλειο, όπου για πολιτικούς λόγους πήρε μετάθεση για το Β΄ Εξατάξιο Δημοτικό Σχολείο Καλλιθέας. Οι γνώσεις, η αξία, το αναμφισβήτητο κύρος της την έφεραν στη θέση της Διευθύντριας, στην οποία παρέμεινε για πολλά χρόνια. Μετά τη σύνταξη δίδαξε γι’ αρκετά χρόνια στο σπουδαίο σχολείο της Γουδέλη, σχολείο στο οποίο εφαρμοζόταν το σύστημα Μοντεσόρι. Και – για όσους δεν γνωρίζουν – θα πούμε ότι η Μαρία Μοντεσόρι, υπήρξε παγκοσμίου φήμης Ιταλίδα παιδαγωγός και αρχή απαράβατη του συστήματός της ήταν ο σεβασμός και η προαγωγή της ελευθερίας του παιδιού, που επιτρέπει την κανονική ανάπτυξη των δημιουργικών ικανοτήτων του κτλ[1]. Αυτό το προοδευτικό σύστημα υπηρέτησε η Κατίνα Παίζη, όμως δεν έπαψε να υπηρετεί και την ποίηση. Δημιουργήματα της είναι ποιητικές συλλογές ΡΟΔΟΠΕΤΑΛΑ, 1931, ΑΠΛΟΙ ΣΚΟΠΟΙ, 1936, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ, 1938, ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ, 1953, ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ, 1985, τα οποία είχε ντύσει με μουσική ο σύζυγος της ποιήτριας, βιολοντσελίστας Γιώργος Ζωγράφος.
Η Κατίνα Παΐζη κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχε ενταχθεί στο ΕΑΜ, μαζί με την αδερφή της, ηθοποιό Αλέκα Παΐζη. Για την Κατίνα Παΐζη έχει γράψει βιβλίο η Νίκη Τρουλλινού, η οποία αναφέρει πως υπήρξε μια δυναμική γυναίκα, παραγνωρισμένη δημιουργός της οποίας η ποίηση διέθετε "αθωότητα και αυθεντικότητα". Το βιβλίο έχει τίτλο: "Η Κατίνα Παΐζη, Πόσο πολύ σ' αγάπησα" και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δοκιμάκη, στη σειρά "Οι λησμονημένοι του τόπου μας".
Πρόκειται για μια ποιήτρια του Μεσοπολέμου. Με όχι ιδιαίτερα εκτεταμένο έργο, όμως με στίγμα προσωπικού ύφους και με ήθος ζωής.
Περνώντας από το «Εγώ» στο «Εμείς», από το ατομικό στο συλλογικό υποκείμενο συμμετέχει στην αντίσταση και στο ΕΑΜ.
Η πολεμική μηχανή των Γερμανών είχε αρχίσει να δείχνει τα πρώτα σημάδια κόπωσης, με τα εργατικά χέρια να είναι αναγκαία για τους Ναζί του Αδόλφου Χίτλερ, προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγικότητα όσο ο πόλεμος έμπαινε στην πιο κρίσιμη καμπή του. Έτσι από τα γερμανικά επιτελεία λαμβάνεται μία απόφαση. Αυτή η απόφαση επιβάλλει «Πολιτική Επιστράτευση» στους Έλληνες των πόλεων.
Η Πολιτική Επιστράτευση σήμαινε πως όσοι άνδρες και γυναίκες ήταν ικανοί να εργαστούν θα μεταφέρονταν σε εργοστάσια-στρατόπεδα εργασίας στην Γερμανία, στο Μέτωπο προς την Ρωσία, αλλά και ανά την Μεσόγειο όπου υπήρχε ανάγκη, για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες παραγωγής.
Άλλωστε στις 19 Φλεβάρη ο Γκαίμπελς το είχε δηλώσει: «Ο γερμανικός λαός δίνει το αίμα του. Η άλλη Ευρώπη ας δώσει την εργασία!».
Από το μεσημέρι της Τρίτης 4 Μάρτη του 1943 δεκάδες χιλιάδες λαϊκοί αγωνιστές βρίσκονταν σε πυρετώδη κίνηση. Τα τυπογραφεία και οι πολύγραφοι δούλευαν αδιάκοπα. Πλακάτ, σημαίες, συνθήματα ετοιμάστηκαν. Τα σχέδια πορείας του κάθε κλάδου και τομέα καταστρώθηκαν. Χιλιάδες προκηρύξεις και τρικ μοιράστηκαν. Τα ΧΩΝΙΑ τότε εφευρέθηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή.
Ξημέρωσε η Τετάρτη 5 Μάρτη του 1943. Όλη η κίνηση, όλες οι υπηρεσίες σταματημένες. Η ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ήταν πράγματι ΚΑΘΟΛΙΚΗ. Όλα νεκρώθηκαν. Εργάτες, υπάλληλοι, βιοτέχνες, έμποροι, όλοι απεργούν, όλα κλειστά και τότε άρχισε να ξεχύνεται στο κέντρο της Αθήνας ο λαϊκός χείμαρρος των συνοικιών. Για πρώτη φορά τόσο πυκνές λαϊκές μάζες κατέβηκαν στο πεζοδρόμιο για να διεκδικήσουν και να επιβάλουν τα αιτήματά τους. Για πρώτη φορά παρουσιάστηκε μια τόσο μεγάλη σε όγκο και μαχητικότητα ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ. Αυτό ήταν πρωτοφανές όχι μόνο για την Αθήνα αλλά και για τις μεγάλες ξένες πρωτεύουσες κι αυτό όχι σε καιρούς ειρηνικούς αλλά κάτω απ’ τον πιο βάρβαρο καταχτητή.
Οι συγκρούσεις είχαν ως αποτέλεσμα τουλάχιστον 7 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες.
Η Κατίνα συνυπογράφει μαζί με άλλους κορυφαίους συγγραφείς, ποιητές και διανοούμενους την επιστολή διαμαρτυρίας που απηύθυναν προς τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, μετά τα αιματηρά γεγονότα της μεγάλης διαδήλωσης στις 5 Μαρτίου του ’43. Για τη συμμετοχή της στη διαδήλωση κλήθηκε σε Πειθαρχικό συμβούλιο γιατί κρατούσε μαζί με την Γαλάτεια Καζαντζάκη και τον Κούλη Ζαμπαθά ένα πανώ με το σύνθημα Η ΤΕΧΝΗ ΣΤΟ ΛΑΟ. Τελικά την μετέθεσαν από το Μαράσλειο στο 2ο εξατάξιο της Καλλιθέας.
Από τα λυρικά της ποιήματα είχε στραφεί κάποιες φορές στη στρατευμένη ποίηση, καταγγέλλοντας τη κοινωνική αδικία με έντονο ύφος και με το πάθος του αντιστεκόμενου ανθρώπου:
«Χυμούν οι γύπες και ξερνούν φωτιά και σίδερο/ των μανιασμένων δολοφόνων τα κανόνια./ Και τα γεννήματα ν’ αρπάξουν αγωνίζονται/ κι άδεια ν’ αφήσουν κι αιματόβρεχτα τ’ αλώνια» (Η μάχη της σοδειάς).
Στενά συνδεδεμένη με την αδελφή της Αλέκα την επισκέπτεται στις εξορίες της και αργότερα παρακολουθεί τη θεατρική διαδρομή της. Η ποιήτριά μας είναι πάντα στο πλευρό του άντρα της, του μουσικού Γιώργου Ζωγράφου και του γιου τους Ορέστη. Μητέρα, σύζυγος, αδελφή, δασκάλα, συναγωνίστρια, φίλη και ποιήτρια. Ταυτίσεις που τις τίμησε με περίσσεια πίστη και αυταπάρνηση.
[1] Μέθοδος Μοντεσσόρι: είναι ένα εκπαιδευτικό σύστημα που αναπτύχθηκε από την παιδαγωγό Μαρία Μοντεσσόρι, εφαρμόζεται σε περίπου 60.000 σχολεία σε όλο τον κόσμο (με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο), εξυπηρετώντας παιδιά από τη γέννησή τους έως την ηλικία των δεκαοκτώ. Η μοντεσσοριανή παιδαγωγική βασίζεται στην ανεξαρτησία, στην ελευθερία επιλογής της εκπαιδευτικής τους πορείας (εντός κωδικοποιημένων ορίων) και στο σεβασμό της φυσικής σωματικής, ψυχολογικής και κοινωνικής ανάπτυξης του παιδιού.
Όταν η Μοντεσσόρι επινόησε τη μέθοδο, η παιδική εκπαίδευση ήταν πολύ άκαμπτη και διαφορετική από τη σημερινή. Όπως έγραψε στο βιβλίο Η ανακάλυψη του παιδιού, τα παιδιά ήταν περιορισμένα στα θρανία, από τα οποία δεν μπορούσαν να μετακινηθούν, και η διδασκαλία γινόταν με βίαιο θεωρητικό τρόπο. Πολλές ιδέες της μεθόδου Μοντεσσόρι, όπως η χρήση επίπλων κατάλληλου μεγέθους (όλα "φιλικά προς το παιδί"), έχουν σήμερα εισέλθει στην εκπαίδευση όλων των παιδικών σταθμών και για το λόγο αυτό σήμερα φαίνονται κοινότοποι και όχι επαναστατικοί όπως τότε. Ορισμένες άλλες εκπαιδευτικές μορφές και μέθοδοι, ωστόσο, εξακολουθούν να είναι χαρακτηριστικές ,ακόμη και σήμερα, αποκλειστικά της μεθόδου Μοντεσσόρι. Ένα παράδειγμα είναι η απαγόρευση να δίνονται βαθμοί στο παιδί ή να κρίνεται με οποιονδήποτε τρόπο.
Η Μαρία Μοντεσσόρι άρχισε να αναπτύσσει τη φιλοσοφία και την μέθοδό της το 1897, παρακολουθώντας μαθήματα παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, διερευνώντας έτσι την εκπαιδευτική θεωρία από τα προηγούμενα 200 χρόνια. Το 1907, λειτούργησε την πρώτη της τάξη , που ονομάζεται "το σπίτι των παιδιών", σε ένα λαϊκό κτίριο της Ρώμης. Από την αρχή, η Μοντεσσόρι στήριξε την δουλειά της στις παρατηρήσεις των παιδιών και σε πειραματισμούς με το περιβάλλον, με υλικά και μαθήματα στη διάθεσή τους. Η Μοντεσσόρι συχνά προσδιορίζει το έργο της ως "επιστημονική παιδαγωγική".
Η μέθοδος Μοντεσσόρι εξαπλώθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής το 1911 και έγινε γνωστή στον τομέα της εκπαίδευσης και των λαϊκών εκδόσεων. Ωστόσο, η σύγκρουση μεταξύ της Μοντεσσόρι και της αμερικανικής εκπαιδευτικής μεθόδου και ιδιαίτερα η δημοσίευση, το 1914, ενός κριτικού φυλλαδίου, το «The Montessori System Examined», (" Η εξέταση του συστήματος Μοντεσσόρι") που γράφτηκε από τον αμερικανικό παιδαγωγό William Heard Kilpatrick, περιόρισε τη διάχυση των ιδεών της. Οι ιδέες της Μοντεσσόρι επέστρεψαν στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1960, και από τότε εξαπλώθηκαν σε χιλιάδες αμερικανικά σχολεία.
Το μοντέλο Μοντεσσόρι έχει δύο θεμελιώδη στοιχεία: πρώτον, τα παιδιά και οι ενήλικες πρέπει να δεσμευτούν να οικοδομήσουν το δικό τους χαρακτήρα μέσα από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον τους. Δεύτερον, τα παιδιά, ειδικά εκείνα κάτω των έξι ετών, πρέπει να γνωρίσουν μια σημαντική πορεία πνευματικής ανάπτυξης. Με βάση τις δικές της παρατηρήσεις, η Μοντεσσόρι πίστευε ότι δίνοντας στα παιδιά την ελευθερία να επιλέγουν και να ενεργούν ελεύθερα μέσα σε ένα περιβάλλον που προετοιμάζεται σύμφωνα με το μοντέλο της, θα συνέβαλλε αυθόρμητα στη βέλτιστη ανάπτυξη.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου