Η αρχή της ηδονής λειτουργεί ως όριο στην απόλαυση, ως νόμος που προστάζει το υποκείμενο να απολαμβάνει λιγότερο. «Για να νιώσεις ηδονή οφείλεις να μην απολαμβάνεις». Αυτό είναι το μότο της αρχής της ηδονής. Το υποκείμενο όμως προσπαθεί συνεχώς να υπερβεί τις απαγορεύσεις της αρχής της ηδονής. Τελικά, το αποτέλεσμα της υπέρβασης αυτής δεν είναι περισσότερη ηδονή αλλά πόνος, καθώς το υποκείμενο αντέχει μια συγκεκριμένη ποσότητα ηδονής. Όταν το όριο αυτό «σπάει», τότε η ηδονή γίνεται οδύνη. Αυτή η οδύνη είναι το όνομα της απόλαυσης. Γιατί λέμε όμως «απόλαυση»; Εδώ είναι το παράδοξο της απόλαυσης: εκφράζει την ικανοποίηση που λαμβάνει το υποκείμενο απ’ το σύμπτωμα του, την οδύνη που βιώνει απ’ την ίδια του την ικανοποίηση. Η αρχή της ηδονής λοιπόν επιχειρεί να συγκρατεί την διέγερση σε κατώτερο επίπεδο. Αντιθέτως, οι ενορμήσεις επιτρέπουν στο υποκείμενο να υπερβεί την αρχή της ηδονής ώστε να φτάσουν στην απόλαυση. Με αυτήν την έννοια κάθε ενόρμηση είναι στην ουσία ενόρμηση θανάτου.
Η ενόρμηση του θανάτου συνιστά τάση της συμβολικής τάξης να παράγει την επανάληψη.
Ειδικότερα, η ενόρμηση του θανάτου συνιστά διάσταση κάθε ενόρμησης και αυτό για τους εξής λόγους:
- Κάθε ενόρμηση επιδιώκει την ίδια της την εξαφάνιση αφού στοχεύει στην πλήρωση της με το αντικείμενο της.
- Κάθε ενόρμηση εμπλέκει το υποκείμενο στην επανάληψη.
- Κάθε ενόρμηση συνιστά προσπάθεια υπέρβασης της αρχής της ηδονής, δηλαδή να φθάσουμε στην απόλαυση.
Η επανάληψη είναι συμβολικής τάξης. Το σημαίνον μπορεί να καταφέρνει να ακυρώνει την πρωταρχική απόλαυση όμως παράγει μια άλλη απόλαυση που την ονομάζουμε υπεραπόλαυση: η δράση αυτής της απόλαυσης από το σημαίνον κινεί την λειτουργία της επανάληψης, της συνήθειας. Η επανάληψη έτσι όχι μόνο αστοχεί στην σχέση της με το πραγματικό αλλά συνιστά αναζήτηση απόλαυσης, γεγονός που την συσχετίζει με την ενόρμηση του θανάτου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου