Παρασκευή 17 Ιουνίου 2022

Η Κατάθλιψη είναι ένας πολύ κοντινός γείτονας της απελπισίας.

 

Στη ψυχανάλυση η κατάθλιψη δεν είναι απλά η εκδήλωση μιας εγκεφαλικής χημικής ανισορροπίας,  η οποία έχει αναχθεί σε αίτιο του συμπτώματος. Στη ψυχανάλυση η κατάθλιψη είναι ένδειξη ότι κάτι πάει στραβά στη σχέση του υποκειμένου με τον Άλλον.

Η κατάθλιψη είναι ένα σημάδι ότι κάποιος υποφέρει, όχι από κάτι που έρχεται από έξω ή στο οποίο δεν έχει έλεγχο, αλλά αντιθέτως, από μια επιλογή που έκανε, αν και μια ασυνείδητη επιλογή: μια επιλογή του υποκειμένου προς την απόλαυση. Κατά την εντολή του υπερεγώ (απόλαυσε!), το υποκείμενο επιλέγει να γεμίσει τη έλλειψη του με αντικείμενα που φράζουν το κενό αντί να βρει μια δημιουργική απάντηση στην έλλειψη παίρνοντας το δρόμο της επιθυμίας.

Η ψυχανάλυση μιλάει για θλίψη, την κατάσταση που φέρει το αποτέλεσμα της κατάθλιψης ως ηθική αποτυχία του υποκειμένου που βρίσκεται αντιμέτωπο με το καθήκον της ομιλίας. Το υποκείμενο επιλέγει την παραίτηση από το να παραδώσει στην έλλειψη το χαμένο αντικείμενο, πράγμα που θα επέτρεπε τη λειτουργία του ως αίτιο επιθυμίας του υποκειμένου. 

Αυτό που κάνει το υποκείμενο δηλαδή είναι ότι βρίσκει ένα φραγμό για να αμυνθεί της έλλειψης του και του ευνουχισμού. Το υποκείμενο αποκηρύσσει το δρόμο της έλλειψης με αντάλλαγμα την συσσώρευση της απόλαυσης.  Η καταθλιπτική θέση (διότι περί θέσεως πρόκειται) είναι λοιπόν ένας τρόπος απόλαυσης. Μιας απόλαυσης όμως της οποίας οι ιδιαίτερες συντεταγμένες πρέπει να προσδιοριστούν για το κάθε ιδιαίτερο υποκείμενο.

Το σώμα, από την άλλη, είναι άμεσα εμπλεκόμενο όπως φαίνεται ξεκάθαρα από τις μεταφορές που χρησιμοποιούνται στην ομιλία του υποκειμένου που περιγράφει τα αποτελέσματα μιας τέτοιας κατάστασης. Το βασικό χαρακτηριστικό δεν είναι τόσο το αποτέλεσμα (affect) της θλίψης ή οι διάφορες διακυμάνσεις του (θυμός, απελπισία, αηδία προς τη ζωή, μια αίσθηση μη νοήματος, κλπ).  Αυτό που θα ονομάζαμε βασικό χαρακτηριστικό της κατάθλιψης είναι το λιμπιντικό «ξεφούσκωμα» του σώματος. Ένας άνθρωπος με κατάθλιψη μιλάει συχνά για την ανικανότητά του να κινηθεί, και μπορεί να βιώνει το σώμα του σαν απολιθωμένο, κοκαλωμένο, αμετακίνητο. Το σώμα γίνεται ο πλέον προνομιούχος τόπος, όπου το υποκείμενο βιώνει, με δυσβάσταχτο τρόπο, την απουσία επιθυμίας για ζωή, απουσία του σημαντικού κάτι (υπερ-απόλαυση) που θα κινητοποιούσε το υποκείμενο της επιθυμίας, μια απουσία που καταλήγει στο ξεφούσκωμα του σώματος. Το υποκείμενο κάποτε μιλάει για «κάτι που είναι πάρα πολύ», βαρύ στο σώμα και στο μυαλό, και το οποίο μπορούμε να αναγνωρίσουμε μέσω της υπερβολής ή της συσσώρευσης της απόλαυσης. 

Όπως γνωρίζουμε, το ασυνείδητο αναγνωρίζει ένα σημαίνον σε ότι αφορά το φύλο: τον συμβολικό φαλλό. Για τα παιδιά δεν υπάρχουν δύο φύλα αλλά ένα. Στο μυαλό του μικρού αγοριού ή του μικρού κοριτσιού όλοι έχουν ένα πέος. Αν ρωτήσουμε τα μικρά παιδιά αν η μαμά έχει όργανο θα πει «ναι, το έχει».  Κι αν δει ότι δεν το έχει πάει να πει ότι κάποιος το πήρε!  Το γυναικείο φύλο λοιπόν ως τέτοιο δεν υπάρχει στο ασυνείδητο. Η θέση που παίρνει το κάθε υποκείμενο στην παιδική ηλικία σε σχέση με αυτό το φαλλικό σημαίνον είναι που καθορίζει την έμφυλη διαφορά: αντρική ή γυναικεία θέση.  Για αυτό, στη ψυχανάλυση, η βιολογική διαφορά μεταξύ «των φύλων» δεν αφορά και τη θέση του κάθε υποκειμένου στον ευνουχισμό και τη σχέση του με την απόλαυση. Η γυναικεία θέση, έχοντας υπόψη την απουσία του σημαίνοντος της θηλυκότητας, θα έχει από εδώ και στο εξής το ερώτημα «τι είναι γυναίκα;».  Πάνω σε ένα τέτοιο ερώτημα κτίζεται και η νεύρωση και μπορεί να διαφοροποιηθεί από τη ψύχωση. 

Στην κλινική ακούμε γυναίκες να παραπονιούνται ατελείωτα για τις μητέρες τους, κάποιες φορές ο θυμός παίρνει τη μορφή μίσους προς τη μητέρα.  Μια μητέρα που δεν μπόρεσε να απαντήσει στο ερώτημα «τι είναι γυναίκα;» μέσα από τη σχέση της με τον πατέρα αξίζει ίσως ένα θυμό... 

Το γυναικείο σώμα προσφέρεται μέσα από την ιδέα της θηλυκότητας, μια μασκαράτα, προσφέρεται προς τον παρτενέρ ως αντικείμενο-αίτιο της επιθυμίας και της αγάπης του, μια μορφή ανταμοιβής εν τη απουσία του σημαίνοντος της θηλυκότητας. «Θα σου δώσω να απολαύσεις το σώμα μου (θυσία) αν με αγαπήσεις ως θηλυκό». Το υποκείμενο δηλαδή γίνεται ο φαλλός, το αντικείμενο της επιθυμίας. Ας ξεκαθαρίσουμε: όταν λέμε φαλλός δεν εννοούμε το όργανο αλλά το σημαίνον της έλλειψης και της επιθυμίας. Αυτό το σημαίνον θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε για τον καθένα.

Η φαλλική αυτή επένδυση μέσω της μασκαράτας είναι η «θυσία» που επιδιώκει την αγάπη του Άλλου. Κι όταν αυτή η αγάπη δε βρίσκει ανταπόκριση υπάρχει ο κίνδυνος της μελαγχολίας. Εκεί έρχεται αντιμέτωπο το υποκείμενο με την έλλειψη, αλλά και με το τραυματικό του πραγματικού της απόλαυσης του σώματός της.

 Το ναρκισσιστικό τραύμα ξυπνά μέσα από την αγάπη, μπορούμε να το πούμε αυτό;  Όσες προσπάθειες  ικανοποίησης της έλλειψης της παρτενέρ του κι αν κάνει ο άνδρας δεν μπορεί να ικανοποιήσει αυτή την έλλειψη. Λένε οι άνδρες «ότι κι αν κάνω είναι λίγο», «δε ξέρω τι να κάνω πια για να την ικανοποιήσω», μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα!

Είναι λοιπόν η έλλειψη, όχι μόνο της απουσίας της αγάπης αλλά και η παρουσία της που φέρνει το υποκείμενο «πρόσωπο-με-πρόσωπο» με τη δομική του έλλειψη, δηλαδή το κενό του ως υποκειμένου. Το αντικείμενο λοιπόν δεν είναι εν τη απουσία του που «λάμπει» αλλά δια της παρουσίας του. Το ίδιο συμβαίνει και με το Άγχος, το μόνο αληθινό συναίσθημα «που δεν ξεγελά» (Λακάν), και τόσο σχετικό με τη γυναικεία θέση. Θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε παρακολουθώντας το σημερινό πρότυπο του «απόλυτου θηλυκού», την Αντζελίνα Τζολί, πώς συναντιέται η απουσία του σημαίνοντος «Γυναίκα» με την κατάθλιψη και το άγχος. 

Το πραγματικό της Άλλης απόλαυσης, της απόλαυσης της θηλυκότητας, (αυτό που συνήθως ακούμε στα σχόλια «δεν μπορώ να την καταλάβω», «η γυναίκα είναι μυστήριο») δεν προσδιορίζεται από τη φαλλική απόλαυση (την ανδρική θέση) η οποία υπακούει στο σημαίνον, είναι εκτός της γλώσσας. Στην υστερική δομή το υποκείμενο αρνείται να υπακούσει στο λόγο του ασυνειδήτου, το Λόγο του Κυρίου. Αρνείται με σκοπό να αφεθεί στην απόλυτη απόλαυση, την Άλλη απόλαυση, αυτή που ακούμε στην κλινική από διάφορες γυναίκες ως εκείνο «που δεν μπορεί κανείς να περιγράψει», «δεν έχει λόγια», εκεί που συνήθως αναδύεται ένα άγχος. Κι όταν το υποκείμενο βρεθεί αντιμέτωπο με την απουσία αυτή, την απουσία απάντησης στο ερώτημα «Τι είναι Γυναίκα;», εκεί επέρχεται το άγχος και η κατάθλιψη.

Είναι εδώ, ίσως, το κατάλληλο σημείο για να αναλύσουμε τον διαφορετικό τρόπο που το κάθε έμφυλο υποκείμενο (ανατομικά «άνδρας» ή «γυναίκα») τοποθετείται απέναντι στην απόλαυση. Γιατί είναι αυτός ακριβώς ο τρόπος που ξεχωρίζει ψυχαναλυτικά την «γυναίκα» από τον «άνδρα». 

Τι είναι λοιπόν ένας άνδρας;  Κατά τη ψυχανάλυση, ο άνδρας είναι αυτός που υποτάσσεται στον συμβολικό νόμο του ευνουχισμού, που έχει συναντήσει την απαγόρευση, που λέει «ναι» στη φαλλική απόλαυση. Κι όταν λέμε φαλλός στη ψυχανάλυση δεν εννοούμε το πέος, ας το διευκρινίσουμε αυτό προς αποφυγή παρερμηνειών. Ο φαλλός δεν είναι αντικείμενο, όργανο, αλλά σημαίνον, το σημαίνον της επιθυμίας που αφορά και τον άνδρα και τη γυναίκα.  Σε αναφορά στο σημαίνον φαλλός μπορούμε να μιλήσουμε για το έμφυλο. Δεν μπορεί να υπάρξει το έμφυλο (άνδρας/γυναίκα) χωρίς την παρέμβαση του φαλλικού σημαίνοντος αλλιώς μιλάμε για αποκλεισμό της πατρικής λειτουργίας, δηλαδή τη ψύχωση.

Η στάση του άνδρα προς το φαλλό είναι γνωστή: είναι η δύναμη αλλά και η αχίλλειος πτέρνα του. Γνωρίζουμε το παιχνίδι που παίζουν τα αγοράκια (κάποιες φορές και τα μεγάλα αγόρια) όταν αναμετρούνται στο μέγεθος του οργάνου, ή το πώς ανταγωνίζονται μεταξύ τους στην επαγγελματική επιτυχία ή το εισόδημά τους. Φυσικά, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε και το ότι πολλοί απαριθμούν τις σεξουαλικές τους κατακτήσεις λαμβάνοντας μια σημαντική επιβεβαίωση και επιφωνήματα γεμάτα ενθουσιασμό από τους φίλους τους, σήμερα ένα «παιχνίδι» που παίζεται και από γυναίκες. Οι γυναίκες ανατομικά δεν είναι άνδρες αλλά μπορεί να έχουν φαλλική θέση[1], ακριβώς όπως κι ένας άνδρας μπορεί να έχει μια γυναικεία θέση ως προς την απόλαυσή του όπως ανέφερα παραπάνω. Είναι βεβαίως η δομή της φαλλικής γυναίκας διαφορετική από εκείνη του άνδρα, κι αυτό θα συζητηθεί σε ένα άλλο κείμενο. Ας επιστρέψουμε λοιπόν στους άνδρες και την φαλλική τους θέση.

Κλινικά συναντάμε αρκετούς για τους οποίους η φαλλική αυτή «δύναμη», δύναμη του έχειν, έχει διαταραχθεί. Συνήθως μετά από μια επαγγελματική ή σεξουαλική αποτυχία, τη γέννηση του παιδιού τους, ή ένα χωρισμό. Μπροστά στην «αποτυχία» ο άνδρας μετατρέπεται σε ένα απίστευτα αβοήθητο πλάσμα και θα κάνει οτιδήποτε για να μπορέσει να επανέλθει στη φαλλική του ταυτότητα.

Τι είναι αυτό που διαταράσσεται, αυτό που αναστατώνει το κάθε υποκείμενο; Ο άνδρας μετριέται και καταξιώνεται μέσα από το «έχειν», την επιτυχία του, τα λεφτά του, την ανδρική εικόνα, όπως έχει καθοριστεί αυτή από τον κοινωνικό λόγο. Ο άνδρας συνδέει τον ευνουχισμό με το αντικείμενο, έχει τη ψευδαίσθηση ότι η «κατάκτηση», η «απόκτηση» του αντικειμένου εκμηδενίζει τον ευνουχισμό του, ή έστω τον αποκρύπτει.

Τι γίνεται με την ανδρική απόλαυση; Γιατί λέμε ότι ένας άνδρας είναι πολύ πιο απλός από μία γυναίκα, γιατί λένε οι άνδρες συχνά αστειευόμενοι ότι είναι ευκολότερο να ανέβει κανείς το Έβερεστ παρά να καταλάβει μια γυναίκα; Εκεί ακριβώς έγκειται και η διαφορά της ανδρικής με τη γυναικεία απόλαυση.

Η απόλαυση δεν είναι της τάξεως του λόγου, δεν μπορεί να λογοποιηθεί, είναι ακριβώς αυτό που συναντά ο κάθε άνθρωπος ως πραγματικό, αυτό που είναι πέραν του λόγου και της κατανόησης, μια συνάντηση για την οποία έχουν γραφτεί τόσα και τόσα, κυρίως για το άγχος που ενέχει μια τέτοια συνάντηση.  Ας μην ξεχνάμε και τις παρερμηνείες που έχουν γίνει από τη σύγχρονη ψυχολογία ως προς την τραυματική αυτή συνάντηση με το πραγματικό, με την απόλαυση, της οποίας τα παράγωγα, το σύμπτωμα δηλαδή, ονομάζει «μετατραυματικό στρες». 

Ας επιστρέψουμε στην ανδρική φαλλική θέση όμως. Η φαλλική απόλαυση μπορεί να συνδεθεί με το λόγο, δεν είναι εντελώς «χωρίς νόημα» όπως είναι η γυναικεία απόλαυση η οποία ονομάζεται «Άλλη απόλαυση», άλλη ως…αλλόκοτη, εκτός της γλώσσας και της δομής της. Η φαλλική απόλαυση μπορεί να λογοποιηθεί μέσα από τη γλώσσα, συνδέεται εν μέρει με την παρουσία και την απουσία, τη στύση και την υποχώρησή της. Η γυναικεία απόλαυση δεν υπάγεται όλη στο φαλλικό σημαίνον, κάτι μένει απέξω, μια άλλη απόλαυση για την οποία δεν υπάρχει σημαίνον, είναι εκτός γλώσσας.

Η γυναίκα, μυστήρια και απροσδιόριστη, αντιπροσωπεύει για τον άνδρα μια ιδέα του αντικειμένου - αιτίου της επιθυμίας του είτε αυτό εκφράζεται μέσω ενός συγκεκριμένου τρόπου με τον οποίο τον κοιτάει (το βλέμμα), είτε την απόχρωση της φωνής της (φωνή), κλπ.  Η γυναίκα αντιπροσωπεύει το πραγματικό, αυτό που για το υποκείμενο που βρίσκεται στη φαλλική θέση, είναι άγνωστο, μυστήριο, και γύρω από το οποίο κινείται η επιθυμία του.

Η γυναίκα, ή καλύτερα η γυναικεία θέση εν σχέση με την απόλαυση υπεκφεύγει της γλώσσας και του λόγου, του νοήματος.  Είναι η Άλλη απόλαυση που δεν υπάγεται στο φαλλικό σημαίνον, η γυναίκα που είναι «μη-όλη». Ο άνδρας υπάγεται όλος κάτω από το φαλλικό σημαίνον, είναι όλος ευνουχισμένος, η γυναίκα όχι. Για να μην παρεξηγηθούμε το «μη-όλη» στο οποίο αναφέρεται η ψυχανάλυση αφορά ακριβώς το κομμάτι αυτό που δεν υπάγεται στη γλώσσα, στο σημαίνον, στο νόημα, η απόλαυση που δεν είναι δηλαδή φαλλική, που δεν έχει υποστεί ευνουχισμό. Αυτό ακριβώς δημιουργεί και τις παρεξηγήσεις μεταξύ των ανδρών και των γυναικών, ή καλύτερα της ανδρικής φαλλικής θέσης στην απόλαυση και τη γυναικεία «μη-όλη». Αιώνιες παρεξηγήσεις με τη γυναίκα να παραπονιέται πως ο σύντροφός της δεν ανταποκρίνεται στην ανάγκη της για αγάπη, και με τον άνδρα να αισθάνεται πως η σύντροφός του δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με τίποτα. Η γυναίκα λοιπόν, η «μη-όλη», υπάγεται μερικώς στο φαλλικό σημαίνον  και διαμέσου αυτού θα ψάξει την ταυτότητά της, ένα σημαίνον που θα καθορίσει τέλος πάντων το Είναι της. Για αυτό και απευθύνεται στον άνδρα-πατέρα όταν είναι κοριτσάκι για να της δώσει μια απάντηση ως προς το φύλο της και ακολούθως στον σύντροφό της από τον οποίο απαιτεί να της δώσει τη μοναδικότητα της Γυναίκας με κεφαλαίο, της μοναδικής για αυτόν γυναίκας, ώστε να μπορέσει να τοποθετήσει κάπου αυτό που και για την ίδια αποτελεί μυστήριο όσο και για τον άνδρα: τι είναι γυναίκα.

Τι θέλει ο άνδρας από τη γυναίκα; Θέλει να μάθει, διαμέσου της, για αυτό το «μη-όλο», την Άλλη απόλαυση, τη μυστήρια και απροσδιόριστη, θέλει να κατανοήσει τι είναι. Είναι το κομμάτι που τον αφορά όντας ευνουχισμένος, τον αφορά ως προς την επιθυμία του γιατί τον καλεί όπως οι σειρήνες τον Οδυσσέα, και συγχρόνως τον τρομοκρατεί.

Η γυναίκα δεν μπορεί να απαντήσει στον άνδρα ως προς την απόλαυσή της, και ο άνδρας δεν μπορεί να απαντήσει στη γυναίκα ως προς τη δική του. Δεν μπορεί κανείς τους να απολαύσει τον άλλο, η απόλαυση δεν δημιουργεί το Ένα, δηλαδή να απολαύσει ο ένας τον άλλον με τον ίδιο τρόπο, άλλη η θέση του άνδρα προς την απόλαυση και άλλη της γυναίκας.  Για αυτό και ο Λακάν είπε ότι «δεν υπάρχει σεξουαλική σχέση». Η πράξη υπάρχει, το Ένα που κάνει σχέση αφορά δύο, τον άνδρα και τη γυναίκα, ο καθένας με το δικό του, δεν υπάρχει το Ένα που κάνουν οι δύο μαζί, ο μύθος που θέλει τον καθένα να ενώνεται με το "άλλο του μισό".

Καταλαβαίνουμε λοιπόν, ότι η προσδοκία και η ελπίδα του υποκειμένου δεν εκπληρώνονται μέσα από την σεξουαλική σχέση. Αυτή η από – γοήτευση οδηγεί συχνά στην κατάθλιψη.   



[1] Για αυτό ακριβώς μια ανατομικά «γυναίκα» δεν αποκλείεται καθόλου να είναι δομικά διεστραμμένη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου