Έγραψα, σε παλιότερο σημείωμα μου, ότι το
υποκείμενο ενδέχεται αλλού να αγαπάει και αλλού να απολαμβάνει. Αυτό το
«ενδέχεται» υπονοεί ότι σε κάποιους μπορεί να συμβαίνει ο τόπος απόλαυσης να
ταυτίζεται με αυτόν της αγάπης και σε άλλους όχι. Εκείνο που προκαλεί τον
προβληματισμό μου είναι από τι εξαρτάται η ύπαρξη ή όχι αυτού του ενδεχομένου.
Ξεκινώντας, λοιπόν, την
προσέγγιση της απάντησης να επισημάνω ότι η παραπάνω διαπίστωση σαφέστατα
υπαινίσσεται ότι «η αγάπη» και «η απόλαυση» έχουν διαφορετικά αντικείμενα. Στο
σεξουαλικό ζευγάρι το αντικείμενο της απόλαυσης, που ορισμένες φορές μπορεί
κανείς να ονομάσει πραγματικό παρτενέρ, το αντικείμενο της απόλαυσης, λοιπόν,
για ένα συγκεκριμένο υποκείμενο δεν είναι ο Άλλος του ζευγαριού. Στο σεξουαλικό
ζευγάρι έχουμε τον εραστή και τον ερώμενο. Ο εραστής είναι το υποκείμενο, ο
παρτενέρ του είναι προφανώς ο ερώμενος, αλλά στην πραγματικότητα αυτός ο
παρτενέρ αναδιπλασιάζεται. Γίνεται δισυπόστατος. Αποκτά δύο υποστάσεις. Εκείνη
του «αντικειμένου της αγάπης» και εκείνη του «αντικειμένου της απόλαυσης» για
τον εραστή. Στον βαθμό που ο ερώμενος αναγνωρίζεται από τον εραστή ως
«αντικείμενο της αγάπης» τότε καθίσταται για εκείνον υποκείμενο και η σχέση
τους είναι σχέση δύο υποκειμένων, δηλαδή σχέση δύο ασυνειδήτων. Στο βαθμό,
όμως, που αναγνωρίζεται από τον εραστή ως «αντικείμενο της απόλαυσης του» τότε
ο ερώμενος υποβιβάζεται στο «μικρό αντικείμενο α» του εραστή. Εδώ επίσης να
θυμίσω ότι έχω κάνει, στο σημείωμα μου «Η βουλιμία/ανορεξία στο υστερικό
υποκείμενο», τον διαχωρισμό που αφορά στο σύμπτωμα σε αυτιστικό και σε
βορρόμειο.[1]
Εφόσον υπάρχουν δύο παρτενέρ,
εκείνος της αγάπης και εκείνος της απόλαυσης, ορίζεται μεταξύ τους μια
ανεξίτηλη γραμμή ρήξης. Σε ότι αφορά στον παρτενέρ της απόλαυσης έχουμε να
κάνουμε με την δράση του αυτιστικού συμπτώματος. Με άλλα λόγια, απολαμβάνουμε το σώμα του
παρτενέρ. Ένα στοιχείο του σώματος, ας πούμε ένα χαμόγελο ή ένα βλέμμα ή ακόμα
και μια έκφραση του προσώπου, γίνεται το αντικείμενο μικρό α του εραστή και
αίτιο της επιθυμίας του. Σε ότι αφορά τον παρτενέρ της αγάπης, παρεμβάλουμε
κάποια οικεία στο ασυνείδητο μας μορφή, ας πούμε εκείνη του πατέρα ή της
μητέρας ή ενός αδελφού. Μια μορφή ανεξάρτητη του φύλου, μια που το φύλο δεν
αναγνωρίζεται από το ασυνείδητο. Τώρα έχουμε να κάνουμε με το βορρόμειο
σύμπτωμα. Αυτή η διάζευξη απαντάει στο ερώτημα «γιατί απολαμβάνουμε αλλού από
εκεί που αγαπάμε;». Όπως και να έχει, αντιλαμβανόμαστε ότι ο άλλος, στην σχέση
μας μαζί του, δεν αποτελεί για μας τίποτε περισσότερο παρά το σύμπτωμα μας!
Ποια συνθήκη, όμως, είναι εκείνη
που καθιστά, για κάποια υποκείμενα εφικτή την δυνατότητα τους να αγαπούν εκεί όπου
απολαμβάνουν; Πότε δηλαδή, το «αντικείμενο της απόλαυσης» και το «αντικείμενο της
αγάπης» ταυτίζονται;
Η απάντηση μου σε αυτό το ερώτημα
νομίζω ότι δεν μπορεί να ναι άλλη από αυτό που η ψυχανάλυση όρισε ως πατρεκδοχή.
Ας εξηγήσουμε όμως τι ακριβώς
εννοούμε με αυτόν τον όρο.
Ο πατέρας δίνει το παράδειγμα για
το πως αγαπά κανείς τον άλλο, ας πούμε μια γυναίκα, με ότι αυτό συνεπάγεται ως προς
τον ευνουχισμό. Λέω «ας πούμε μια γυναίκα» διότι το ασυνείδητο δεν αναγνωρίζει
φύλο στην αγάπη. Κατά αυτόν τον τρόπο ένας πατέρας γίνεται το πρότυπο του συμπτώματος,
το οποίο μέσω της αγάπης, συνδέει την απόλαυση με ένα άλλο υποκείμενο. Με άλλα
λόγια, καθίσταται πρότυπο ο πατέρας. Είναι όρος που χρησιμοποιεί η ψυχανάλυση και
πρέπει να προσέξουμε ότι δεν λέει υπόδειγμα
αλλά λέει πρότυπο. Πρόκειται για έναν
τρόπο για να πει κανείς ότι ο πατέρας είναι μια εκδοχή (ανάμεσα σε άλλες) ενός
συμπτώματος που δημιουργεί κοινωνικό δεσμό, ενός μη αυτιστικού συμπτώματος. Το
να πει κάποιος ότι «ο πατέρας είναι πρότυπο» δεν σημαίνει καθόλου ότι ο ιδιαίτερος
δεσμός που διατηρεί κανείς με την εν λόγω γυναίκα, για παράδειγμα, είναι
υποδειγματικός. Αποτελεί απλώς πρότυπο της λειτουργίας του συμπτώματος, πρότυπο
ενός συμπτώματος που δημιουργεί δεσμό. Αν σίνθωμα είναι εκείνος ο τέταρτος κύκλος
που «δένει» το πραγματικό με το φαντασιακό και το συμβολικό τότε ο πατέρας
αποτελεί ένα μόνο πρότυπο σινθώματος. Ο κάθε συγκεκριμένος συμβολικός πατέρας
λειτουργεί ως πρότυπο σινθώματος για το παιδί του και συμβολίζει μια μόνο εκδοχή
της εν γένει «πατρικής λειτουργίας». Σε καμιά περίπτωση δεν λειτουργεί ως υπόδειγμα
της «πατρικής λειτουργίας». Στην βάση αυτή, ο κάθε συγκεκριμένος συμβολικός πατέρας
αποτελεί μια «πατρεκδοχή» της «πατρικής λειτουργίας» για το παιδί. Πρόκειται,
λοιπόν, για τον ιδιαίτερο τρόπο του βορόμμειου συμπτώματος, εκείνου δηλαδή που
δημιουργεί κοινωνικό δεσμό.
[1] Έχω διακρίνει δύο τύπους
συμπτωμάτων ανάλογα με το αν την απόλαυση την οποία το σύμπτωμα σταθεροποιεί
διαμεσολαβείται από τον όμοιο (τον «άλλο», με το «α» μικρό), δηλαδή
διαμεσολαβείται από τον κοινωνικό δεσμό με τον όμοιο ή όχι.
Ονομάζω, λοιπόν, αυτιστικό σύμπτωμα κάθε σύμπτωμα που
τοποθετεί στην θέση του παρτενέρ έναν όρο μη – ανθρώπινο, ένα πράγμα ας πούμε,
χωρίς υποκειμενικές ιδιότητες. Έναν όρο που συνδέει το πραγματικό της απόλαυσης
με το συμβολικό χωρίς φαντασιακή διαμεσολάβηση. Ένας όρος που δεν υπάρχει μέσα
στα ομιλούντα όντα. Για παράδειγμα, η σχέση ενός υποκειμένου με τον υπολογιστή
του, χωρίς την διαμεσολάβηση τρίτου ομιλούντος είναι ένα αυτιστικό σύμπτωμα. Θα
μπορούσα να ονομάσω αυτό το σύμπτωμα Βασικό. Η χαρακτηριστική ιδιότητα αυτού
του συμπτώματος έγκειται στο ότι δένει το ασυνείδητο με το την απόλαυση, με την
άφυλη ενόρμηση, το Πραγματικό με το Συμβολικό χωρίς να παρεμβάλλεται, να
διαμεσολαβεί το Φαντασιακό. Από εδώ παράγεται και η δεύτερη κατηγορία
συμπτώματος. Ας το ονομάσω Βορρόμειο σύμπτωμα. Πρόκειται για το είδος του
συμπτώματος όπου υπεισέρχεται στην σχέση ένα υποκείμενο της ομιλίας και γίνεται
παρτενέρ. Ένα τέτοιο σύμπτωμα είναι η αγάπη. Η έμφυλη αγάπη ενώνει το αυτιστικό
σύμπτωμα με έναν ανθρώπινο παρτενέρ, δηλαδή ενώνει το Πραγματικό της απόλαυσης
με το Συμβολικό της γλώσσας αλλά με την διαμεσολάβηση του Φαντασιακού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου