Τι είναι ο πατέρας,
τι ορίζει την απουσία ή την παρουσία του. Ναι. Τι είναι ο πατέρας; Το άρωμα, η
μυρωδιά του. Τα βήματά του που άκουγες καθώς ανέβαινε τις σκάλες. Το ψάρι το
μεγάλο που ’πιασε και το ’σφιξε με δύναμη κάτω από το μπράτσο του. Το τσάκισμα
στο μανίκι στα λευκά και στα ανοιχτογάλαζα πουκάμισά του, το πιάσιμό σου, που
κρεμιόσουν και σε σήκωνε ψηλά. Ένα χαμόγελο αποδοχής, ένα βλέμμα έγκρισης,
θαυμασμού, μια παρότρυνση: Ωραία η ζωγραφιά σου, μα να προσθέσουμε εδώ έναν
ουρανό; ή μια θάλασσα;. Ο λόγος του που σου αποκάλυψε τον κόσμο, που έβαλε τις
λέξεις στη σειρά, τις σκέψεις σου σε τάξη: Λοιπόν, έλα να σου μάθω τ’ άστρα τ’
ουρανού, τους ήλιους, τους γαλαξίες, τους πλανήτες, το φεγγάρι. Τη Δύση, την
Ανατολή, τα 4 σημεία του ορίζοντα, τις εποχές. Τα μυστικά των δέντρων, των
φυτών, των λουλουδιών. Να σου πω για τα φύλλα τους, τα άνθη, τους καρπούς. Το
χιόνι, τη βροχή. Πώς λειτουργεί το αυτοκίνητο, το μηχανάκι, το ψυγείο, το
πλυντήριο. Πώς σηκώνεται ο χαρταετός, τ’ αεροπλάνο και πετά στους ουρανούς. Από
τι φτιάχνεται το χαρτί, το.., το…, το…, από τι και πώς είναι φτιαγμένος ο
κόσμος. Αλλά και τα όχι του, τα ναι του. Η απαγόρευση, ο νόμος, ο κανόνας:
«Γιωργάκη…, Κώστα…, Κατερίνα…, θα τα πω όλα στον πατέρα σας…. Το όριο, η
τιμωρία, η ποινή. Η δύναμη, η εξουσία. Η εποπτεύουσα αρχή. Ο νους, η σκέψη. Ο
δυνατός και όχι ο αδύναμος. Ο ενεργητικά παρών και όχι μόνο ο φυσικά παρών. Ο
εξισορροπιστής. Η αντίρροπη δύναμη στο μητρικό συναίσθημα. Στις αδηφάγες «απαιτήσεις»
του. Ελάτε τώρα…, όλοι, λίγο πολύ, έχουμε βιώσει την ασυνείδητη ή ακόμα και
συνειδητή, πολλές φορές, επιθυμία της μάνας να «υφαρπάξει» το παιδί απ’ τον
πατέρα, να προσπαθεί να τον κρατήσει λίγο μακριά ή ακόμα μακρύτερα…
Κι όλα αυτά που
παίρνουν την αύρα του και εγγράφονται στους έσω χώρους σου, στα έσω δώματα, δε
συνιστούν το όνομα του πατέρα; Τη γλώσσα σου; Το θεμέλιο λίθο που πάνω του
χτίζεται το γεφύρι της Άρτας; Το πέρασμά σου, το στέριωμά σου στον κόσμο, στο
πραγματικό; Μήπως το ασυνείδητο δεν είναι το θεμέλιο του πραγματικού; Δεν
αποτελούν όλα αυτά την πρώτη ύλη που θα σε «πάει» στο δικό σου αυτόνομο λόγο,
που εγγυάται τη δυναμικότητά σου και θα σε «βγάλει» στη ζωή ως
αυτοκαθοριζόμενο, αυτοεπιβεβαιούμενο και δημιουργικό ον; Δεν είναι η προίκα σου; Ο εξοπλισμός σου; Το
εισιτήριο; Η εξωθητική σου ενέργεια; Αλλιώς στον αέρα. Κομμένες γέφυρες και
δρόμοι. Αλλιώς το ταμείο είναι μείον. Καμία προίκα. Τίποτα δωρισμένο. Τίποτα
χαρισμένο. Χαμένη στην ξενιτιά η γλώσσα. Σχεδόν; Λιγότερο, περισσότερο; Ποιος
ξέρει. Ανάλογα με «την έκταση της βλάβης». Με τις συνθήκες, τα βιώματα, το
περιβάλλον, ένα καλό ή όχι ίσως «ανοσοποιητικό». Εσύ πρέπει να ξαναχτίσεις από
την αρχή. Από το Άλφα. Εσύ θεμέλιος λίθος, εσύ και Πρωτομάστορας. Στην καλύτερη
περίπτωση, αν κάπως σε στεγάσει η γλώσσα, θ’ ανεβαίνεις την ανηφόρα
μουγκρίζοντας. Θα σταματάς, θα ιδροκοπάς, θα ηττάσαι, θα συνεχίζεις. Θ’
αγωνίζεσαι να μην είσαι έλλειμμα, θα πρέπει ν’ αγωνιστείς πολύ για να μην
παραμείνεις έλλειμμα. Κι οι σπουδές, η καλλιέργεια, τα πτυχία; Ναι, βέβαια,
αλλά… ποιος σε ακούει; Άτονη η φωνή, τα λόγια σου, τα ναι και τα όχι σου
ψυχορραγούν. Κι οι «δανεικοί» πατέρες; Μήπως υπενθυμίζουν εντονότερα την
απουσία; Μήπως γι’ αυτό πονάνε περισσότερο; Αλλά υπάρχει ελπίς… Λεωφορείον η
γλώσσα…
Πώς, όμως, εμπλέκεται
η γλώσσα με την ψυχική δομή του ανθρώπου και
ποια είναι ειδικότερα η άποψη της γλωσσολογίας και της ψυχανάλυσης, όπως
διαμορφώθηκε μετά τη συνάντησή τους που πραγματοποιήθηκε με το Ζακ Λακάν; Πώς
και με τι αποσκευές ερχόμαστε μέχρι να μπούμε στον κόσμο των εννοιών και να
γίνουμε ομιλούντα υποκείμενα;
Εν αρχή ην η σχέση
μας με τα πράγματα, διαβάζουμε στις Όψεις της γλώσσας του Α.-Φ. Χριστίδη. Μια
σχέση άμεση, ενστικτώδης, βιωματική. Και τα υλικά της; εικόνες, αισθήματα,
αισθήσεις -ό,τι βλέπουμε, αγγίζουμε, μυρίζουμε…-, διαποτισμένα πάντα από το
βλέμμα της μητέρας. Δεν είμαστε παρά το μικρό καγκουρό που αντικρίζει τον κόσμο
μέσα από το μάρσιπο. Αυτή η άμεση, αρχέγονη, ενστικτώδης βίωση της εμπειρίας
εγγράφεται στον ψυχισμό μας και είναι αυτή που θα φωλιάσει αργότερα και στα
«έγκατα» των λέξεων.
Πώς όμως
εξωτερικεύεται, με ποιο τρόπο, ποια μέσα; Μήπως οι προγλωσσικές εκδηλώσεις του
νηπίου (κλάμα, γέλιο κλπ. ), όπως και οι εκδηλώσεις των ζώων (π.χ. γάβγισμα),
αλλά ακόμα και οι πρώιμες «λέξεις» της παιδικής γλώσσας δε δείχνουν
συγκινησιακές αντιδράσεις σε άμεσα, παρόντα ερεθίσματα; Μήπως η λέξη «μαμά» που
εκφωνεί το πολύ μικρό παιδί σημαίνει ό,τι και στη γλώσσα των ενηλίκων ή είναι
ένας «δείκτης», που «δείχνει» θολά και διάχυτα, που μπορεί να σημαίνει πεινάω,
φοβάμαι, μη φεύγεις κλπ… Αναμφίβολα πρόκειται για «δεικτικό» λόγο, λόγο
«θερμό», συγκινησιακό, που συνιστά την προϊστορία της γλώσσας και είναι αυτός
που μετατρέπεται σε ιστορία, δηλ. στον «ψυχρό», αναλυτικό, προτασιακό λόγο γύρω
στα δύο χρόνια. Αυτή δε τη γλώσσα μοιάζει να «νοσταλγεί» ο ποιητικός, ο
προφητικός, ο μαγικός και
παραληρηματικός λόγος.
Πώς όμως γίνεται το
άλμα αυτό από την αισθητηριακή πρόσληψη
της εμπειρίας στη γλώσσα, στη λογική πρόταση, εντέλει δηλ. από το ένστικτο στη
νόηση; Πώς ο κόσμος της εμπειρίας γίνεται λέξη-σύμβολο; Με ένα θάνατο, έναν
αποχωρισμό που ο Hegel αποκαλεί «φόνο» του πράγματος. Μήπως η αντικατάσταση της
κραυγής από τη λέξη δεν είναι ένα δράμα χωρισμού; Γιατί η γλώσσα, ως σύστημα
σημείων, θέτει το ζήτημα της αναπαράστασης. Για να μπει, δηλ., ένα αισθητό
πράγμα στο χώρο της γλώσσας, πρέπει να αναπαρασταθεί με μια νοητική εικόνα, μια
αφηρημένη έννοια. Από την άλλη, αν η πρωτογενής βίωση «βλέπει» και εκφράζεται
ολιστικά, αν δηλ. το νήπιο λέγοντας «μαμά» δεν εννοεί μόνο το πρόσωπο, αλλά και
την πείνα, τη δίψα του, η γλώσσα διακρίνει και κατηγοριοποιεί. Επομένως, η
αναπαράσταση και η ένταξη του πράγματος σε μία κατηγορία απαιτεί τη γενίκευση
της χρήσης του και η γενίκευση της χρήσης του απαιτεί να απλουστευθεί, να
υποστεί μια αφαίρεση, να χάσει κάτι• τι; όλη τη βιωματική αμεσότητα της
εμπειρίας -αυτό που βλέπουμε, ακούμε, μυρίζουμε, αισθανόμαστε. Αυτό που υπάρχει
στην αρχή μας λέει ο Hegel δεν είναι το καθολικό, δεν είναι γενικά το
«τραπέζι», αλλά «αυτό το τραπέζι», δηλ. η αισθητηριακή πρόσληψη και βίωση της
εμπειρίας του, που δεν είναι παρά μια κάποιου είδους εικόνα. Κι αν, επομένως, η
λέξη-δείκτης (σημαίνον) είναι προσκολλημένη στην πραγματικότητα, σ’ ένα υπαρκτό
αντικείμενο στο εδώ και τώρα, είναι ευνόητο ότι η λέξη-σύμβολο (σημαινόμενο)
μας απομακρύνει από την πραγματικότητα. Πρόκειται για μια θυσία στο όνομα των
λέξεων που «απομακρύνουν», αλλά και «εξανθρωπίζουν»: τη θυσία της υποκειμενικής
επαφής με τα πράγματα που θάβεται στα βάθη του ψυχισμού. Το ασυνείδητο, ως «περιοχή»
του ανθρώπινου ψυχισμού, είναι σε σημαντικό ποσοστό παράγωγο αυτής της φονικής
απομάκρυνσης, που αποτελεί το τίμημα που
πληρώνει ο άνθρωπος προκειμένου νε επικοινωνήσει με τους συνανθρώπους του μέσω
της γλώσσας.
Για την ψυχανάλυση,
αυτό το δράμα χωρισμού δεν είναι παρά ο χωρισμός από μια συγχωνευτική μορφή
ύπαρξης, τη μητέρα, μέσω της οποίας βιώσαμε αρχικά τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο
ότι η είσοδος στη συμβολική τάξη της γλώσσας συμπίπτει με συμπεριφορές που
σημαίνουν το τέλος της πρωτογενούς αυτής συγχώνευσης και τις απαρχές μιας
ανεξάρτητης ύπαρξης για το παιδί (π.χ. βάδιση). Το βιωματικό κόστος αυτής της
απουσίας, του αποχωρισμού, απωθείται και εγγράφεται στον τόπο του ασυνειδήτου.
Κι εκεί επιστρέφει, εκεί καταδύεται ο ψυχαναλυτικός λόγος, στην αρχέγονη μήτρα,
για να αποκαταστήσει την επαφή με την αμεσότητα των πραγμάτων και των λέξεων.
Γιατί όμως «και των λέξεων»; θα αναρωτιόταν κανείς εύλογα. Διότι, αυτό που
προκύπτει από την αφαίρεση δεν μπορεί ποτέ να αυτονομηθεί πλήρως από αυτό από
το οποίο έχει αποσπαστεί (Adorno 1994). Το γλωσσικό σημείο είναι παρουσία
φτιαγμένη από απουσία κατά το ψυχαναλυτικό ιδίωμα. Και η παρουσία αυτή κουβαλά
πάνω της όλες τις «ουλές» που γεννά η
απουσία: την εικόνα και το δείκτη, που σύμφωνα με τον Pierce, «γειώνουν» το συμβολικό
περιεχόμενο της λέξης στην πραγματικότητα. Μήπως οι λέξεις μας δεν είναι
«σημαδεμένες» αμετάκλητα από τα πρωταρχικά μας βιώματα ή ακούσματα, δεν
κουβαλούν τη μνήμη τους στα έγκατά τους; Τη μνήμη αυτού που προσλάβαμε με τις
αισθήσεις μας, του ποιος, πότε τις ξεστόμισε, του αισθήματος που μας
προκάλεσαν… Επιστροφή λοιπόν «στον τόπο του εγκλήματος». Από εκεί ανασύρεται
δια του λόγου το τραύμα στο φως, το τραύμα που δε «μιλά», αλλά «δείχνει»
σιωπώντας. Και το τραύμα ξεσπά, γίνεται λέξεις που διαφωτίζουν, που
επανασυγκροτούν τη μέρα μας, βοηθώντας την να πάρει τις «αποστάσεις» της μέσα
από τη γενίκευση της γλώσσας. Όσο πιο πολύ μιλώ γι’ αυτό που με πονάει τόσο
λιγότερο πονάω.
Όμως, ό,τι συμβαίνει
στο επίπεδο της γλώσσας την ιστορική εκείνη στιγμή που συντελείται το άλμα από
το δείκτη στη λέξη-σύμβολο αφήνει ανέπαφο τον ψυχικό μηχανισμό ή κάτι συμβαίνει
και εκεί; Εδώ βρίσκεται η μεγάλη συνεισφορά του Λακάν, που πηγαίνοντας λίγο
μακρύτερα από το Φρόιντ, είδε τη γλώσσα ως βασικό εργαλείο δόμησης του υποκειμένου
και, θεωρώντας ότι το "το ασυνείδητο είναι δομημένο σα γλώσσα", ότι
δηλ. έχει και αυτό, όπως αυτή, μια δομή που αποτελείται από στοιχεία που
βρίσκονται σε σχέση μεταξύ τους, εξομοίωσε τους μηχανισμούς του ασυνειδήτου με
τους γλωσσικούς μηχανισμούς της μεταφοράς και της μετωνυμίας. Κατά την
ψυχαναλυτική θεώρηση, αν η μητέρα, που σ’ ένα πρώτο στάδιο έχει μια δυαδική
σχέση με το παιδί, είναι η εκπρόσωπος του πρωτογενούς, συγκινησιακού λόγου, του
ενστίκτου και της επιθυμίας, ο πατέρας είναι ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του
νοητικού, της δομημένης πρότασης (υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο), το δε
δράμα της μετάβασης στην πρόταση
συνδέεται με τη μετατροπή της δυαδικής αυτής σχέσης σε τριαδική. Η καταρχήν
επιθυμία του παιδιού είναι να είναι η επιθυμία της επιθυμίας της, δηλ. ο
φαλλός, δηλ. τα πάντα γι' αυτήν. Αυτήν την ταύτιση έρχεται να «διαταράξει» η
πατρική παρουσία. Ο πατέρας, λέει ο Λακάν, είναι ο τρίτος όρος στο οιδιπόδειο
τρίγωνο που απαγορεύει στο παιδί την πρόσβαση στη μητέρα, αλλά επίσης
απαγορεύει στη μητέρα την απόλυτη κατοχή του παιδιού, την επανενσωμάτωση του
αντικειμένου-προϊόντος της. Η φαλλική του ιδιότητα δηλώνει ότι είναι κάτοχος
του νόμου, του κανόνα που βάζει το μέτρο της απόστασης του παιδιού από τη
μητέρα. Με αυτό τον τρόπο κινητοποιείται και η ταύτιση του παιδιού με το φύλο
του. Από δω και πέρα η βίωση της φαντασιακής ενότητας με τη μητέρα παίρνει
τέλος. Ο μικρός άνθρωπος αναγκάζεται να παραιτηθεί από την ταύτιση με τη μάνα
και να αποδεχθεί το ρόλο του πατέρα και τις απαγορεύσεις που αυτός συνεπάγεται.
Η πατρική λειτουργία σηματοδοτεί τον αποχωρισμό από την άμεση, φυσική βίωση της
εμπειρίας (της δυαδικής σχέσης με τη μητέρα) και έτσι η σχέση από δυαδική
γίνεται τριαδική. Το παιδί, με την αποδοχή του Νόμου του Πατέρα και ονομάζοντας
αυτόν εισέρχεται στη συμβολική τάξη της γλώσσας και αναδύεται ως υποκείμενο. Η
αρχέγονη επιθυμία της ταύτισης με τη μάνα απωθείται και έτσι γίνεται το πέρασμα
στη συμβολική γλώσσα και γεννιέται το ασυνείδητο, όπου η επιθυμία της ταύτισης
με τη μάνα λειτουργεί ως δραστικό σημαινόμενο του σημείου «πατέρας». Με αυτή
την έννοια, Το Όνομα-Του Πατέρα, αποτελεί μία μεταφορά. Είναι το
«γουρούνι»-σύμβολο διαποτισμένο από την αύρα της φυσικής του σημασίας. Διότι το
παιδί, με την αποδοχή του Νόμου του Πατέρα και ονομάζοντας αυτόν, εν αγνοία του
ονομάζει το πρωταρχικό του σημαίνον, την επιθυμία να είναι ο φαλλός. Όμως,
έτσι, δεν ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα διχασμό στον ψυχισμό, αφού το υποκείμενο
άλλο ονομάζει και άλλο λέει κατά βάθος; Πρόκειται για μια τραγική αντίφαση της
ύπαρξης που αντιμετωπίζει η ψυχανάλυση
φέρνοντας το υποκείμενο σε επικοινωνία με το ασυνείδητό του, με την
επιθυμία του, και αποκαθιστώντας έτσι τη συμβολική τάξη στο φαντασιακό του
λόγο.
Τι γίνεται, όμως, αν
ο πατέρας δεν αναπαραστάθηκε στη σκηνή της ιστορίας γιατί ποτέ δεν «έπαιξε»
πάνω στη σκηνή της προϊστορίας; Ή αν εμφανίσθηκε κι ήταν λειψός, αν δεν
υποστήριξε το ρόλο του, αν τον αρνήθηκε, αν λύγισε μπρος στη δυναμική ερμηνεία
της μητέρας; Τι γίνεται αν δεν απωλέσθηκε, αν δεν τον λάβωσε η γλώσσα, αν ποτέ
δεν του ’κλεψε το άρωμα, τη γεύση, την οσμή; Αν δεν αποσύρθηκε «στον ίσκιο του
ανύπαρκτου» (Σαίξπηρ), αν ποτέ δεν τον κατάπιε η νύχτα, γιατί ποτέ δεν έγινε
ημέρα; Μπορεί μια τέτοια ασάφεια στο πραγματικό να γεννήσει λόγο ή έστω λόγο απολύτως πλήρη και σαφή, μπορεί να δώσει δομή
νοήματος μέσα μας, ανεξάρτητα από γνώσεις και πτυχία; Μπορεί το ένστικτο και η
επιθυμία να είναι κάτω από τον έλεγχο του νου; Και μπορεί αυτός ο λόγος να
γίνει σε κάθε περίπτωση «η βελονιά του παπλωματά» που θα συγκρατήσει το
γλίστρημα στο φαντασιακό; Δεν πρόκειται, δηλ., για ένα χάσμα στον ασυνείδητο
λόγο του υποκειμένου, μια έλλειψη, όπως λέει κι ο Λαπλάνς, που αποσταθεροποιεί
το σύνολο των σχέσεων του υποκειμένου με τον κόσμο;
Με αυτό το έλλειμμα
ερχόμαστε αντιμέτωποι στην περίπτωση του Ψυχωτικού. Το δαχτυλικό αποτύπωμα του
πατέρα δεν είναι αποτυπωμένο στους χάρτες του. Τα έγκατα των λέξεων δεν είναι
διαποτισμένα από την αύρα του. Η γλώσσα του αδυνατεί να τον στεγάσει. Μάταια
προσπαθεί να ανασυγκροτήσει μια κάποια εικόνα του πατέρα. Ο πατέρας για τον Ψυχωτικό
δεν είναι παρά μια μορφή που μοιάζει να ξεπροβάλλει μέσα από τον Άδη. Η αιτία
της έλλειψης αυτής θα πρέπει, ωστόσο, να αναζητηθεί σ’ ένα ρήγμα στην
πρωταρχική του σχέση με τη γλώσσα. Αυτό σημαίνει, μας λέει ο συγγραφέας, ότι ο
πατέρας ως εισηγητής του νόμου, το Όνομα-Του-Πατέρα, δεν έγινε ποτέ δεκτός στο
σημασιολογικό σύστημα του υποκειμένου, δε βρήκε ποτέ τη θέση του στην αλυσίδα
των «σημαινόντων» που συνιστούν το ασυνείδητό του. Γιατί ο πατέρας αυτός, στις
πολύ πρώιμες φάσεις ανάπτυξης του παιδιού, στις παρυφές του οιδιπόδειου
συμπλέγματος, στιγμή καθοριστική για τη μεταγενέστερη εκδήλωση μιας ψύχωσης
-ακόμα κι αν δεν ήταν απών- υπήρξε ελλιπής, κάτι του έλλειπε, κάτι δεν είχε, με
αποτέλεσμα να υποχωρήσει η εικόνα του κάτω από το βάρος της εικόνας της
μητέρας. Δέσμιος, λοιπόν, ο Ψυχωτικός της αρχαϊκής σχέσης με τη μητέρα -που η
Μέλανι Κλάιν μας αποκάλυψε πόσο καταστροφική μπορεί να είναι- η οποία τον θέλει
προσαρμοσμένο στα δικά της ιδεώδη, αγωνίζεται να την ικανοποιήσει, προσπαθεί
μάταια να αποσπάσει την έγκριση και την αποδοχή της. Κάθε του προσπάθεια να
ανοίξει πρόσβαση προς τον πατέρα πέφτει στο κενό. Η μητέρα δεν του ανοίγει ποτέ
το δρόμο, αφού η ίδια έχει απορρίψει τον «κόσμο» του πατέρα.
Αν, όμως, ο Ψυχωτικός
είναι δέσμιος της επιθυμίας της μητέρας, άλλο τόσο αναζητά σε μια πατρική
φιγούρα το κλειδί που θα τον απελευθερώσει από αυτήν. Τι συμβαίνει όμως όταν
μια πατρική φιγούρα παίρνει τη θέση της απουσίας; Σύμφωνα με το Λακάν, το
υποκείμενο, στην προσπάθειά του να βρει το δεσμό σημαίνοντος-σημαινομένου και
να επιτύχει την ισορροπία τους, ψάχνει εντός του Το-Όνομα-Του-Πατέρα. Πώς όμως
θα φέρει τα εντός εκτός και επί τα αυτά, όταν αυτό δεν έχει υπάρξει ποτέ εκεί ή
έχει υπάρξει ανεπαρκώς; Ή τρύπα που ανοίγει αντίστοιχα στο σημαινόμενο δε θα
προκαλέσει έναν καταρράκτη των αναψηλαφήσεων του σημαίνοντος και την έκρηξη
πολλές φορές του φαντασιακού μέχρι το σημείο όπου σημαίνον και σημαινόμενο να
σταθεροποιούνται μέσα στην παραληρηματική μεταφορά; Ναι. Η παραληρηματική
μεταφορά είναι η μόνη ελπίδα για τον αναλυτή. Αν ο τελευταίος «παίζει» τον ρόλο
του Πατέρα ή τον ρόλο του Υποκειμένου που γνωρίζει ή τον ρόλο του Δασκάλου ή
κάποιον άλλο συναφές ρόλο για τον νευρωτικό τότε για τον Ψυχωτικό ο μόνος ρόλος
που του μένει είναι εκείνος της Μητέρας, Ο Ψυχωτικός δεν έχει εντός του τόπο
για κανέναν άλλο ρόλο. Πρέπει να υπομείνει το παραλήρημα του Ψυχωτικού όσο
χρειασθεί για να κτίσει ο ίδιος μια παραληρηματική μεταφορά (αντί της
Πατρικής). Μέσω της παραληρηματικής μεταφοράς, στην συνέχεια, θα δοθεί η δυνατότητα
στον Ψυχωτικό να δημιουργήσει πιθανούς τόπους εντός του και για άλλους ρόλους
εκτός της Μητέρας.
Δύσκολα πράγματα, σας
λέω…