Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017

Η Επιθυμία για Γνώση

της Soler, Colette


(Η Κολέτ Σολέρ ασκεί και διδάσκει την ψυχανάλυση στο Παρίσι. Καθοριστικής σημασίας για την επιλογή αυτή, υπήρξε η συνάντηση με τη διδασκαλία και την προσωπικότητα του Ζακ Λακάν. Έκανε ανώτατες σπουδές στη φιλοσοφία και την ψυχοπαθολογία, και είναι διδάκτωρ ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Paris VII. Δίδαξε στην Ecole Normale Superieure (Fontenayaux-Roses), στο τμήμα κλινικής ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Paris VII, και στο κλινικό τμήμα του Τομέα ψυχανάλυσης του Πανεπιστημίου Paris VIII.
Μέλος της Ecole Freudienne de Paris (Φροϋδική Σχολή των Παρισίων), η οποία διαλύθηκε από τον Λακάν το 1980, συμμετείχε ενεργά στη σύσταση της νέας Ecole de la Cause Freudienne (Σχολή του Φροϋδικού Αιτίου, 1981) και στην ανάπτυξη των σεμιναρίων του Φροϋδικού Πεδίου διεθνώς. Υπήρξε μέλος της Association Mondiale de Psychanalyse (Παγκόσμια Εταιρεία Ψυχανάλυσης) και των τεσσάρων σχολών της.
Το 1998, με την κρίση της Παγκόσμιας Εταιρείας Ψυχανάλυσης, πρωτοστάτησε στο κίνημα των Φόρουμ του Λακανικού Πεδίου, και κατόπιν στην ίδρυση της Ecole de Psychanalyse du Champ Lacanien (Σχολή Ψυχανάλυσης του Λακανικού Πεδίου). Σήμερα είναι μέλος του Διεθνούς Κολεγίου Εγγύησης της Σχολής, μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής για την Γαλλία και διδάσκει στα Κλινικά Εκπαιδευτικά Προγράμματα του Λακανικού Πεδίου.
Έχει δημοσιεύσει περισσότερα από διακόσια πενήντα άρθρα, στη Γαλλία και το εξωτερικό, σχετικά με τα προβλήματα της εκπαίδευσης και της ηθικής της ψυχανάλυσης, τις κλινικές δομές, την παρουσία της ψυχανάλυσης στον πολιτισμό, την ταυτότητα φύλου, τη συγγραφή.)


Όταν μιλάμε για απάντηση, είναι σαν να επικαλούμαστε έμμεσα τόσο ένα αίτημα όσο κι ένα
προκαταρκτικό ερώτημα. Παρόντα εξάλλου σε κάθε ανάλυση, είναι και τα δύο, πόσο μάλλον από τη στιγμή που ο αναλυτής αποδεχόμενος το αίτημα της ανάλυσης, είναι υποχρεωμένος να απαντήσει με την ερμηνεία. Ωστόσο, πολύ πριν ο αναλυτής καταφέρει να απαντήσει με την ερμηνεία του, η προσφορά του προηγείται του αιτήματος, το οποίο και καθορίζεται απ’ αυτή σύμφωνα με τη δομή του λόγου. Ο εν λόγω τίτλος μας θέτει λοιπόν ενώπιον ερωτημάτων που αφορούν τόσο την ιδιαιτερότητα της αναλυτικής προσφοράς όσο και τις διαδρομές των διεργασιών της. Εισάγει κατά συνέπεια δυο μεγάλα ερωτήματα :
κατ’ αρχάς το ερώτημα της πράξης που η ανάλυση ενεργοποιεί ως αίτιο της ίδιας της αναλυτικής αγωγής αλλά και….του πολιτισμού. Κατά δεύτερον το ερώτημα της ερμηνείας.

Η προσφορά της ανάλυσης την οποία εγκαινίασε ο Φρόϋντ, ήταν ήδη από μόνη της μια
απάντηση σε ότι ο ίδιος αποκάλεσε δυσφορία του πολιτισμού. Επρόκειτο για μια απάντηση η οποία εισήγαγε την επιθυμία της γνώσης, της ασυνείδητης γνώσης, και που θεωρήθηκε πρωτόγνωρη. Πάνω από έναν αιώνα μετά, οι προσφορές υπερδιπλασιάστηκαν γιατί πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι αυτό- προτάθηκαν ώστε να απαντήσουν στο αίτημα της επί μονίμου βάσεως βασανισμένης ανθρωπότητας και μάλιστα έξω από κάθε επιθυμία για γνώση: οι ιερείς διαφόρων θρησκειών, οι εμπνευσμένοι από σέχτες γκουρού, οι εμπειρογνώμονες της θρησκείας των επιστημών καθώς και οι διάφοροι ψυχοθεραπευτές. Ο καθένας υπόσχεται και από μια διαφορετική απάντηση. Το θέμα όμως είναι με ποιο τρόπο και για ποιο λόγο μέσα σ’ αυτό το πολυφωνικό κονσέρτο μπορεί να πρυτανεύσει ακόμη η φωνή του ψυχαναλυτή;

Λόγω της ειδικής γνώσης που κατατίθεται, λόγω της μεταμόρφωσης της επιθυμίας που
παράγεται, ή λόγω της αλληλεγγύης και των δύο;
Μια από τις βασικότερες ανάγκες είναι εκείνη η οποία αφορά το ερώτημα του περάσματος όπως το εισήγαγε ο Λακάν: τι είναι αυτό που μπορεί να κινητοποιήσει κάποιον εάν δεν είναι ούτε το χρήμα ούτε η φιλανθρωπική συμπόνια ώστε ακολουθώντας τα ίχνη του Freud να τα αντικαταστήσει με την αναλυτική πράξη; Το πέρασμα βέβαια έχει μια διάσταση η οποία δεν είναι μόνο ατομική, αφού κατ’ αρχάς επιστρατεύει την πολιτική επίπτωση της αναλυτικής πράξης στην κουλτούρα της εποχής, (όπως επιβεβαιώνονταν αδιαλείπτως από τον Λακάν), αλλά και από το γεγονός ότι απ’ αυτό θα μπορούσε να συνεχίσει να εξαρτάται η διαιώνιση της ψυχανάλυσης.

Πράγματι εάν ο λόγος όσον αφορά το ασυνείδητο θεωρηθεί ως λόγος εκ των προτέρων
καταδικασμένος δεν υπάρχει καμία ελπίδα, όσο επικοινωνιακά κι αν λειτουργήσει ο αναλυτικός προσηλυτισμός. Υπάρχει ωστόσο κάτι το οποίο περιμένουμε από τις συνέπειες της επιθυμίας για γνώση, αφού είναι αυτή η ίδια η γνώση από την οποία συγκροτείται ο αναλυτής. Η επιθυμία αυτή, η οποία λειτουργεί τελείως φυγόκεντρα ως προς τους στόχους του καπιταλισμού, και η οποία διαχωρίζει το υποκείμενο από το κοπάδι, επιτρέπει να σημειώσουμε τις συνέπειες της μοναξιάς έτσι όπως τις προγραμματίζει το ασυνείδητο, για τον ομιλούντα εξόριστο της σεξουαλικής σχέσης. Αυτές οι συνέπειες φέρουν δυο κλασικά ονόματα, του ευνουχισμού και του συμπτώματος. Από το πρώτο ουδείς διαφεύγει,
ενώ το δεύτερο έρχεται να εγγράψει την «απόλυτη διαφορά», την πραγματική, του καθενός. Η προσφορά που η ψυχανάλυση απευθύνει στα περιπαθή υποκείμενα του καπιταλισμού μπορεί να αναδιατυπωθεί ως εξής: δεν θες να μάθεις τίποτα γι αυτό που σε έκανε να υποφέρεις, δεν θες να μάθεις τίποτε, γι’ αυτό που μοιράζεσαι με όλα τα ομιλούντα όντα καθώς και με ότι σε ενώνει μαζί τους χωρίς αυτό να είναι πανομοιότυπο;

Μια πρωτόγνωρη ικανοποίηση θα μπορούσε να ακολουθήσει μια τέτοια προσφορά. Μέσα στην ίδια την αναλυτική αγωγή, ωστόσο, το ερώτημα τίθεται διαφορετικά. Ποια θα πρέπει να είναι εκείνη η ερμηνευτική απάντηση ώστε ο αναλυτής να είναι «ο παρτενέρ που θα έχει την τύχη να απαντήσει», σύμφωνα και με την έκφραση του Λακάν. Τύχη, η ώρα η καλή ; Κανείς δεν ευνοήθηκε απ’ αυτή a priori και ο Λακάν διευκρίνιζε : αυτή την τύχη, τούτη τη φορά οφείλω να την παραχωρήσω. Μήπως αυτό σημαίνει άραγε ότι ο Freud δεν κατάφερε να προμηθεύσει, όπως φαίνεται, εκείνον τον παρτενέρ, που ενδέχεται να μπορεί ν’ απαντάει στην αγάπη της μεταβίβασης, στην αγάπη που «απευθύνεται στην γνώση»;

Ως προς αυτό το τελευταίο σημείο θα πρέπει να ξεκινήσουμε από μια αφετηρία πιο απόμακρη αλλά και από τον ίδιο το Freud. Το αξίζει άλλωστε γιατί εκείνος επινόησε την διαδικασία κατάρτισης του αναλυτή.
Πώς απαντούσε και πώς ενεργούσε στο επίπεδο των συμπτωμάτων που το ίδιο το ασυνείδητο
υποθάλπει έτσι ώστε να δώσει την δική του ερμηνευτική απάντηση; Κατ’ αρχάς προχωρούσε δια μέσου της αποκρυπτογράφησης της σειράς των σημείων που δομούν το σύμπτωμα, όπως λόγου χάριν στον άνθρωπο με τα ποντίκια που αποτελεί ένα από τα πρώτα παραδείγματα. Αλλά μέσω της αποκρυπτογράφησης της σειράς των σημείων, αναδύεται η σημασία και είναι ακριβώς σ αυτό που στοχεύει η φροϋδική ερμηνεία, δηλαδή στη σημασία της επιθυμίας. Εν ολίγοις [ο Freud] σταματά στη λεγόμενη σεξουαλική σημασία η οποία στηρίζεται από την φαντασίωση. Ο Λακάν ως προς αυτό δεν φέρνει αντίρρηση, αποδεικνύει όμως ότι αυτή η σεξουαλική σημασία είναι μάλλον εκτός- φύλου εφόσον η «σεξουαλική πραγματικότητα» βρίσκεται στην αρμοδιότητα του ασυνειδήτου, δηλαδή σύμφωνα με τον Freud, στην αρμοδιότητα των απωθημένων ενορμήσεων και της υπεραπόλαυσης τους, ήτοι των
«τεσσάρων επεισοδιακών υποστάσεων» του αντικειμένου μικρού α. Δια μέσου αυτών επαληθεύεται ότι η σεξουαλική σημασία δεν είναι πλέον παρά «τεστ» στην ίδια την έλλειψη σεξουαλικής σχέσης, σύμφωνα και με την διατύπωση των λεγομένων του Freud.

Ωστόσο αυτό που μένει δεν είναι ούτε « σεξουαλική πραγματικότητα» ούτε φαντασίωση αλλά σύμπτωμα.
Το σύμπτωμα το οποίο έρχεται να αναπληρώσει αυτή την ένδεια σχέσης, όχι όμως χωρίς ο πυρήνας του πραγματικού που το συνθέτει, ο οποίος είναι εκτός σημασίας αλλά και «αντινομικός σε κάθε αληθοφάνεια», να μη διαδραματίζει το ρόλο του. Ποια ιδιαίτερη ερμηνεία εγκαλεί το σύμπτωμα, που ο Freud δεν είχε δώσει και που θα έθετε ως όριο, όπως λέει ο Λακάν, στην «άρνηση του διαλόγου» που συνιστά κανόνα στην ανταλλαγή της ομιλίας; Το ενδεχόμενο απάντησης βρίσκεται από την πλευρά του Λακάν : χρειάζεται μια ερμηνεία η οποία να μην περιορίζεται στην αλήθεια αλλά να συμπεριλαμβάνει το πραγματικό το εκτός σημασίας. Όσοι εμπνέονται απ’ αυτό, ας επιφορτιστούν με τις κλινικές εφαρμογές του.
Ιούνιος 2011
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου