Στο σημερινό σημείωμα θα
προσπαθήσω να δώσω, με οδηγό μια κλινική περίπτωση, ένα παράδειγμα προκειμένου
να γίνουν περισσότερο σαφή τα όσα αναφέρθηκαν στο σημείωμα μου «Γιατί αλλού τρως, αλλού πίνεις, αλλού πας και
το δίνεις;». Θα προσπαθήσω να δώσω, με άλλα λόγια, πως ταυτίζεται το
αντικείμενο της αγάπης με το αντικείμενο της απόλαυσης σε μια περίπτωση
ιδεοψυχαναγκασμού.
Ιδού λοιπόν:
Ο Θ. είναι ένας
ιδεοψυχαναγκαστικός άνδρας γύρω στα σαράντα. Υπήρξε οκτώ χρόνια νυμφευμένος με
την Κ. με την οποία έχει δύο παιδιά. Ένα κορίτσι ετών 8 και ένα αγόρι γύρω στα
5. Μετά από οκτώ χρόνια γάμου η Κ. δήλωσε στον Θ. ότι το συναίσθημα της για
εκείνον είχε τελειώσει και ότι ήθελε να χωρίσουν. Το γεγονός αυτό έφερε τον Θ.
στην ανάλυση.
Στοιχείο 1ο
Ο Θ. δήλωσε στον αναλυτή του ότι
από την στιγμή που η Κ. του δήλωσε ότι το συναίσθημα της για εκείνον είχε
τελειώσει εκείνος, για χρονικό διάστημα περίπου ενός έτους, συνέχιζε να
κοιμάται κάτω από την ίδια στέγη μαζί της αλλά κοιμόταν στον καναπέ. Καθόλη την
διάρκεια αυτού του γεγονότος το κυρίαρχο συναίσθημα απέναντι της ήταν ο θυμός.
Στοιχείο 2ο
Ο Θ. δήλωνε στον αναλυτή του ότι
η φράση «το συναίσθημα μου τελείωσε» του φαινόταν ακατανόητη. Συχνά αναρωτιόταν
πως είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Δεν κατανοούσε πως ένα συναίσθημα
σαν και εκείνο της Κ είναι δυνατόν να «τελειώσει». Θεωρούσε αδιανόητο αυτό που
συνέβη.
Στοιχείο 3ο
Ο Θ. δήλωνε στον αναλυτή του ότι
τώρα που τελικά είχε επιλέξει να κοιμάται στο σπίτι ενός φίλου του που είχε
προθυμοποιηθεί να τον φιλοξενεί για ένα χρονικό διάστημα, μακριά από το σπίτι
όπου η Κ. έμενε μαζί με τα παιδιά, ένιωθε σαν τον … κούκο! «Όλοι μαζί και ο
κούκος χώρια». Πρόκειται για ένα συναίσθημα εγκατάλειψης.
Στοιχείο 4ο
Κάποια στιγμή που η Κ. μετέφερε
τον Θ. και τα παιδιά, με το αυτοκίνητο της, στο σχολείο των παιδιών, όπου αφού
τους άφησε συνέχισε για να πάει στην δουλειά της, ο Θ. δήλωσε στον αναλυτή του
περιγράφοντας το συναίσθημα του: «ήλθε, παρέλαβε του τρεις κούκους και τους
εγκατέλειψε στο σχολείο!».
Στοιχείο 5ο
Στην ερώτηση του αναλυτή αν ήθελε
το κορίτσι, αν το πρώτο του παιδί ήταν επιθυμητό από τον ίδιο πριν την γέννηση
του, ο Θ. απάντησε, με εκνευρισμό, ότι το εν λόγω παιδί αποτελούσε απόφαση τους
και απέφυγε να απαντήσει αν το ήθελε δείχνοντας ότι αφενός δεν καταλάβαινε το
νόημα του ρήματος «θέλω» και αφετέρου ότι δεν είχε σκεφτεί ποτέ κάτι τέτοιο από
την στιγμή που αποτέλεσε απόφαση τους η αποδοχή του.
Στοιχείο 6ο
Σε συνέχεια της διήγησης του κάτω
από ποιους όρους έγινε αποδεκτό το παιδί, ο Θ. εξήγησε στον αναλυτή του ότι
μετά την έκτρωση που είχε κάνει η Κ. σε προηγούμενη ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και
αφού του περιέγραψε τους κινδύνους για την υγεία της που καραδοκούσαν με μια
δεύτερη έκτρωση «την λυπήθηκε» και αποφάσισε να το κρατήσουν. Κάπως έτσι συνέβη
και με το δεύτερο παιδί τους.
Στοιχείο 7ο
Σε μια διήγηση του από τα παιδικά
του χρόνια αναφέρει ότι ήταν ένα φθινόπωρο που η μητέρα του ήθελε να στρώσει τα
χαλιά στο πατρικό σπίτι ενόψει του Χειμώνα που ήταν προ τω πυλών. Εκείνη όμως
την στιγμή που ζήτησε από τον ίδιο και την μεγαλύτερη κατά δύο χρόνια αδελφή
του να την βοηθήσουν ήλθε σε αντιδικία με εκείνην, μια αντιδικία που κατέληξε
σε φιλονικία μεταξύ της αδελφής και της μητέρας και την αποχώρηση της αδελφής
αφήνοντας την μητέρα αβοήθητη. Ενώ, λοιπόν, στην αρχή μαζί με την αδελφή
αποχώρησε και ο ίδιος, συνδράμοντας έτσι την αδελφή του στην διαμάχη με την
μητέρα, τελικά ό ίδιος επέστρεψε για να βοηθήσει την μητέρα με το στρώσιμο των
χαλιών, όχι διότι η μητέρα δεν θα κατάφερνε μόνη της να φέρει εις πέρας την
δουλειά, αλλά «την λυπήθηκα να την αφήσω αβοήθητη».
Στοιχείο 8ο
Ο πατέρας του Θ. ήταν ένας
Πελοποννήσιος, χαμηλών τόνων άνθρωπος που αγαπούσε την μητέρα του Θ. Όμως, η
τακτική του σε κάθε αντιδικία μέσα στο σπίτι ήταν να αποχωρεί από την σκηνή της
αντιδικίας προκειμένου να αποφύγει τις συγκρούσεις, πηγαίνοντας σε μέρη που τον
ευχαριστούσαν μέχρις ότου καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός.
Στοιχείο 9ο
Η μητέρα του ήταν εκείνη που
καθοδηγούσε με τα λόγια και τις πράξεις της τόσο τον ίδιο όσο και την αδελφή
του στην ανήλικη ζωή τους ενώ ο λόγος του πατέρα του ακούγονταν μόνο σε
«εξαιρετικές» περιπτώσεις. Ο ίδιος αποτελούσε την αδυναμία των γονιών του
καθότι αγόρι και όχι η αδελφή του, παρόλο που ήταν εκείνη το πρώτο παιδί τους.
Προφανώς αυτό αποτελούσε προκατάληψη εντοπιότητας της καταγωγής τους από μέρους
τους του τύπου «έχουμε ένα παιδί και ένα κορίτσι».
Στοιχείο 10ο
Ο Θ. ήταν εκείνος που στην έγγαμη
ζωή του ήταν εκείνος που φρόντιζε τα παιδιά (το πλύσιμο τους, το ντύσιμο τους,
το διάβασμα τους, το να τα πάει και να τα φέρει από το σχολείο κ.λπ). Στην
παρατήρηση του αναλυτή αν υπήρχε κάποιος καταμερισμός εργασιών ανάμεσα στον
ίδιο και στην Κ. που αφορούσε στις ανάγκες των παιδιών, η απάντηση του Θ ήταν
αρνητική αφού το μόνο που είχε σημασία ήταν «να γίνει η δουλειά και όχι ποιος
θα την κάνει».
Στοιχείο 11ο
Ο Θ. ισχυριζόταν ότι του ήταν
αδύνατον να μεγαλώσει ο ίδιος τα παιδιά του χωρισμένος από την Κ. και ότι και η
Κ. ήταν αδύνατον να τα καταφέρει στις υποχρεώσεις της απέναντι στα παιδιά αφού
ένιωθε ότι χρειάζονταν την βοήθεια του.
Στοιχείο 12ο
Στην ερώτηση του αναλυτή αν
αγαπούσε την Κ. η απάντηση του ήταν, με νεύρα, ότι «ο ίδιος, τα παιδιά και η Κ.
αποτελούσαν «ένα» και ως εκ τούτου δεν κατανοούσε την ερώτηση του
αναλυτή».
Στοιχείο 13ο
Ο Θ. δήλωσε ότι ήθελε σεξουαλικά
την Κ. και τον κάβλωνε όσο λίγες, αλλά η γέννηση των δύο παιδιών δεν τους έδωσε
την ευκαιρία να χαρούν το σεξ και ότι την στιγμή που θα μπορούσαν να το
απολαύσουν, τώρα που αυτά είχαν ξεπεταχθεί, η Κ. του ζήτησε να χωρίσουν αφού
της «είχε τελειώσει το συναίσθημα». Αυτό του φαίνονταν αδιανόητα ηλίθιο και δεν
το καταλάβαινε.
Στοιχείο 14ο
Ο Θ. συχνά κατηγορούσε στον
αναλυτή του το γεγονός ότι οι γονείς του παρέμειναν μαζί στον γάμο τους και δεν
χώρισαν παρόλο που ήταν τόσο διαφορετικοί χαρακτήρες. Μετά τα όσα συνέβησαν με
την σύζυγό του ο θυμός του για τους γονείς του έβαινε αυξητικός.
Η «διαδρομή» του ασυνειδήτου του
Θ.
Η Κ. δηλώνοντας ότι «τελείωσε» το
συναίσθημα της δημιουργεί στον Θ. δύο συναισθήματα: Αμηχανία διότι ο Θ. θεωρεί «ακατανόητο» κάτι τέτοιο και εγκατάλειψη (!!!) αφού ο ίδιος νιώθει
σαν τον «κούκο» όντας μακριά από εκείνη και τα παιδιά. Το ίδιο συναίσθημα εγκατάλειψης
θεωρεί ότι νιώθουν και τα παιδιά αφού χρησιμοποιείται από τον ίδιο το ίδιο σημαίνον
(«τρεις κούκοι») για να περιγράψει το πως νιώθουν τώρα που ο Θ. βρίσκεται μακριά
από την στέγη.
Το «ακατανόητο» της φράσης της Κ.
αναγκάζει τον Θ. να κοιμάται ένα χρόνο στον καναπέ αρνούμενος να αποδεχτεί την
αλήθεια της φράσης. Η παραμονή του κάτω από την ίδια στέγη δεν είναι αποτέλεσμα
μόνο της ελπίδας του να αποσυρθεί «το τέλος του συναισθήματος» αλλά περικλείει
και την δυνατότητα να εξηγήσει ο ίδιος πως μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο και
να «βγει» από την αμηχανία.
Ο θυμός του εναντίον της Κ. δεν οφείλεται μόνο στο ότι του γκρεμίζει
τα όνειρα του αλλά και στο ότι είναι ακατανόητο και αδύνατο να συμβεί κάτι τέτοιο.
Εδώ πρέπει να κρατήσουμε ότι ο
θυμός του Θ. δεν στρέφεται μόνον εναντίον της Κ. αλλά και εναντίον των γονέων
του (και κυρίως εναντίον της μητέρας του) γιατί δεν χώρισαν αφού δεν ταίριαζαν.
Επίσης το συναίσθημα της εγκατάλειψης
από την Κ. δεν αφορά μόνον τον εαυτό του ο οποίος δεν ζει κάτω από την ίδια στέγη
μαζί της αλλά και τα παιδιά (παρόλο που δεν ισχύει η ίδια συνθήκη για αυτά). Επομένως
το συναίσθημα της εγκατάλειψης «τοποθετεί» στην ίδια θέση απέναντι στην Κ. τόσο
τον εαυτό του όσο και τα παιδιά.
Το συναίσθημα της λύπης για την πιθανή επίπτωση στην υγεία
της Κ. που θα συνέβαινε στην περίπτωση μιας ακόμη έκτρωσης «αναγκάζει» τον Θ. στην
αποδοχή του πρώτου παιδιού και βέβαια οδηγεί αναπόφευκτα στον γάμο του. Πρόκειται
για το ίδιο συναίσθημα που «ανάγκασε» τον Θ. να γυρίσει για να βοηθήσει την μητέρα
του στο στρώσιμο των χαλιών. Άλλωστε αυτό το ίδιο συναίσθημα είναι που κάνει
τον Θ. να ισχυρίζεται ότι η Κ. δεν μπορεί να τα καταφέρει μόνη της στο μεγάλωμα
των παιδιών και ως εκ τούτου «οφείλει» να την βοηθήσει.
Επίσης, σημασία δεν έχει ο
καταμερισμός εργασίας (ποιος κάνει τι) μέσα στο σπίτι αλλά εκείνο που «μετράει»
είναι να «γίνει η δουλειά». Έτσι και αλλιώς «όλοι ήμαστε ένα». Όπως ακριβώς έκαναν
οι γονείς του στο σπίτι τους. Με αυτόν τον «νόμο» μεγάλωσε ο Θ. και αυτός είναι
ο τρόπος που αποδεικνύει την αγάπη του προς την Κ. (η πατρεκδοχή του). Το «ένα»
του αποτελεί τον τρόπο του να αγαπά κανείς. Το «θέλω» οφείλει να παραμερίζεται
μπροστά στην «ευθύνη».
Η φαντασίωση του Θ.
Προφανώς ο Θ. νυμφεύθηκε την μητέρα
του στο πρόσωπο της Κ. Ο ίδιος νιώθει εγκαταλελειμμένος όταν η Κ. του δηλώνει ότι
πρέπει να αποχωρήσει αφού το συναίσθημα της για εκείνον της τελείωσε. Αυτό το
τελευταίο είναι «αδιανόητο» για τον Θ. αφού μια μητέρα δεν είναι δυνατόν να «στερέψει»
από συναίσθημα για το παιδί της. Αλλά είναι «αδιανόητη» η πράξη του χωρισμού ακόμα
και αν δεχτεί το «τέλος του συναισθήματος» αφού η μητέρα είναι «υπέυθυνη» και «υποχρεωμένη»
απέναντι στο παιδί της ανεξάρτητα από το αν το επιθυμεί ή όχι. Το «ένα» του Θ.
αποτελεί την πατρεκδοχή του για την αγάπη προς την «οικογένεια» αλλά και προς τα
μέλη της. Αφού η μητέρα εγκαταλείπει τον ίδιον «κοιτώντας την πάρτη της» εγκαταλείπει
και τα παιδιά που έχουν παρόμοια θέση εντός της (είναι τα μικρά του αδέλφια). Η
Κ. αποτελεί αντικείμενο της αγάπης του Θ. (αφού γίνεται ο βοηθός της στην καθημερινότητα
της κάτω από το συναίσθημα της λύπης που του προκαλεί η πιθανότητα να «παλέψει»
μόνη της με τις κακουχίες της ζωής). Είναι επίσης σαφές ότι το σώμα της Κ.
αποτελεί το αντικείμενο της απόλαυσης του Θ. Ένα σώμα που θεωρεί προέκταση του
δικού του στοιχείο που «δένει» απόλυτα με το «ένα» της αγάπης του που αφορά το
σύμπτωμα (δηλαδή τον τρόπο) για τον κοινωνικό δεσμό. Με άλλα λόγια, το «ένα»
του αποτελεί τόσο τον τρόπο του για αγάπη (βορόμμειο σύμπτωμα) όσο και τον τρόπο
του για απόλαυση (αυτιστικό σύμπτωμα).
Συμπερασματικά: η Κ. αποτελεί το
σύμπτωμα του Θ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου