Κάποτε, όχι πολύ μακριά από το «σήμερα», ασκείτο στα ανθρώπινα πλάσματα η υπερεγωτική πίεση να ταυτιστούν, κατ’ ανάγκη, είτε με μια ανδρική φιγούρα είτε με μια γυναικεία και παράλληλα να επισφραγίσουν αυτή την ταύτιση με την επιλογή ενός παρτενέρ που ανήκει στο άλλο φύλο. Αυτή η πίεση τείνει προοπτικά να εκλείψει σήμερα. Ζούμε σε κοινωνίες που δεν είναι πια απαγορευτικές αλλά μάλλον επιτρεπτικές, αν όχι προτρεπτικές προς κάθε μορφή εμπειρίας.
Ναι μεν υπάρχουν άνδρες και γυναίκες από βιολογική άποψη με βάση κάποια ατομικά χαρακτηριστικά, αλλά ο τρόπος που λειτουργεί κάθε υποκείμενο στο επίπεδο της απόλαυσης, της σεξουαλικής εμπειρίας, στο επίπεδο των ερωτικών του παθών δεν καθορίζεται από το ατομικό του φύλο. Αυτό ίσχυε πάντα αλλά ο πατριαρχικός θεσμός κατάφερνε να βάλει τους ανθρώπους σε δύο καλούπια και όποιοι ξέφευγαν από αυτό το πράγμα ήταν είτε αδερφές είτε λεσβίες είτε ανώμαλοι, είτε εκφυλισμένοι και πάντα διωκόμενοι, τουλάχιστον στο σύγχρονο κόσμο. Αυτή η μυθοπλασία της διαφοράς των φύλων που θα υπόκειτο σε κάποιες βιολογικές προδιαγραφές έχει πλήρως αποσαρθρωθεί και οι άνθρωποι στο σύγχρονο κόσμο βιώνουν εμπειρίες απόλαυσης, ερωτικών παθών, στο επίπεδο των οποίων δεν είναι κατ’ ανάγκη υποχρεωμένοι να υιοθετήσουν μια στερεότυπη έμφυλη ταυτότητα.
Έτσι, στον βαθμό που η γυναικεία ομοφυλοφιλία εξαλείφει το ανδρικό όργανο δεν είναι δυνατόν να την τοποθετούμε στο πεδίο της διαστροφής. Η γυναικεία ομοφυλοφιλία αποτελεί «αγάπη για τις γυναίκες», όπως γράφει ο Λακάν. Το γεγονός αυτό της δίνει μια διαφορετική κοινωνική σημασία σε σχέση με την ανδρική. Ναι, η τελευταία αποτελεί τον θεμελιώδη κοινωνικό δεσμό: είναι μια αρχή του κοινωνικού δεσμού. Μπορεί η γυναικεία ομοφυλοφιλία να έχει μεγάλη πολιτισμική σημασία, αλλά δεν έχει θεμελιώδη. Κατά την γνώμη μου, η γυναικεία ομοφυλοφιλία όχι μόνο δεν είναι διαστροφή αλλά θα την ονόμαζα «ετεροφυλοφιλία!».
Από την άλλη, πρέπει να θυμόμαστε ότι η ενοχή είναι κάτι το οποίο εισάγεται απ’ έξω στην εμπειρία της σεξουαλικότητας. Δεν πρόκειται για κάτι εγγενές, εσωτερικό που τάχα την συνοδεύει. Με άλλα λόγια, για να υπάρξει αμαρτία πρέπει πρώτα να αναλάβει υπηρεσία ο νόμος. Η αμαρτία, δηλαδή, αποτελεί κατασκεύασμα του νόμου. Η αμαρτία είναι το εξώγαμο του νόμου. Στο βαθμό που ο νόμος εισάγεται στη σεξουαλική εμπειρία μεταφέρει εκεί το σπέρμα της ενοχοποίησης. Ο νόμος ενοχοποιεί εκ των προτέρων, συγκροτεί το υποκείμενο εξ ορισμού ως ένοχο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, της ενοχής που αναδύεται από την επαφή με το σεξ, από τον τρόπο πρόσβασης στη σεξουαλικότητα, εκεί ο καθοριστικός φορέας του νόμου είναι αυτό που ο Φρόυντ ονόμασε υπερεγώ.
Όπου λειτουργεί το υπερεγώ ενεργοποιείται ένας μηχανισμός ενοχοποίησης της απόλαυσης και της σεξουαλικότητας. Απολαμβάνεις; Τότε είσαι ένοχος!
Είσαι ένοχος διότι σ’ όλες τις οιδιπόδειες μυθοπλασίες, η απαγόρευση της αιμομιξίας στοιχειοθετεί εξ ορισμού ότι το ερωτικό αντικείμενο είναι απαγορευμένο. Η Μητέρα είναι απαγορευμένη για όλους μας. Τι κι αν αποτελεί το ερωτικό μας αντικείμενο! Μας απαγορεύεται. Οποιαδήποτε ερωτική έφεση κατευθυνόμενη προς το ερωτικό αντικείμενο, σημαίνει ευθύς εξ αρχής ένοχη.
Ο νόμος και πολύ περισσότερο το υπερεγώ είναι ένα υποκείμενο της γνώσης που «κατοικεί» εντός μας. Πρόκειται για έναν ενδόμυχο παντογνώστη! Ξέρει τα πάντα για μας, πριν από μας. Πριν από το να γίνει αυτή η γνώση αντιληπτή από την συνείδηση μας. Αν έχουμε, για παράδειγμα, αδυναμία στα μπούτια της αδερφής μας, το υπερεγώ είναι το πρώτο που το ξέρει.
Το υπερεγώ εισάγει στην στη σεξουαλικότητα στοιχεία ενοχοποίησης. Πρόκειται για μια Καφκική μηχανή[1] που εγκαθίσταται στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής και ενοχοποιεί όχι μόνο κάθε εμπειρία, αλλά και κάθε ερωτικό σκίρτημα της σάρκας που εντοπίζει.
Με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την Δίκη, ο Τσέχος, Γερμανόφωνος και εβραϊκής καταγωγής, συγγραφέας διατυμπανίζει ότι ο σύγχρονος άνθρωπος συχνά έρχεται αντιμέτωπος με αόρατους ιμάντες που καθοδηγούν τη ζωή του και ορίζουν την τύχη του, αδυνατώντας συχνά όχι απλώς να αλλάξει τη ροή των πραγμάτων, αλλά να κατανοήσει τις διαδικασίες και τους απρόσωπους παράγοντες των οποίων είναι δέσμιος.
Ένας τέτοιος ιμάντας είναι το Υπερεγώ[2].
Οφείλουμε όμως να γνωρίζουμε ότι υπάρχει και μια άλλη πιο σκοτεινή όψη στη λειτουργία του υπερεγώ. Λειτουργεί ως προτροπή. Σε προτρέπει, σου λέει πού πρέπει να στρέψεις τη προσοχή σου, ποιο είναι το ποθητό αντικείμενο. Με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί ως μηχανισμός προτροπής και σε «σπρώχνει» να παραβείς τον νόμο και τον κανόνα. Το υπερεγώ επιτάσσει την απόλαυση. Μόνο που αυτό διχάζει. Διχάζει διότι το επιθυμητό αντικείμενο, αυτό προς το οποίο σε προτρέπει, στο επισημαίνει ταυτόχρονα ως απαγορευμένο. Με αυτή την έννοια εισάγει στον ανθρώπινο ψυχισμό ένα είδος εσωτερικού διχασμού. Αφού διχάσει το υποκείμενο, στη συνέχεια το παραπέμπει, κάθε φορά που επιθυμεί, στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
Υπάρχει και ένα είδος ενοχής διαφορετικό από όλα αυτά, που το ανθρώπινο πλάσμα καταφέρνει να το προμηθευτεί σε βάρος του, κατά την πρόσβαση στο περιπόθητο αντικείμενο. Αυτό συμβαίνει διότι η αντλούμενη απόλαυση υπολείπεται πάντα των προσδοκιών του. Επειδή η απόλαυση είναι πεπερασμένη, υπάρχει ένα πέραν της απόλαυσης και αυτό το πέραν της απόλαυσης που δεν καταφέρνω να το ιδιοποιηθώ μού δημιουργεί την αίσθηση μιας απώλειας για την οποία νιώθω υπεύθυνος και η οποία μετατρέπεται σε συναίσθημα ενοχής. Στο βαθμό που δεν καταφέρνω να ανταποκριθώ στις προσδοκίες της φαντασίωσής μου, είμαι ένοχος απέναντί τους, γιατί αδυνατώ να τις εκπληρώσω στο ακέραιο. Η σεξουαλικότητα δεν είναι μόνο το κατ’ εξοχήν πεδίο της απόλαυσης, είναι επίσης προνομιακό πεδίο για την έκλυση ενοχών!
[1] Η Μηχανή Κάφκα δουλεύει στο φουλ: Ο συγγραφέας έχει τη μαγική ικανότητα να καθιστά σύνθετο το απλό, γιγάντιο το μικρό, παράλογο το λογικό, μυστήριο το προφανές, ουσιώδες το ασήμαντο, σοβαρό το γελοίο, αξιοπερίεργο το τετριμμένο, και τανάπαλιν. Να βάζει ανθρώπους και ζώα να κάνουν ενδελεχείς επιστημονικές έρευνες για να βγάλει το συμπέρασμα πως κάθε έρευνα είναι σχεδόν πάντα καταδικασμένη να πέφτει στο κενό. Να τοποθετεί ανθρώπους και ζώα στο πλαίσιο της ομιλίας, της δήλωσης, της εξομολόγησης, για να βγάλει το συμπέρασμα πως ούτε καν το πρώτο πρόσωπο, το Εγώ που μιλά τον εαυτό του με πλήρη συνείδηση, δεν μπορεί να εκφράσει απόλυτα την αλήθεια του λόγου (και της) ύπαρξής του. Και προπάντων: να βάζει τον αναγνώστη σε μια θέση όπου νομίζει ότι καταλαβαίνει για τι πράγμα γίνεται λόγος, ποιο είναι κάθε φορά το διακύβευμα, ποιο είναι το κεντρικό νόημα της αφηγούμενης ιστορίας, και κάθε φορά ο αναγνώστης να έχει την αίσθηση ότι το νόημα, για μία ακόμα φορά, του έχει διαφύγει. Ίσως η μόνιμη διαφυγή του νοήματος να είναι η ιλαροτραγική ουσία του καφκικού σύμπαντος.
[2] Γενικότερα η εσωτερίκευση είναι η διαδικασία αποδοχής και υιοθέτησης από το υποκείμενο εξωτερικών ιδεών, αξιών και κανόνων ενός άλλου (ή άλλων) σε βαθμό που να θεωρούνται στοιχεία της προσωπικότητας του. Ένα εσωτερικευμένο αντικείμενο μπορεί να βιώνεται ως τιμωρητικό απέναντι στο Εγώ. Αυτό παραπέμπει στην έννοια του Υπερεγώ και πρωτίστως στην αυστηρότητα του (π.χ. εσωτερικευμένος αυστηρός πατρικός νόμος). Το Υπερεγώ αντιπροσωπεύει την εσωτερίκευση των κανόνων της κοινωνίας: η σχέση εξουσίας πατέρα-παιδιού εσωτερικεύεται σε σχέση Εγώ-Υπερεγώ. Η εσωτερίκευση αφορά στο φαντασιακό πέρασμα ενός αντικειμένου στο εσωτερικό του
υποκειμένου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου